1032/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1032/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1032 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1032/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 1460/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 2142/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.1 του π.δ. της 27-6/4-7-1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", η υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού επιτρέπεται α) μετά από προηγούμενη επίδοση στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας έγγραφης αναγγελίας ως προς την εκτέλεση υπερωριών, της οποίας θεωρημένο αντίγραφο πρέπει να αναρτάται σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας και β) με τον όρο ότι τηρείται από τον οικείο εργοδότη ειδικό βιβλίο υπερωριών με τον τύπο ημερολογίου, το οποίο πρέπει να θεωρείται από την αρμόδια επιθεώρηση εργασίας πριν από τη χρησιμοποίησή του (σύμφωνα με τις επί μέρους διατυπώσεις που καθορίζονται λεπτομερώς στην ίδια διάταξη, με χρήση, πλέον, και της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, πρβλ.
ΑΠ 818/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.4 του ως άνω ν. δ. 515/1970, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. δ. 264/1973 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (έχει ήδη αντικατασταθεί με το άρθρο 74 παρ.11 του ν. 3863/2010), με αποφάσεις του αρμόδιου υπουργού, που εκδίδονται κάθε φορά ύστερα από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, επιπλέον των για κάθε κατηγορία επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχολήσεως, σε περιπτώσεις εργασίας επειγούσης φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως αναγκαία ως μη επιδεχομένη αναβολής.
Για την κατά τα ανωτέρω υπερωριακή απασχόληση το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται αυξημένο κατά 75% (ήδη 60%). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν ο αρμόδιος υπουργός χορηγήσει άδεια εργασίας πέραν του επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου, η υπερωριακή απασχόληση των μισθωτών καθίσταται νόμιμη σε όλη την ποσοτική και χρονική έκτασή της.
Ως εκ τούτου, κατ' αρχήν και πλην αντιθέτου επιφυλάξεως κατά τη χορήγηση της άδειας, δεν απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότου τήρηση της υποχρεώσεως για επίδοση εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας, αφού η άδεια του υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από προϋποθέσεις και με διαδικασία που καθορίζεται στο νόμο, αποτελεί μείζονα εγγύηση για την προστασία των μισθωτών.
Η διαπίστωση του γεγονότος ότι η εκτέλεση της εργασίας, ως επειγούσης φύσεως, είναι απολύτως αναγκαία και δεν επιδέχεται αναβολή, ανήκει αποκλειστικά στην υπεύθυνη διοικητική αρχή, της οποίας η ουσιαστική κρίση δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 645/2013, ΑΠ 1160/2011). Από τις ίδιες διατάξεις, όμως, ουδόλως συνάγεται και το ότι η χορήγηση της άδειας απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση της τήρησης του ειδικού βιβλίου υπερωριών, η οποία εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό από την αναγγελία προς την επιθεώρηση εργασίας και είναι αναγκαίος όρος για τον εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων έλεγχο της συμμόρφωσης του εργοδότη προς τα ποσοτικά και χρονικά όρια της άδειας που προηγήθηκε.
2. Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων, εκεί εφεσίβλητος (και εκκαλών) και ήδη αναιρεσίβλητος, είχε προσληφθεί κατά το έτος 2001 από την εναγομένη, εκεί εκκαλούσα (και εφεσίβλητη) και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία παραγωγής και εμπορίας σκυροδέματος, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου, στο εργοστάσιό της που βρίσκεται στη Μεταμόρφωση Αττικής.
Ότι ο ενάγων είχε την υποχρέωση να καταρτίζει το ημερήσιο πρόγραμμα κίνησης των οχημάτων και απασχόλησης του αναγκαίου προσωπικού σ' αυτά, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που η εναγομένη αναλάμβανε έναντι των πελατών της για την παράδοση ετοίμου μπετόν, εργαζόμενος επί οκτάωρο, πέντε ημέρες την εβδομάδα και αμειβόμενος με αποδοχές που είχαν καθορισθεί συμβατικώς (αναφέρεται η εκάστοτε διαμόρφωση του βασικού του μισθού εντός του κρισίμου χρονικού διαστήματος, αλλά δεν ενδιαφέρει ενταύθα).
