Legislator Case Law & Legislation
1032/2021 AI generated

Supreme Court allows bank's appeal against eviction ruling, remanding case due to conflicting residence facts.

Case Number 1032/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the Eurobank's appeal against a first-instance judgment that exempted a debtor from eviction based on conflicting residence claims. The court found the debtor's assertion of a primary residence in Neapolis contradicted the court's finding that the property in question was his main home. Consequently, the court declared the appeal admissible regarding this specific ground and remanded the case for further examination by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when procedural requirements are met, and if a specific ground of appeal renders the original decision legally flawed, the case must be remanded for retrial by a different judge.

Keywords

AI generated
appeal admissibility conflicting residence eviction exemption remand for retrial different judge primary residence expropriation proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of Law 3869/2010
Article 739 of the Code of Civil Procedure
Articles 147, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1032 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1032/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Aνώνυμη Εταιρεία" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 20-1-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 7-2-2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Κ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Παπαϊωάννου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/2027 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-9-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 9-9-2019 (αρ. κατ.61/ 2019) αίτηση αναίρεσης της κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (αρθ. 3. ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το αρθ 739 επ. Κ.Πολ.Δ.) εκδοθείσης υπ' αρ. 115/2019 οριστικής απόφασης του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε την 29-7-2019 (βλ την με αρ. 2121Β/29-7-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Ασπασίας Σκανδάλου) και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Αγρινίου την 13-9-2019 (άρθρ. 147, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την από 10-11-2015 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 321/22-12-2015 αίτηση του ο αιτών (κάτοικος κατά την αίτηση περιοχής … της Τ.Κ.

Νεάπολης της Δ.Ε. Νεάπολης του διευρυμένου Δήμου Αγρινίου) επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του προς την καθ ής ήδη αναιρεσείουσα που απορρέουν από μία σύμβαση στεγαστικού δανείου και μία σύμβαση καταναλωτικού δανείου που αναφέρονται σε αυτή, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του, επικουρικά δε την ρύθμιση των χρεών του, με εξαίρεση από την ρευστοποίηση του περιγραφομένου και ευρισκομένου στο Δήμο Σπάτων Αττικής ακινήτου ιδιοκτησίας του, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κυρία κατοικία του, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση και με σκοπό την απαλλαγή του.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αρ. 257/2017 οριστική απόφαση του, αφού έκρινε νόμιμη την παραπάνω αίτηση, στην συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου την από 2-11-2018 έφεση του κατατεθείσα στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με αρ.

έκθεσης κατάθεσης 71/2018 και στην γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου με αρ. κατάθεσης Εφ ΕΜ 103/2018. Το ως Εφετείο δικάσαν πιο πάνω δικαστήριο με την με αρ.115/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε την έφεση ως βάσιμη στην ουσία της και αφού εξαφάνισε την παραπάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, δέχτηκε στην συνέχεια την αίτηση και προέβη α) σε ρύθμιση των χρεών του αιτούντος προσδιορίζοντας μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς την πιστώτρια του για χρονικό διάστημα πέντε ετών και β) σε εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντος προσδιορίζοντας, όπως δέχτηκε, για την διάσωση της μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς την πιστώτρια του.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν.3869/2010,όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 πρ. 1 του ν.4161/2013 και ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση, ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. "Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας."...Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ` εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του.

Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης της παρούσας παραγράφου αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. "Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επί αυτών." 'όπως το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 5 άρθρου 85 του ν. 3996/2011.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο νόμος δε παραθέτει ειδικά κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών για το χρέος αυτό που επιβάλλεται στον οφειλέτη ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από την εξαίρεση της εκποίησης της κύριας κατοικίας του ή του μοναδικού ακινήτου του που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 51 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι, "το πρόσωπο έχει κατοικία τον τόπο της κυρίας και μόνιμης εγκατάστασής του. Κανένας δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μια κατοικίες. Για τις υποθέσεις που αναφέρονται στην άσκηση του επαγγέλματος λογίζεται ως ειδική κατοικία του προσώπου ο τόπος όπου ασκεί το επάγγελμά του", κατοικία είναι ο τόπος όπου το πρόσωπο έχει την κύρια και μόνιμη εγκατάστασή του, ο τόπος δηλαδή που έχει καταστεί, σύμφωνα με τη βούλησή του, το σταθερό κέντρο των βιοτικών του εν γένει σχέσεων, διατηρείται δε αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 52 ΑΚ, ωσότου αποκτηθεί νέα.

