Legislator Case Law & Legislation
1032/2020 AI generated

1032/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1032/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1032/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1.Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Keywords

AI generated
unpaid work thirteenth-month salary service compensation excessive remuneration childcare allowance monthly pay
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1032 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1032/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας- αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." (όπως μετονομάσθηκε η εταιρία "..."), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ξανθούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του καθ' ου η κλήση- αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό .../7-11-2013. Εκδόθηκαν η 524/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης και αντέφεσης κατ' αυτής, η 1704/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 976/28-12-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, όπου έχει εγγραφεί μετά την από 14-1-2019 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από προηγηθείσα ματαίωση της συζήτησης, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την .../14-3-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου Β. Α., που με επίκληση προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου, με την οποία ορίσθηκε ως χρόνος για τη συζήτηση αυτής η 8-1-2019, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, καθώς και αντίγραφο της από 14-1-2019 κλήσης της αναιρεσείουσας, με την οποία ορίσθηκε νέα δικάσιμος η 17-9-2019 και κλήση για να παραστεί κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (19-11-2019), επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν παραστάθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο της ανωτέρω δικασίμου (19-11-2019), ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή και ενόψει του ότι η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (ΚΠολΔ 226 παρ.4), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 22-11-2017, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Γ. Δ. επί του επιδοθέντος αντιγράφου της, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την 28-12-2017, δηλαδή εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης (ΚΠολΔ 564 παρ.1), μη υπολογιζόμενων των ημερών από 22 έως και 27-12-2017, λόγω αναστολής των εργασιών του Εφετείου με την 90964/22-12-2017 (ΦΕΚ 4565 Β'/22-12-2017) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία, ως εκ της ευρύτητας της διατύπωσής της, καλύπτει και τη δικονομική προθεσμία άσκησης ενδίκου μέσου.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ συνάγεται ότι, αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από τον εργαζόμενο, εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα κύρια απασχόλησή του, ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του εργαζομένου που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργαζόμενο το συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους εργαζομένους που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1073/2018, ΑΠ 1329/2005).

Συνηθισμένος μισθός μπορεί να είναι και τα καθοριζόμενα από τις οικείες ΣΣΕ ή ΔΑ ή ΕΓΣΣΕ κατώτατα όρια μισθών ή και ποσοστό των μισθών αυτών, εφόσον συνηθίζεται η καταβολή του μισθού αυτού υπό τις αντίστοιχες συνθήκες (ΑΠ 929/2017). Όταν οι περισσότερες εργασίες του εργαζομένου παρέχονται όχι στον ίδιο αλλά σε διαφορετικούς εργοδότες, τότε δεν υπάρχει μικτή επαγγελματική απασχόληση, αλλά πρόκειται για παροχή δύο αυτοτελών και ανεξαρτήτων μεταξύ τους εργατικών σχέσεων του ίδιου εργαζομένου σε διαφορετικούς εργοδότες, εκτός εάν η παροχή από τον ίδιο εργαζόμενο της δεύτερης απασχόλησης γίνεται στο πλαίσιο σύμβασης δανεισμού των υπηρεσιών του.

Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί και στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες ένα τμήμα της εργασιακής δραστηριότητας του εργαζομένου παρέχεται σε άλλη επιχείρηση του αυτού εργοδοτικού ομίλου (ΑΠ 1580/2012). Ειδικότερα, στην περίπτωση δανεισμού εργαζομένου, ο οποίος, κατά τα άρθρα 648, 651 και 361 ΑΚ, προϋποθέτει παροχή των υπηρεσιών του τελευταίου για ορισμένο ή αόριστο χρόνο σε άλλο εργοδότη, με τη συμφωνία ή συναίνεση του εργαζομένου, η αρχική σύμβαση εργασίας παραμένει ενεργός και ο αρχικός εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει τις αποδοχές του μισθωτού, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία (ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 800/2014).

3.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΟλΑΠ 15/2006).

4.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 4-11-2013 και με αριθμό κατάθεσης .../7-11-2013 αγωγή, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι είναι κάτοχος πτυχίου οικονομικών του Πανεπιστημίου Πειραιά και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στα ευρωπαϊκά και διεθνή οικονομικά θέματα.

