Supreme Court dismisses appeal regarding road status, ruling private enclosure invalidates public road presumption.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court decision denying the recognition of a road as public. The appellant argued that the road existed for public use before the Civil Code, but the court found no evidence of such use or enclosure by the opposing party. The court ruled that the road lacked the necessary characteristics of public utility and was effectively enclosed by the private owner, thus failing to meet legal requirements for public road status.
Legislator headnote
AI generatedArticles 369, 966, 967, 968, 972, 1033, 1192 of the Civil Code; The court must determine if a road qualifies as public based on actual public utility and usage, and private enclosure negates the presumption of public road status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1032 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1032/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Φ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευτυχία Μέξη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ι. συζύγου Ν. Α., το γένος Β. Λ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καραΐσκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2011 αγωγή και την από 4-10-2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Μάσσητος και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 802/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-3-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 παρ.1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, κοινόχρηστα δε πράγματα είναι τα προοριζόμενα για εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, τα οποία χρησιμοποιεί ευρύτερος, αόριστος, αλλά όχι κατ' ανάγκη απεριόριστος αριθμός προσώπων.
Οι οδοί, με βάση το άρθρο 1 του ΠΔ της 25/28.11.1929 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων για την κατασκευή και συντήρηση οδών" διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος, καθορίζουν τη διαδικασία η οποία απαιτείται να τηρηθεί, για να χαρακτηρισθεί μία οδός ως εθνική ή επαρχιακή.
Ο χαρακτηρισμός όμως μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής συνιστά, σύμφωνα με το άρθρο 4 του αυτού Προεδρικού Διατάγματος, ζήτημα πραγματικό, γιατί ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό την ανωτέρω ιδιότητα. Έτσι η οδός χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών", εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας, που δημιουργούνται μέσα στα διοικητικά όρια αυτών.
Από καμία διάταξη της κειμένης νομοθεσίας, και ιδιαίτερα των σχετικών με τους ΟΤΑ νόμους, δεν καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία και δεν παρέχεται στα όργανα των Δήμων αρμοδιότητα για το χαρακτηρισμό τέτοιων οδών, η δε εκδιδομένη από το Δημοτικό (πλέον) Συμβούλιο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής, δεν έχει καμμιά νομική συνέπεια, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη.
Επί του ζητήματος του χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή πρώην κοινοτικής αποφαίνονται τα πολιτικά δικαστήρια. Περαιτέρω οι δημοτικές ή πρώην κοινοτικές οδοί και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος, μεταξύ άλλων, και με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (VETUSTAS), την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν του ΑΚ Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (Ν.3 Πανδ. (43.7) Ν2 παρ.8 Πανδ. (39.3) Ν.28 Πανδ. (22.3), πλήν όμως διατηρήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσεως, εφόσον, πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα χρόνια, δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Μετά την εισαγωγή του ΑΚ μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, αν δηλαδή ο κύριος άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση "ανεχόμενος ή πολύ περισσότερο, επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως". Τούτο ειδικότερα μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως δημοτική ή πρώην κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία ή ακόμη και την από το ίδιο άρθρο (ΑΚ 281) ένσταση του γενικού δόλου (EXCEPTIO DOLI GENERALIS) κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια όμως ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο ΟΤΑ με χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου (ΑΠ 954/2017, ΑΠ 1426/2015, ΑΠ 652/2016).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ και όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το ν.4335/2015 (άρθρο 1 άρθρο τρίτο) και κατά την παρ.1 αυτού, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ευθεία παράβαση του οποίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 6 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 293/2018).
Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους (περιοριστικά) αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 1370/2008, ΑΠ 600/2007).
Εν προκειμένω στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή περί προσβολής της προσωπικότητάς του, αποδίδεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αιτίαση ότι αυτό έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία η αναιρεσίβλητη δεν αναφέρει στις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι τα προσκομίζει και επικαλείται, και ειδικότερα τα υπ' αριθμ.