Από την ουσιαστικού δικαίου πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η έννοια της κατοικίας είναι νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα γενόμενα από αυτό δεκτά πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν την σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη έννοια αυτή.

Έτσι είναι απαραίτητο, για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 51 ΑΚ, να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας τα περιστατικά σύμφωνα με τα οποία έκρινε τούτο ότι κάποιο πρόσωπο έχει τη συγκεκριμένη κατοικία. Εάν η απόφαση δεν περιέχει τέτοια περιστατικά και η κρίση για την κατοικία ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως στην προκειμένη περίπτωση που αφορά εξαίρεση από την εκποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2, του ακινήτου που χρησιμοποιείται από τον δανειολήπτη ως κύρια κατοικία ή αυτού που δύναται να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία, υπόκειται περίπτωση έλλειψης νόμιμης βάσης υπό τη μορφή ανεπάρκειας αιτιολογιών, σύμφωνα με το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κύριας κατοικίας του αιτούντος, αφού δεν αναφέρει περιστατικά που θεμελιώνουν την παραδοχή του, ότι το εξαιρεθέν από την εκποίηση ακίνητο χρησίμευε πράγματι ως κυρία κατοικία του αιτούντος κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης, ενώ, καίτοι εξαιρεί από την εκποίηση το ευρισκόμενο στα … ακίνητο αυτού (αιτούντος) δεχόμενη ότι τούτο αποτελεί την κύρια κατοικία του στην συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι αυτός διαμένει στην πατρική του κατοικία στο … Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 115/2019 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης: ".....Ο αιτών, ηλικίας 47 ετών, είναι άγαμος και χωρίς τέκνα.

Εργαζόταν ως οικοδόμος στην …, όπου και κατοικούσε σε ιδιόκτητη κατοικία. Σήμερα, διαμένει στην πατρική του οικία μαζί με τη μητέρα του στα ….. Από το έτος 2010 παραμένει άνεργος, διαθέτων κάρτα ανεργίας. Ο αιτών δεν δύναται να ανεύρει εργασία λόγω της ηλικίας του, της έλλειψης εκπαίδευσης, σε συνδυασμό με τη δυσχερή οικονομική συγκυρία στη Χώρα που δεν ευνοεί τη δημιουργία και διατήρηση θέσεων εργασίας.

Αποδεικνύεται ότι ο αιτών συγκατοικεί με την υπερήλικη μητέρα του, η οποία τον βοηθά οικονομικά, καθώς αυτός δεν έχει άλλη πηγή εισοδημάτων. Υπό τα παραπάνω δεδομένα, το ποσό που απαιτείται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος, ήτοι για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, μετακίνηση, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, δαπάνες εστίασης, με δεδομένο το γεγονός της μη καταβολής ενοικίου, καθώς φιλοξενείται στην οικία της μητέρας του, όπως προαναφέρθηκε, ανέρχεται στο ύψος των 500 ευρώ, το οποίο άλλωστε ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατήρησης του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσής τους (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), λαμβανομένου, όμως, υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει τις δαπάνες του στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο αιτών είχε αναλάβει το παρακάτω χρέος, το οποίο θεωρείται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμο και είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένο, οπότε ο εκτοκισμός του συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι έκδοσης της απόφασης (αρθρ. 6 παρ. 3 ν. 3869/2010).

Συγκεκριμένα, ο αιτών είχε λάβει ένα στεγαστικό δάνειο από την ως άνω αναφερόμενη πιστώτρια, από το οποίο όφειλε έως την κοινοποίηση της αίτησης, όπως προκύπτει από το από 9-9-2015 έγγραφο της Τράπεζας Eurobank Ergasias, το ποσό των 36.774,81 ευρώ, ενώ ενέχεται και ως εγγυητής σε μία σύμβαση καταναλωτικού δανείου που είχε λάβει ο αποβιώσας αδερφός του, από το οποίο όφειλε το ποσό των 6.534,96 ευρώ.

Με βάση τα παραπάνω, ο εκκαλών δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των χρεών του, λόγω της έλλειψης εισοδημάτων του. Η οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, καθόσον η ηλικία του, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη γενικευμένη αρνητική οικονομική συγκυρία, αποθαρρύνουν τη δυνατότητα αύξησης του εισοδήματος του, ενώ παράλληλα οι δανειακές υποχρεώσεις του αυξάνονται συνεχώς, λόγω της επιβάρυνσης του δανείου με τόκους υπερημερίας.

Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωσή του μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς την πιστώτριά του, στην οποία περιήλθε λόγω ανυπαίτιας μεταβολής των οικονομικών συνθηκών του, εξάλλου το δάνειο αναλήφθηκε πριν την περιέλευση του αιτούντος σε καθεστώς ανεργίας, το οποίο μάλιστα πρώτο δάνειο (στεγαστικό) λήφθηκε με σκοπό την απόκτηση ιδιόκτητης οικίας ενώ στο δεύτερο δάνειο (καταναλωτικό) συμβλήθηκε ως εγγυητής.

Έτι περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αιτών κατέχει: 1) κατά ποσοστό 100% μία κατοικία, εμβαδού 31 τ.μ. ευρισκόμενη επί οικοπέδου 117 τ.μ. επί της οδού ... στα ... στην …. Το ακίνητο αυτό συνιστά αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να ρευστοποιηθεί πλην όμως αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση του.

Περαιτέρω είναι κύριος κατά ποσοστό 15%: 2) μίας κατοικίας, εμβαδού 25 τ.μ. με αποθήκη 40 τ.μ, ευρισκόμενης επί αγροτεμαχίου 3.000 τ.μ. στον Δήμο …., 3) μίας κατοικίας, εμβαδού 90 τ.μ, ευρισκόμενη επί οικοπέδου 480 τ.μ. στη …, 4) ενός οικοπέδου, εμβαδού 1902,96 τ.μ. ευρισκόμενο στον Δήμο …, ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 5.000 τ.μ.

ευρισκόμενου στη θέση "…", 6) ενός αγροτεμαχίου 3.000 τ.μ., ευρισκόμενου στη θέση "….", 7) ενός αγροτεμαχίου 7.000 τ.μ., ευρισκόμενου στη θέση "…", 8) ενός αγροτεμαχίου 4.000 τ.μ., ευρισκόμενου στη θέση "…", 9) ενός αγροτεμαχίου 5.000 τ.μ., ευρισκόμενου στη θέση "…," 10) ενός αγροτεμαχίου 5.000 τ.μ., ευρισκόμενου στη θέση "…". Τα προαναφερθέντα ακίνητα κρίνεται ότι δεν απαιτείται η εκποίησή τους για την αποπληρωμή του χρέους του, δεδομένου ότι λόγω του ποσοστού κυριότητας και της μικρής αξίας αυτών εξαιτίας της πτωτικής τάσης των τιμών των ακινήτων, προβλέπεται, σε συνδυασμό και με την έλλειψη αγοραστικού ενδιαφέροντος τη χρονική αυτή περίοδο ότι δεν θα προσελκύσει αγοραστές και μια προσπάθεια εκποίησής τους θα αποβεί πιθανόν άκαρπη επιβαρύνοντας την διαδικασία ρύθμισης με επιπλέον έξοδα.

Ο αιτών δεν διαθέτει άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία. Μετά ταύτα, κρίνεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση της πιστώτριάς του, ενώ πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα στα άρθρα 8 παρ. 5 και 9 παρ. 2. Συγκεκριμένα, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση και αναλύθηκαν προηγουμένως, ήτοι του γεγονότος της χρόνιας ανεργίας του χωρίς υπαιτιότητά του και της απορρέουσας από αυτή έλλειψης εισοδημάτων του, καθώς και της ηλικίας αυτού, πρέπει, για τη ρύθμιση των χρεών του, να οριστούν μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς τη πιστώτριά του, για χρονικό διάστημα πέντε ετών, όπως επιβάλλεται και από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που θεσπίζει την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει την αξία του ανθρώπου και θέτει ως όριο κάθε πολιτειακής πράξης όπως είναι και η δικαστική απόφαση, τη διατήρηση εκείνων των συνθηκών διαβίωσης του πολίτη, που θα του επιτρέπουν να ζει με αξιοπρέπεια, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, αν το Δικαστήριο στερήσει αυτή τη δυνατότητα στον αιτούντα, τότε, σε αντίθεση με την παραπάνω θεμελιώδη συνταγματική διάταξη, που διαπνέει το δίκαιο και την ερμηνεία του, προκρίνει έναντι της αξίας του άνθρωπου την ικανοποίηση περιουσιακών δικαιωμάτων.