Ότι το Μάιο του 2009 οι τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, Ν. και Κ. Κ., του πρότειναν να ασχοληθεί με την οργάνωση και στελέχωση του ομίλου των εταιριών τους. Ότι, με εντολή του Ν. Κ., νομίμου εκπροσώπου των δύο πρώτων εναγομένων εταιριών, καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και της πρώτης εναγομένης, μητρικής εταιρίας του ομίλου, η από 27-5-2009 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας θα παρείχε τις υπηρεσίες του ως σύμβουλος διοίκησης, εργαζόμενος επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ ώρες ημερησίως, με μηνιαίες αποδοχές 5.005,73 ευρώ.

Ότι από την επόμενη της υπογραφής της σύμβασης παρείχε τις υπηρεσίες του σε όλες τις εταιρίες του ομίλου, μελετώντας τα οικονομικά στοιχεία όλων των εταιριών, για τα οποία ενημέρωνε τους Ν. και Κ. Κ.. Ότι λόγω των οικονομικών προβλημάτων και των διαφωνιών μεταξύ των μετόχων της δεύτερης εναγομένης, δέχθηκε εντολή καθημερινής παρουσίας αλλά και ελέγχου της τελευταίας.

Ότι η καθημερινή αναγκαστική ενασχόληση στη δεύτερη εναγομένη γινόταν παράλληλα και επιπρόσθετα με την παροχή υπηρεσιών προς όλες τις εταιρίες του ομίλου και ότι παρά την αδιάλειπτη παρουσία και συμμετοχή του στην πορεία όλων των εταιριών, τον Ιανουάριο του 2012, με εντολή του Ν. Κ., ο όμιλος προέβη στη μείωση των αποδοχών του κατά ποσοστό 20%, χωρίς τη συγκατάθεσή του, με αποτέλεσμα οι μηνιαίες αποδοχές του "ως αυτές εισπράττονταν κατά το τυπικό από τη δεύτερη των εναγομένων" να μειωθούν κατά το ποσό των 1.001 ευρώ το μήνα.

Ότι το Σεπτέμβριο του 2012, λόγω σοβαρών γεγονότων, παραιτήθηκε η διοίκηση της δεύτερης εναγομένης και μετά από παρότρυνση των τρίτου και τετάρτου των εναγομένων και τη διαβεβαίωση ότι θα ελάμβανε πρόσθετη αμοιβή, δέχθηκε να αναλάβει καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου αυτής και στη συνέχεια η γενική συνέλευση των μετόχων προέβη στο διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου, του οποίου εκλέχθηκε μέλος και ανέλαβε καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου αυτής.

Ότι τον Ιανουάριο του 2013, λόγω του ότι δεν του καταβλήθηκε αμοιβή για την πρόσθετη αυτή απασχόληση, ζήτησε την αντικατάστασή του, η οποία δεν υλοποιήθηκε παρά τις υποσχέσεις του Κ. Κ. και τελικά παραιτήθηκε από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου τον Ιούνιο του 2013, με επακόλουθο την απόλυσή του την 27-7-2013.

Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως την 30-8-2012, δεν παρείχε μόνο συμβουλευτικό έργο στη δεύτερη εναγομένη στο πλαίσιο της αρχικής σύμβασης, αλλά ουσιαστικά παρείχε σε αυτή με άτυπη σύμβαση εργασίας υπηρεσίες γενικού διευθυντή, για τις οποίες δεν του καταβλήθηκε αμοιβή, παρά τις υποσχέσεις του νομίμου εκπροσώπου αυτής ότι θα λάβει τη νόμιμη αμοιβή, ούτε για τη θητεία του ως διευθύνοντος συμβούλου και μέλους του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης εναγομένης, από το Σεπτέμβριο του 2012 έως και Ιούνιο 2013, του καταβλήθηκε η συνηθισμένη αμοιβή.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος, ζήτησε, μεταξύ άλλων, 1) να υποχρεωθούν οι πρώτη, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 22.022,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στη μείωση των αποδοχών του κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως και Ιούλιο 2013, και 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, α) ως αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του γενικού διευθυντή στη δεύτερη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 30-8-2012, το ποσό των 160.000 ευρώ (ήτοι 60.000 + 60.000 + 40.000 ευρώ ανά έτος, αντίστοιχα), και β) ως αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του διευθύνοντος συμβούλου από το Σεπτέμβριο 2012 έως και Ιούνιο 2013, το ποσό των 80.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο τα ανωτέρω ποσά από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 524/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στον ενάγοντα, η μεν πρώτη το ποσό των 22.022,00 ευρώ, η δε δεύτερη το ποσό των 160.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη στο σύνολό της ως προς τους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων και κατά τα λοιπά αιτήματα ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες.