….16/19.09.1984 και 50/11.01.1985 έγγραφα του Πολεοδομικού Γραφείου ….. καθώς και τα σχετικά έγγραφα δανείου. Ο λόγος αυτός, ο οποίος εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11β' ΚΠολΔ (και όχι του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατ' ορθή εκτίμηση) είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναίρεση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την περί αναγνωρίσεως κοινοχρήστου δημοτικής οδού αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία οδός είχε αποκτήσει κατά τους ισχυρισμούς του την ιδιότητα αυτή κατά την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα του ΒΡΔ, άλλως γιατί είχε αφεθεί από τους κυρίους της στην κοινή χρήση από 80ετίας πριν από την άσκηση της αγωγής. "...
Από τα επαναπροσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, ωστόσο, ουδόλως προέκυψε ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του επίδικου τμήματος υπό στοιχείο "Πάροδος Τμήμα Ι" του συνημμένου στην ένδικη αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς. Ειδικότερα η εν λόγω δίοδος περιγράφεται ως δημοτική πάροδος στους πρόσφατους (υπ' αριθ. 4321/26.02.2007 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και υπ' αριθ. 4319/21.02.2007 συμβόλαιο γονικής παροχής της ψιλής κυριότητας) τίτλους του εκκαλούντος (και ήδη αναιρεσείοντος), ενώ αντίθετα δεν γίνεται αναφορά σε τοιαύτη δίοδο ή δημοτική πάροδο στον τίτλο κτήσης της δικαιοπαρόχου παρέχουσας μητέρας του εκκαλούντος (υπ' αριθ.
….83/21.05.1962 συμβόλαιο αγοράς), όπως και στους τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων πολιτών του, Π. σύζυγο Ε. Α. το γένος Μ. Ε. και Μ. Ε. του Μ. (υπ' αριθ. ….70/1998 και ….75/1998 πράξεις αποδοχής κληρονομίας), πριν τη διόρθωση τους με την ως άνω υπ' αριθ. ….20/23.02.2007 πράξη διόρθωσης για τη μεταβίβαση στον εκκαλούντα. Εξάλλου, στα συμβόλαια των όμορων ιδιοκτητών περιγράφεται ως δημοτική δίοδος το τμήμα
ΙΙ του συνημμένου στην ένδικη αγωγή τοπογραφικού, σύμφωνα με τον προσανατολισμό των ακινήτων και τις πλευρικές τους διαστάσεις. Η αναφορά της υπάρξεως μικράς παρόδου - διόδου (στενωπού) στον τίτλο κτήσης της εφεσίβλητης (και ήδη αναιρεσίβλητης) του 1979, χωρίς εξάλλου να χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική ή κοινόχρηστη, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη κοινόχρηστης παρόδου από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δοθέντος μάλιστα ότι ουδεμία αναφορά σε δίοδο υπάρχει στον τίτλο της δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης του έτους 1920 (υπ' αριθ.
….42/26.12.1920 συμβόλαιο). Από κανένα από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους μέσα δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του ήδη εκκαλούντος περί του χαρακτήρα ως κοινοχρήστου οδού της εδαφικής λωρίδας, επιφανείας 16,14 τ.μ. ..., που διέρχεται από τη νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου του στο δυτικό όριο του ακινήτου της εφεσίβλητης, διότι δεν απεδείχθη η πρόσληψη του τοιούτου χαρακτήρα σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη.
Περαιτέρω δεν απεδείχθη η συνδρομή και των προϋποθέσεων της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas), αφού η ένορκη βεβαίωση της Α. χήρας Ε. Σ. το γένος Π. και Δ. Φ., καλύπτει χρονικό διάστημα 60 ετών από τη βεβαίωση (2013), που δεν αρκεί για τη θεμελίωση της από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, ενώ και η μαρτυρία της ότι από τότε που αυτή το θυμάται (έχει γεννηθεί το 1908) το δρομάκι ήταν ανοιχτό και ελεύθερο στον κόσμο, σε όλους τους γείτονες και τους επισκέπτες τους και στους κατοίκους του ….., δεν αρκεί για τη θεμελίωση του αγωγικού ισχυρισμού, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, για δε το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας απαιτείται αυτό να είχε τον ως άνω χαρακτήρα δύο γενιές προ της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα (23.02.1946) δηλαδή προ 80 ετών ήτοι το έτος 1866, όπερ δεν απεδείχθη κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα εν προκειμένω.
Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το χαρακτήρα της ως κοινόχρηστης δημοτικής η πάροδος προσέλαβε με το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, καθόσον διέρχονταν από αυτήν κάτοικοι και επισκέπτες της περιοχής από αμνημονεύτων ετών και είχε παραδοθεί στην κοινή χρήση κατά τον ταχθέντα προορισμό της και μάλιστα όχι μόνο η σημερινή γενιά επί μια συναπτή 40ετία αλλά και η προηγούμενη γενιά για μια επίσης 40ετία, ενώ κατά την ανωμοτί κατάθεση του ισχυρίστηκε ότι τουλάχιστον 40 χρόνια υπήρχε ο δρόμος.
Ωστόσο, ενόψει του ότι ο θεσμός της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας δεν αναγνωρίζεται από τον ΑΚ, για την εφαρμογή του πρέπει οι παραπάνω (δημιουργικές) προϋποθέσεις να είχαν ολοκληρωθεί μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ στις 23.02.1946, που εν προκειμένω δεν αποδεικνύεται... Περαιτέρω, και η διενεργήσασα την αυτοψία Ειρηνοδίκης δεν διαπίστωσε κατά το χρόνο αυτής (28.11.2013) την ύπαρξη κοινόχρηστου δρόμου στα όρια των ιδιοκτησιών των διαδίκων.
Σύμφωνα με την έκθεση αυτή το έδαφος στο τμήμα 1 (επίδικο) και 2 της παρόδου έχει την ίδια μορφή, δηλαδή έχουν τσιμέντο,... Επίσης, από την ανωμοτί εξέταση της εφεσίβλητης προέκυψε ότι τα παλαιότερα χρόνια, όταν οι αυλές των σπιτιών ήταν ακόμη απερίφρακτες, κάποιοι εκ των ιδιοκτητών των κατά μήκος της επίδικης παρόδου ακινήτων, διέρχονταν χάριν συντομίας μέσα από την αυλή της γιαγιάς της εφεσίβλητης (και δικαιοπαρόχου αυτής), Ε.
χήρας Δ. Κ., ήτοι και μέσα από το επίδικο, και ακολούθως μέσα από την αυλή του απώτερου δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος Μ. Ε., προκειμένου να εξέλθουν σε έτερο δημόσιο δρόμο κείμενο βορείως του οικοδομικού τετραγώνου. Η διέλευση αυτή γινόταν περιορισμένα από κάποιους παρόδιους ιδιοκτήτες εν αγνοία της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, ή έστω κατ' ανοχή της για λόγους καλής γειτονίας, όπως συνέβαινε τότε στις κοινότητες.
Από το γεγονός όμως αυτό δε συνάγεται σε καμία περίπτωση θέληση της εφεσίβλητης ή των δικαιοπαρόχων αυτής να αφεθεί το επίδικο στην κοινή χρήση με την εγκατάλειψη της νομής του, ώστε η εκ των υστέρων ενέργεια της εφεσίβλητης να μην παρίσταται καταχρηστική. Προς τούτο, ουδέποτε ο εκκαλών έκανε χρήση του επίδικου ούτε διερχόταν μέσω αυτού με δεδομένο ότι δεν υπάρχει πρόσβαση σε αυτό από τις ιδιοκτησίες του.