Ακολούθως, η παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την αντίστοιχη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 9 ν. 3869/2010, εφόσον με τις μηδενικές καταβολές τα πέντε έτη της ρύθμισης δεν επέρχεται εξόφληση της πιστώτριας και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κατοικίας του αιτούντος από την εκποίηση, η ικανοποίηση του οποίου είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, δεδομένου ότι η αξία αυτής δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50% (βλ.

άρθρο 1 ν. 10/8/1980). Έτσι, με βάση τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών και βιοτικών συνθηκών του αιτούντος και ιδίως των εξαιρετικών συνθηκών που προαναφέρθηκαν και οι οποίες δικαιολόγησαν την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, πρέπει να οριστούν μηδενικές δόσεις, όχι μόνον για τις επί πενταετία καταβολές αλλά και για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση.

Τοιουτοτρόπως εξυπηρετείται ο σκοπός του ν. 3869/2010, δηλαδή η απαλλαγή από τα χρέη και η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή, ο οποίος θα είναι αδύνατον να εκπληρωθεί, εάν υποχρεωθεί ο αιτών στα αδύνατα, δηλαδή εάν υποχρεωθεί να καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, το οποίο αποδείχθηκε ότι δεν διαθέτει.

Και τούτο, διότι εάν αυτός υποχρεωθεί σε χρηματικές καταβολές, επειδή είναι βέβαιο ότι θα αδυνατεί να ας εκπληρώσει, θα οδηγηθεί αφενός στην, κατ' άρθρο 11 παρ. 2 του ως άνω νόμου, έκπτωση του από τη ρύθμιση και αφετέρου η απαίτηση της πιστώτριας, κατ' άρθρο 11 παρ. 3 του ίδιου νόμου θα επανέλθει στο ύψος στο οποίο θα βρίσκονταν αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση της παρ. 1 του άρθρου 4 του νόμου αυτού.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, έσφαλε και επομένως όλοι οι λόγοι της έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και ουσιαστικά βάσιμοι και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολο της και στη συνέχεια, αφού το Δικαστήριο τούτο κρατήσει την υπόθεση και την εκδικάσει στην ουσία της, ακολούθως, πρέπει να την κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Συνεπώς, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα σ' αυτήν των άρθρων 8 παρ. 5 και 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 και πρέπει να οριστούν μηδενικές δόσεις όχι μόνον για τις επί πενταετία καταβολές, αλλά και για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, καθότι ο αιτών, είναι μακροχρόνια άνεργος, τα δε εισοδήματα του ανύπαρκτα, ενώ η υποχρέωση καταβολής μηνιαίων δόσεων θα οδηγούσε οε εξαθλίωση του αιτούντος γεγονός το οποίο θα παραβίαζε τη γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες για την υπόθεση ζήτημα του προσδιορισμού της κύριας κατοικίας του αιτούντος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν.

Ειδικότερα αν και δέχτηκε ότι το εξαιρεθέν από την εκποίηση ακίνητο ιδιοκτησίας του αιτούντος χρησίμευε ως κύρια κατοικία αυτού κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης, δεν αναφέρει με πληρότητα περιστατικά που θεμελιώνουν την παραδοχή αυτή, αναφορικά με τον τόπο, όπου ο αιτών έχει την κύρια και μόνιμη εγκατάστασή του, τον τόπο δηλαδή που έχει καταστεί, σύμφωνα με τη βούλησή του, το σταθερό κέντρο των βιοτικών του εν γένει σχέσεων.

Αντίθετα αναφέρει ότι ο αιτών εργαζόταν στην … κατά το παρελθόν ενώ κατά τον χρόνο άσκησης της αίτησης (στην οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, φέρεται κάτοικος ….) διαμένει με την μητέρα του στην πατρική του οικία στο …. Η παραδοχή αυτή έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή ότι το εξαιρεθέν κατά την παρ.2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 από την εκποίηση ακίνητο που βρίσκεται στα ….

αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και εν όψει του ότι σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα κανένας δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μια κύριες κατοικίες. Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, αφού η αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων πρώτου και τρίτου λόγων της, από τους αριθμούς 5 και 1 αντίστοιχα του άρθρου 560 ΚΠολΔ που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει το κεφάλαιο τούτο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών που διατυπώνονται με την ερευνώμενη αίτηση αναίρεσης και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της πληττόμενης απόφασης κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην εξαίρεση από την εκποίηση της φερομένης κυρίας κατοικίας του αιτούντος) πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο της αυτό και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 9-9-2019, αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Τράπεζα Eurobank Α.Ε.

Αναιρεί τη 115/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Και

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