Κατ' αυτής άσκησαν έφεση οι δύο πρώτες εναγόμενες και αντέφεση ο ενάγων, επί των οποίων εκδόθηκε η 1704/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και αφού δικάσθηκε εκ νέου κατά το μέρος αυτό, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τη δεύτερη εναγομένη και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 87.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του ως γενικού διευθυντή κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2010 έως 30-8-2012.

5.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1704/2017 ως άνω απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη: Ότι οι εναγόμενες εταιρίες έχουν ως αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας, η μεν πρώτη, με την επωνυμία "...

ΑΕ", την αγορά ακινήτων, με σκοπό τη μεταπώληση, την εκμίσθωση ή την ανέγερση επ' αυτών κτιρίων και κατοικιών, με σκοπό την εκμετάλλευσή τους, η δε δεύτερη, με την επωνυμία "...", την εμπορία λευκών ειδών, στρωμάτων και ειδών κατοικίας και ανήκουν σε όμιλο εταιριών με ιδρυτές ή μετόχους τα μέλη της οικογένειας του Κ.

Κ.. Ότι η πρώτη εξ αυτών είναι μητρική εταιρία, η δε δεύτερη θυγατρική και νόμιμος εκπρόσωπος αυτών είναι ο τρίτος εναγόμενος, Ν. Κ.. Ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι κάτοχος πτυχίου του τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, με ευρύτερες γνώσεις στο γνωστικό αντικείμενο των διεθνών και ευρωπαϊκών θεμάτων και έχοντας δεκαετή προϋπηρεσία σε τραπεζικά ιδρύματα, την 27-5-2009, προσλήφθηκε από την πρώτη των εναγομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σε αυτή καθώς και στις λοιπές εταιρίες του ομίλου τις υπηρεσίες του, ως συμβούλου της διοίκησης, αντί μηνιαίων αποδοχών 5.005,73 ευρώ.

Ότι η πρόσληψη του ενάγοντος υπαγορεύθηκε, αφενός από τις ανάγκες της εργοδότριας εταιρίας για τον έλεγχο των οικονομικών και τη λειτουργική και διοικητική οργάνωση της επιχείρησης αυτής και αφετέρου από τις εξειδικευμένες γνώσεις σε οικονομικά θέματα, καθώς και από τη σχέση εμπιστοσύνης που τον συνέδεε με τους μετόχους και το νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης από προηγούμενη συνεργασία τους.

Ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης, ο ενάγων παρακολουθούσε την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης και τις εν γένει εταιρικές υποθέσεις και συνέβαλε, με τις προτάσεις του προς τη διοίκηση της εργοδότριάς του, στη χάραξη της επιχειρησιακής της πολιτικής, στην εποπτεία και στον έλεγχο της επενδυτικής της δραστηριότητας και των εν γένει εργασιών, προσέτι δε εκπροσωπούσε αυτή και τους μετόχους της κατά την κατάρτιση και τροποποίηση των δανειακών και εν γένει επιχειρησιακών συμβάσεων.

Ότι στο πλαίσιο της ίδιας σύμβασης, ο ενάγων προσέφερε αντίστοιχες προς τις ανωτέρω υπηρεσίες και σε θυγατρικές εταιρίες της πρώτης εναγομένης, όταν η τελευταία το έκρινε αναγκαίο, μεταξύ των οποίων και στη δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα). Ότι ο ενάγων, στο πλαίσιο της ανωτέρω εργασιακής σύμβασης, κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2009 έως και το Μάρτιο του 2010, παράλληλα με τις υπηρεσίες του προς την πρώτη εναγομένη, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως σύμβουλος διοίκησης και στη δεύτερη εναγομένη.

Ότι από την ενασχόλησή του, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, με τα οικονομικά, τη λειτουργική και διοικητική οργάνωση της δεύτερης εναγομένης και τις εν γένει εταιρικές υποθέσεις αυτής, διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, ανύπαρκτη διοικητική οργάνωση, καταβολή υπερβολικά υψηλών αποδοχών των διοικητικών και διευθυντικών στελεχών αυτής, υψηλές λειτουργικές δαπάνες της επιχείρησης, για τις οποίες ο ενάγων πρότεινε τη μείωσή τους.

