Legislator Case Law & Legislation
1032/2018 AI generated

1032/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1032/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1032/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1032 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1032/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ... ΑΕ", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται για την "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως, της αρχικώς ως άνω αναιρεσείουσας.

Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Β. Σ. - Κ., κατοίκου ..., ως μοναδικής κληρονόμου της αποβιωσάσης στις 17-5-2014 Μ. Α. Ρ. (αρχικής διαδίκου), η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2007 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Μ. Α. Ρ. και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4811/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4367/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20-8-2014 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 53/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη της συζήτηση ως προς την ήδη αποβιώσασα Μ. Α. Ρ., αναίρεσε δε ως προς τους λοιπούς εκεί αναιρεσιβλήτους την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση μόνο ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη με την από 7-7-2016 κλήση της καλούσας.

Εκδόθηκε η 562/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 15-6-2017 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα - καλούσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης διάβασε την από 6-11-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4367/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - καλούσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ' Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο μέσον της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος.

Αν απευθύνεται κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκουσίως ρητώς, με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης, είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ' αυτόν του λόγου διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου και πρέπει να επιδοθεί στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσόμενης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της ένδικης αίτησης αναίρεσης (20-11-2015) δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο η έβδομη των αναιρεσιβλήτων, Μ.

Ρ., ενώ δεν προέκυπτε νομότυπη κλήτευσή της. Έτσι με την 53/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν, ως προς την οποία χωρίσθηκε η υπόθεση ενόψει της απλής ομοδικίας των αναιρεσιβλήτων και ακολούθως, ως προς τους λοιπούς τούτων, προχώρησε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου, που στηρίζει την πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ακολούθως η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2016 κλήση της, απευθυνόμενη κατά της Β. Σ. - Κ., φερομένης κατ' αυτήν ως μοναδικής κληρονόμου της προαναφερομένης αναιρεσίβλητης Μ. Ρ., επανέφερε προς συζήτηση την αίτηση αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 27-1-2017, επικαλούμενη ότι η τελευταία, απεβίωσε την 17-5-2014, δηλαδή πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, γεγονός το οποίο όπως ισχυρίσθηκε πληροφορήθηκε την 1-4-2015, με την επίδοση προς αυτήν από τους πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων και την παραπάνω φερόμενη ως κληρονόμο της αναιρεσιβλήτου Μ.

Ρ. εγγράφου περί εκχώρησης απαίτησής τους, που αφορά την ένδικη υπόθεση και θεωρώντας διακοπείσα τη δίκη, επέσπευσε για την παραπάνω δικάσιμο (27-1-2017). Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την 562/2017 απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-8-2014 αιτήσεως περί αναιρέσεως της 4367/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς την καθ' ης η κλήση, Β.

Σ. - Κ., επειδή δεν προέκυπτε ο θάνατος και ο χρόνος θανάτου της παραπάνω αναιρεσίβλητης, καθώς και η ιδιότητα της καθ' ης η κλήση ως μοναδικής κληρονόμου αυτής και ο τρόπος κληρονομικής διαδοχής, αλλά και γιατί δεν προσκομιζόταν αποδεικτικό επίδοσης της κλήσης για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, καίτοι η παραπάνω φερόμενη ως κληρονόμος της αναιρεσίβλητης, δεν εμφανίσθηκε.

Ήδη η αναιρεσείουσα - καλούσα με την από 15-6-2017 κλήση, απευθυνόμενη κατά της Β. Σ. - Κ., επαναφέρει (επισπεύδει) και πάλι προς συζήτηση την από 20-8-2014 αίτησή της περί αναιρέσεως της 4367/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, γνωστοποιώντας τον χρόνο του θανάτου της αρχικής διαδίκου -αναιρεσίβλητης, Μ. Ρ., που είχε επέλθει την 17-5-2014, δηλαδή πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και το γεγονός ότι η καθ' ης η κλήση είναι μοναδική κληρονόμος αυτής, γεγονότα που πληροφορήθηκε η καλούσα το πρώτον την 1η-4-2015 με την επίδοση προς αυτήν από τους πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων και την καθ' ης η κλήση, του από 30-3-2015 εγγράφου τους, περί εκχωρήσεως της αγωγικής απαιτήσεώς τους οποιουδήποτε ποσού ήθελε επιδικασθεί αμετάκλητα μετά των τόκων και εξόδων (βλ.