Εξάλλου, από τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης ότι "σε αυτό το δρομάκι περνούσαν πριν 80 χρόνια... διότι συνεχίζοντας την εξέταση της η εφεσίβλητη καταθέτει σαφώς ότι "Ο Ε. τους άφηνε λόγω καλών σχέσεων. Περνούσε η μαμά μου, η γιαγιά μου μόνο. Δεν ήταν διάβαση. Περνούσαν μια στις τόσες, αν δε κατά το συλλογισμό του εκκαλούντος από την εξέταση της εφεσίβλητης προέκυπτε η ύπαρξη κοινόχρηστου δρόμου, ο ίδιος δε θα προέβαινε σε οικοδόμηση μέσα σε κοινόχρηστο δρόμο, καθόσον η διέλευση συνεχιζόταν μέσα από την ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου του...
Με βάση τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι δεν υφίσταται δίοδος παρά της οποίας να διερχόταν ο εκκαλών και δη να φέρει το χαρακτήρα της κοινοχρήστου οδού, η δε επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης, ώστε η ενέργεια της εφεσίβλητης, ήτοι η τοποθέτηση της δίφυλλης σιδερένιας πόρτας, αποτέλεσε άσκηση πράξεως προστατευτικής της προρρηθείσας ιδιοκτησίας της και δεν προσέβαλλε την προσωπικότητα του εκκαλούντο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος (αναιρεσείοντος). Με αυτά που δέχθηκε, ότι δηλαδή η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, αφού έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο δεν φέρει το χαρακτήρα της κοινόχρηστης οδού και συνεπώς δεν ετίθετο θέμα προστασίας του αναιρεσείοντος στη χρήση αυτού έναντι της αναιρεσίβλητης.
Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ακολούθως το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις περί της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (VETUSTAS), καθόσον από τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και συνακόλουθα οι προϋποθέσεις των επικαλουμένων και αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων περί χαρακτηρισμού από τα πολιτικά δικαστήρια μιας οδού ως δημοτικής.
Ειδικότερα, από τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν υφίσταται κάποιο στοιχείο μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων που να υποδηλώνει την ύπαρξη δρόμου 80 χρόνια πριν από την ισχύ του ΑΚ ή στο μεταγενέστερο χρόνο, ενώ το επίδικο περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία της εναγομένης, στην οποία αυτή το περιέκλεισε τοποθετώντας σιδερένια δίφυλλη πόρτα και συνακόλουθα δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού (αναγνωρίσεως) του επιδίκου ως κοινόχρηστου δρόμου.
Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού τα πραγματικά περιστατικά που με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, δεν πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερθεισών διατάξεων. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι το επίδικο δεν έχει αποκτήσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου δρόμου κατά τις επίμαχες διατάξεις, αφού δεν χρησιμοποιείτο κατά τον απαιτούμενο χρόνο για διέλευση από αόριστο αριθμό δημοτών αλλά τούτο ανήκε στην ιδιοκτησία της εναγομένης που το περιέκλεισε σ' αυτήν, και απλώς με την ανοχή της τα παλαιότερα χρόνια, χρησιμοποιείτο από τους δημότες του ….., χωρίς όμως η χρήση αυτή να του προσδίδει την ιδιότητα του κοινοχρήστου.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τις διατάξεις του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η επίκληση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών", το άρθρο 20 παρ.3 του οποίου, εισάγοντας εξαίρεση στην παρ.1 του ίδιου άρθρου που απαγορεύει τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων με ιδιωτική βούληση, επιτρέπει τη διατήρηση των κοινόχρηστων χώρων (οδοί, πλατείες κ.λπ.), που σχηματίσθηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν την ισχύ του άρθρου αυτού, που ορίζεται από την ισχύ του ΒΔ της 4/16.1.1924 (ήτοι από 1.3.1924) (ΑΠ 954/2017) στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι συνέτρεξε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων αυτών, οι οποίες ορθά δεν εφαρμόσθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, ούτε ήταν εφαρμοστέες.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, ο οποίος (αναιρεσείων), λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ.183, 176 και 180 παρ.1 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07.03.2018 αίτηση του Δ. Φ., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 802/2017 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