Ότι από τις ανωτέρω διαπιστώσεις και τις, για την αντιμετώπισή τους, προτάσεις του ενάγοντος προς τη διοίκηση της δεύτερης εναγομένης, διαταράχθηκαν οι σχέσεις των μελών του ΔΣ και του Γενικού Διευθυντή αυτής, ο οποίος την 24-3-2010 παραιτήθηκε από τη θέση του και αποχώρησε από τη δεύτερη εναγομένη. Ότι στη θέση του παραιτηθέντος Γενικού Διευθυντή, η τελευταία προσέλαβε τον ενάγοντα, λόγω των εξαιρετικών προσόντων του ως οικονομολόγου, της πολυετούς εμπειρίας του, κατά τα ανωτέρω, της γνώσης των εταιρικών υποθέσεων από την προηγούμενη ενασχόλησή του ως σύμβουλος διοίκησης αυτής και της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης της στο πρόσωπό του, με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση την οποία ο ενάγων προσέφερε σε αυτή υπηρεσίες με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή της επιχείρησης, κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2010 έως 30-8-2012 και όχι από αρχές του έτους 2010, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ίδιος.

Ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ο ενάγων ασκούσε καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της επιχείρησης και εποπτείας του προσωπικού της, επηρεάζοντας αποφασιστικά τις αποφάσεις του ΔΣ αυτής ως προς τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, καθώς και τη διοικητική και λειτουργική της οργάνωση.

Ότι μισθός για την εν λόγω εργασιακή απασχόληση του ενάγοντος, η οποία κατά τις συνηθισμένες περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό (ΑΚ 649), δεν συμφωνήθηκε, οπότε αυτός δικαιούται το συνηθισμένο μισθό (ΑΚ 653), δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε μισθωτούς με την ίδια ειδικότητα, τις ίδιες ιδιότητες και τα ίδια προσόντα, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες για την ίδια εργασία και ο οποίος, λαμβανομένης υπόψη και της οικονομικής κρίσης που επικρατούσε στην Ελλάδα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, εξαιτίας της οποίας μειώθηκαν οι αποδοχές όλων των εργαζομένων και η κάθε λογής επιχειρηματική δραστηριότητα, ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως.

Ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (από 1-4-2010 έως 30-8-2012), ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του συμβούλου της διοίκησης στην πρώτη εναγομένη και να αμείβεται από αυτή, καθώς επίσης προσέφερε υπηρεσίες συμβούλου διοίκησης και σε θυγατρικές εταιρίες της τελευταίας, στο πλαίσιο της καταρτισθείσας μεταξύ τους, κατά τα ανωτέρω, εργασιακής σύμβασης.

Ότι με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης, της κοινής πείρας και λογικής και των συναλλακτικών ηθών, από τη φύση των ανωτέρω παρεχομένων υπηρεσιών του ενάγοντος προς την εργοδότριά του, δεύτερη εναγομένη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους της επιχείρησης, τη θέση του Γενικού Διευθυντή της επιχείρησης που κατείχε, σε συνδυασμό με τα εξαιρετικά προσόντα που διέθετε και την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη της εργοδότριάς του, ο ενάγων έφερε το χαρακτήρα του διευθύνοντος υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης και εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας και, επομένως, ουδεμία ακυρότητα της εν λόγω σύμβασής του προκαλείται από το γεγονός ότι αυτός, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με την πρώτη των εναγομένων.

Ότι δικαιούται ο ενάγων για την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των 87.000 ευρώ (3.000 € Χ 29 μήνες), το οποίο αρνείται να του καταβάλει η δεύτερη εναγομένη εργοδότριά του. Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά παραδοχή της έφεσης των εναγομένων εταιριών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς αυτές (που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή) και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη και τη δέχθηκε εν μέρει ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, κατά τα ανωτέρω (με αριθμό 4).