προσκομιζόμενα από 20-11-2017 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ..., από 20-11-2017 πιστοποιητικού οικογενειακής καταστάσεως της άνω αποβιωσάσης και το από 30-3-2015 έγγραφο - εκχώρηση απαίτησης). Κατά τη συζήτηση της κρινόμενης από 20-8-2014 αιτήσεως αναιρέσεως, την προκειμένη δικάσιμο, η αναιρεσείουσα - καλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ", εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται για την "...", νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση δι' απορροφήσεως της αρχικώς ως άνω αναιρεσείουσας, ενώ η αναιρεσίβλητη - καθ' ης η κλήση Β. Σ. - Κ., με την ιδιότητά της ως μοναδικής κληρονόμου της αποβιωσάσης στις 17-5-2014 Μ.

Α. Ρ. (αρχικής διαδικου) δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και αυτή κλητεύθηκε από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα - καλούσα νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατ' αυτήν, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως, την προκειμένη δικάσιμο (βλ. προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 10358β/19-7-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ.

Π.).

Συνεπώς, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Από το συνδυασμό διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των οποίων ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά το άρθρο 16 παρ. 4 του ίδιου νόμου "Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία...".

Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές... ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση". Κατά το άρθρο 26 παρ. 4 αυτού "Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του νόμου αυτού "Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι:

Ρ-1... Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας... Η αυτή πινακίδα που τοποθετείται σε άλλα σημεία, πλην κόμβου, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος στη θέση της πινακίδας και μη εκ νέου εκκίνηση μέχρις ότου βεβαιωθεί ο οδηγός του ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο". Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ίδιου νόμου "1.

Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν έφεση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά της 4811/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσίαν αγωγή της αποβιωσάσης Μ. Α. Ρ., στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η ήδη αναιρεσίβλητη καθ' ης η κλήση και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, κατ' αυτής και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που αυτοί υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της πρώτης και συγγενούς των λοιπών Γ. Ρ., σε τροχαίο ατύχημα μεταξύ του υπ' αρ. κυκλοφορίας ..., το οποίο οδηγούσε ο ως άνω θανών, και του υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα, επί πλέον δε στην πρώτη ενάγουσα και αποζημίωση καθώς και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, που υπέστη από τον τραυματισμό της κατά το εν λόγω ατύχημα.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της τυχόν παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου τούτων και του επελθόντος αποτελέσματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 8-11-2006 και περί ώρα 23.25 ο Γ.

Ρ. οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του επί της οδού ... με κατεύθυνση προς την παλαιά εθνική οδό (Π.Ε.Ο.) Κορίνθου - Πατρών με την οποία διασταυρώνεται στο ύψος του 18.700 χλμ. αυτής την και από δεξιά για τον κινούμενο επί της Π.Ε.Ο. και κατευθυνόμενο προς Πάτρα. Στο ως άνω σημείο ο δρόμος είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, του οποίου τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με κατά μήκος διαγράμμιση αποτελούμενη από δύο συνεχείς διαχωριστικές γραμμές.

Η ως άνω διαγράμμιση διακόπτεται στο ύψος της διασταύρωσης αυτής με την κάθετο οδό ... και συνεχίζει μετά το τέλος αυτής και πάλι ως διπλή διαχωριστική. Κατά τον ανωτέρω σημειούμενο τόπο και χρόνο, ήταν νύκτα, στο σημείο υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, οι οδοί ήταν ευθείες οριζόντια, το οδόστρωμα σε αμφότερες τις οδούς ήταν άσφαλτος - ξηρή, η κυκλοφορία των οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, η ορατότητα στις ως άνω οδούς δεν περιοριζόταν και γενικά επικρατούσε καλοκαιρία, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος ορίζεται σε 50 χιλ.