6.Με τις ανωτέρω παραδοχές και την κρίση ότι ο ενάγων προσέφερε υπηρεσίες και στη δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), θυγατρική εταιρία της πρώτης εναγομένης (που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη), δυνάμει άτυπης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως γενικός διευθυντής, κατέχοντος θέση διευθύνοντος υπαλλήλου και ότι για την πρόσθετη αυτή εργασία, ενόψει του ότι δεν συμφωνήθηκε η καταβολή μισθού, οφείλεται ο συνηθισμένος μισθός, τον οποίο προσδιόρισε στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η πρώτη εναγομένη (μητρική εταιρία) τον είχε προσλάβει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως σύμβουλο διοίκησης, με τη συμφωνία να προσφέρει παράλληλα υπηρεσίες συμβούλου διοίκησης και στις θυγατρικές εταιρίες αυτής, με μηνιαίες αποδοχές 5.005,73 ευρώ, και ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβασης προσέφερε τις υπηρεσίες του ως σύμβουλος διοίκησης και σε θυγατρικές εταιρίες της πρώτης εναγομένης, μεταξύ των οποίων και η δεύτερη εναγομένη και να αμείβεται από την πρώτη με βάση την καταρτισθείσα μεταξύ τους από 27-5-2009 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (η οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, προέβλεπε οκτάωρη ημερήσια απασχόληση σε πενθήμερη βάση), στη συνέχεια δέχεται ότι προσλήφθηκε από τη δεύτερη εναγομένη ατύπως, ως γενικός διευθυντής, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2010 έως 30-8-2012, χωρίς να διευκρινίζει γιατί καταρτίσθηκε η εργασιακή αυτή σύμβαση και το είδος των επιπλέον υπηρεσιών που προσέφερε στο πλαίσιο λειτουργίας της, αφού ήδη με την πρώτη σύμβαση παρείχε υπηρεσίες ως σύμβουλος διοίκησης και στη δεύτερη εναγομένη, για τις οποίες αμειβόταν από την πρώτη εναγομένη.

Με τις ανωτέρω παραδοχές, δημιουργούνται αμφιβολίες περί του αν ο ενάγων παρείχε αυτοτελώς τις υπηρεσίες του προς τη θυγατρική εταιρία, στο πλαίσιο σύμβασης δανεισμού των υπηρεσιών του, ή παρείχε πρόσθετες υπηρεσίες στο πλαίσιο λειτουργίας της πρώτης σύμβασης με τη μητρική εταιρία και καθίσταται έτσι ασαφές το αποδεικτικό πόρισμα.

Περαιτέρω, δεν διαλαμβάνει παραδοχές περί του αν απασχολείτο καθημερινά ή όχι με την ιδιότητα του γενικού διευθυντή στη δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) και αν η απασχόληση αυτή παρεχόταν εντός του ωραρίου, νομίμου ή συμβατικού, της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που είχε συνάψει με την πρώτη εναγομένη (για την οποία, σημειωτέον, ουδεμία αναφορά γίνεται ως προς το ημερήσιο ωράριο και τις ημέρες εβδομαδιαίας απασχόλησης).

Ωσαύτως, δεν διαλαμβάνει παραδοχή για το πόσες ώρες διαρκούσε η πρόσθετη ημερήσια εργασία, ώστε με κριτήριο το συνηθισμένο για την παροχή αυτής καταβαλλόμενο μισθό να εξευρεθεί η ποσοστιαία συμπληρωματική αμοιβή, που δικαιούται να λάβει για την εργασία αυτή. Ακόμη, δέχεται το Εφετείο ότι ο συνηθισμένος μισθός που δικαιούται ο ενάγων, για τις υπηρεσίες που προσέφερε ως γενικός διευθυντής στην ήδη αναιρεσείουσα, ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως, χωρίς να αναφέρει αν για τη συγκεκριμένη εργασία προβλεπόταν ή όχι νόμιμος μισθός, ούτε διαλαμβάνει παραδοχές σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του ανωτέρω ποσού ως του συνηθισμένου μισθού, ενόψει του ότι ο ενάγων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές 5.005,73 ευρώ (οι οποίες από Ιανουάριο του 2012 μειώθηκαν κατά 1.001 €), για τις υπηρεσίες που προσέφερε ως σύμβουλος διοίκησης στην πρώτη εναγομένη και σε όλες τις θυγατρικές εταιρίες αυτής, μεταξύ των οποίων και η δεύτερη εναγομένη.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, όπως αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως με την παρούσα απόφαση (ΚΠολΔ 562 παρ.4, όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015), είναι βάσιμος.

7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη ως προς τη δεύτερη εναγομένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1704/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2020. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