ανά ώρα. Κατά τον ανωτέρω σημειούμενο χρόνο, ο Γ. Ρ. όταν έφθανε στη συμβολή των οδών αυτών, όπου υπάρχει πινακίδα με την ένδειξη SΤΟΡ για τους χρησιμοποιούντες την οδό ... και προτιθέμενος να εισέλθει με αριστερή στροφή στην Π.Ε.Ο. και να καταλάβει το προς ... ρεύμα κυκλοφορίας της, ακινητοποίησε, ως όφειλε, το αυτοκίνητό του, προκειμένου να ελέγξει και τις δύο κατευθύνσεις της Π.Ε.Ο.

Αφού έλεγξε την κυκλοφορία αρχικά στο ρεύμα πορείας προς Πάτρα, διαπιστώνοντας ότι μέσα στο ορατό πεδίο, το οποίο ήταν ελεύθερο σε απόσταση περίπου 80 μέτρα, δεν εκινείτο επί του οδοστρώματος της οδού κάποιο όχημα, ξεκίνησε, με φυσιολογική ταχύτητα για τις περιστάσεις, να διασχίζει την ως άνω οδό (Π.Ε.Ο.) και ενώ διενήργησε αριστερή στροφή για να συνεχίσει την πορεία του προς ...

και ήδη είχε διασχίσει το ρεύμα πορείας της οδού προς Πάτρα και είχε εισέλθει τουλάχιστον με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του στο ρεύμα πορείας προς ..., ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο κατά το χρόνο του ατυχήματος ετύγχανε ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες του κυρίου, οδηγού και κατόχου του στη δευτέρα εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα και υπό επήρεια οινοπνεύματος (σε ποσοστό 1,00 και 1,00 mg/lt εκπνεόμενου αέρα και 1,95 g ανά λίτρο αίματος) όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν πρωτ.

…10/2435/27-12-2006 έκθεση αίματος της ΕΛ.ΑΣ), επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του, στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του οχήματος που οδηγούσε ο Γ. Ρ. στο ύψος μεταξύ του εμπρόσθιου αριστερού τροχού και αριστερής πόρτας. Υπό τα πλήρως ως άνω αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επιβεβαιώνονται πλήρως από την προσκομισθείσα έκθεση αυτοψίας της πάραυτα επιληφθείσης αρμοδίας τροχαίας στην οποία μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι στο ρεύμα πορείας προς ...

αποτυπώθησαν ίχνη χαραγής μήκους 8,60 μ., η οποία συνοδεύεται και από πρόχειρο σχεδιάγραμμα αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Π. Μ. και Π. Τ., αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού αποτελεσμάτων τυγχάνει ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οποίος από έλλειψη προσοχής και σύνεσης την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και από ανεπιτηδειότητά του περί την οδήγηση, δεν είχε τοΝ πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του, έτσι ώστε ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, σε συνδυασμό με την κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν, να μην αντιληφθεί εγκαίρως και από ικανή απόσταση το επιβατικό φορτηγό, το οποίο εκινείτο καθ' όλα σύννομα ως προελέχθη, κατά παράβαση των άρθρων 12 § 1, 16 § 1, 4, 19 § 1, 2, 3, 20 § 1 και 42 § 1 του Κ.Ο.Κ.

Κατά συνέπεια η προβληθείσα από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (άρθρο 300 του Α.Κ.) ένσταση συνυπαιτιότητας που αφορά την ευθύνη του Γ. Ρ., στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος ελέγχεται απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο συναφής πρώτος λόγος εφέσεως της εκκαλούσης - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του ΚΟΚ, εκ πλαγίου, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα: Α) Δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο το ορατό πεδίο του οδηγού του ΙΧΦ Γ. Ρ., από το σημείο της διασταύρωσης προς τα αριστερά του στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πάτρα ήταν περίπου 80 μέτρα, εφόσον οι οδοί ήταν ευθείες και υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός.

Ήτοι, εάν πέραν της απόστασης αυτής ακολουθούσε στροφή (ελαφρά ή απότομη), ώστε να μπορεί να κριθεί εάν, πράγματι και δικαιολογημένα αυτός δεν αντιλήφθηκε ούτε τα φώτα του κινουμένου επί της οδού ... ΙΧΕ. Β) Καίτοι δέχεται ότι ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν αντελήφθη από ικανή απόσταση το επιβατηγό φορτηγό, δεν διευκρινίζει γιατί από την ίδια "ικανή" απόσταση ο οδηγός του φορτηγού δεν αντελήφθη το ΙΧΕ αυτοκίνητο, ώστε να μην εκκινήσει από το STOP.

Γ) Δεν καθορίζει το ακριβές σημείο της ένδικης σύγκρουσης επί του οδοστρώματος, ήτοι σε ποιο ρεύμα πορείας έλαβε χώρα αυτή και σε πόση απόσταση από τη διασταύρωση και από τη διαχωριστική γραμμή, προκειμένου να αποσαφηνισθεί η απόσταση που διήνυσε με μέση κανονική ταχύτητα το ΙΧΦ, που οδηγούσε ο Γ. Ρ.. Δ) Δεν προσδιορίζει ποια ήταν, κατά προσέγγιση, η αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, με την οποία οδηγούσε το ΙΧΕ ο πρώτος εναγόμενος, έτσι ώστε να μπορεί να διακριβωθεί, εάν το ως άνω όχημα ήταν δυνατόν να καλύψει την απόσταση των 80 περίπου μέτρων στο χρονικό διάστημα των λίγων δευτερολέπτων, κατά το οποίο ο οδηγός του ΙΧΦ πραγματοποιούσε στροφή προς τα αριστερά.

Τα στοιχεία αυτά είναι ουσιώδη, προκειμένου να κριθεί εάν υπήρξε αμέλεια του θανόντος (αποκλειστική ή συγκλίνουσα), εάν δηλαδή αυτός αντιλήφθηκε από απόσταση την κίνηση του ΙΧΕ, χωρίς να υπολογίσει την ταχύτητά του, και ξεκίνησε πριν βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει ακίνδυνα, με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση των δύο οχημάτων, ή εάν, αντιθέτως, δεν βαρύνει τον τελευταίο κανένα πταίσμα, διότι ενήργησε κατά νόμο, διέκοψε την πορεία του οχήματός του πριν από τη διασταύρωση, έλεγξε την κυκλοφορία των αυτοκινήτων στην Π.Ε.Ο.

Κορίνθου - Πατρών, δεν είδε το όχημα του εναγομένου, διότι αυτό βρισκόταν εκτός του ορατού του πεδίου, και μετά ξεκίνησε, η δε σύγκρουση επήλθε λόγω της υπερβολικής ταχύτητας και της έλλειψης προσοχής του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που κάλυψε απόσταση μεγαλύτερη των 80 μέτρων πριν ο θανών με το αυτοκίνητό του εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

και απομακρυνθεί από την διασταύρωση. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με την δεύτερη και τρίτη αιτίαση του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, που διατυπώνονται με την ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους διαδίκους της προκείμενης αναιρετικής δίκης, ήτοι ως προς την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και την Β.

Σ. - Κ., ως μοναδικής κληρονόμου της έβδομης αναιρεσίβλητης, Μ. Α. Ρ., που απεβίωσε στις 17-5-2014 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Η άνω αναιρεσίβλητη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα, διότι η επιστροφή του έχει ήδη, διαταχθεί με την 53/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4367/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους διαδίκους της προκείμενης αναιρετικής δίκης, ήτοι την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία "...", ως καθολική διάδοχο της εταιρείας "... ΑΕ" και την Β. Σ. - Κ., μοναδική κληρονόμο της έβδομης αναιρεσίβλητης, Μ. Α. Ρ..

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ανωτέρω, προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την παραπάνω αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε ... στις 4 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ... σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