Ότι, στην πραγματικότητα, λόγω των επιτακτικών αναγκών της επιχείρησης και εν γνώσει της εναγομένης, ο ενάγων εργαζόταν κατά μεν τις καθημερινές ημέρες, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, επί 14 ώρες ημερησίως (ήτοι, από την 06:30 μέχρι την 20:00), κατά δε την έκτη ημέρα της εβδομάδος, επί τρία Σάββατα το μήνα, επί 8 ώρες (ήτοι, από την 07:00 μέχρι την 15:00).
Ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα ως άνω χρονικά όρια εργασίας διαμορφώνεται από την ένορκη κατάθεση και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, οι οποίες δεν αντικρούονται αποτελεσματικά από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο και, μάλιστα, από τις ηλεκτρονικές καρτέλες παρουσίας του προσωπικού.
Ότι οι καρτέλες αυτές "δεν αποτυπώνουν όλες τις ώρες απασχόλησης", διότι οι εργαζόμενοι, όπως και ο ενάγων, "δεν είχαν τη δυνατότητα να χτυπούν την κάρτα με τη λήξη της βάρδιας τους". Ότι καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι την απόλυση του ενάγοντος, η οποία επισυνέβη την 3-12-2009, η εναγομένη, κατά την εκκαθάριση της μηνιαίας μισθοδοσίας, κατέβαλλε στον ενάγοντα διάφορα χρηματικά ποσά ως αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, όπως προκύπτει από τις σχετικές καταστάσεις που φέρουν την υπογραφή του, αλλ' ότι τα συνολικώς καταβληθέντα δεν καλύπτουν το άθροισμα των αξιώσεών του για την αιτία αυτή.
Ότι η υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος υπήρξε παράνομη, διότι η εναγομένη "δεν τηρούσε τις νόμιμες διατυπώσεις". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές και με τις αναλυτικές σκέψεις που τις ακολουθούν υπό το διαδοχικώς ισχύσαν καθεστώς των νόμων 2874/2000 και 3385/2005, το εφετείο προχώρησε στον υπολογισμό αφ' ενός του συνολικού αριθμού των ωρών υπερωριακής απασχόλησης που είχε πραγματοποιήσει ο ενάγων μέσα στο ένδικο χρονικό διάστημα και αφ' ετέρου της πρόσθετης αμοιβής που δικαιούταν για τις ώρες αυτές ως χρόνο παράνομης ή κατ' εξαίρεση υπερωρίας.
Και αφού από το ποσό που προέκυψε (90.783,60 ευρώ) αφαίρεσε εκείνο που, κατά συνομολόγηση των διαδίκων, είχε καταβάλει η εναγομένη για την ίδια αιτία (61.853,45 ευρώ), έκρινε ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος ανέρχεται το ποσό των 28.930,15 ευρώ, ήτοι στο ύψος που είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως. Κατόπιν αυτού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση της εναγομένης κατά της τότε εκκαλουμένης 1460/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (όπως, άλλωστε, και την έφεση του ενάγοντος, με τις αντίστοιχες αιτιολογίες που αναφέρονται στο κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, αλλά δεν ενδιαφέρουν ενταύθα).
Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, διότι δεν κατέστησε σαφές εάν ο παράνομος χαρακτήρας των υπερωριών προέκυπτε από την παράλειψη της υποχρέωσης της εναγομένης να τηρεί κατά το χρόνο της πραγματοποίησής τους το κατά νόμο βιβλίο, είτε σε απλή είτε σε ηλεκτρονική μορφή, η μη τήρηση του οποίου δεν καλύπτεται από τη χορηγηθείσα άδεια του υπουργού ή από την παράλειψη της υποχρέωσης να προβεί προς την αρμόδια επιθεώρηση εργασίας στην αναγγελία της πραγματοποίησης υπερωριών, η μη διενέργεια της οποίας θα μπορούσε να έχει καλυφθεί από τη χορήγηση της άδειας, εφ' όσον σ' αυτή δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή ανάγνωσή του, επισημαίνεται η ασάφεια αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την εκδοχή ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη του κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού τις ημερήσιες, ηλεκτρονικές καρτέλες παρουσίας του ενάγοντος, από τις οποίες προέκυπτε με βεβαιότητα ο χρόνος προσέλευσης και αποχώρησης αυτού κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του στα γραφεία της εναγομένης και τις οποίες η τελευταία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο εξεταζόμενος λόγος ελέγχεται αβάσιμος, διότι από τις ουσιαστικές παραδοχές του μονομελούς εφετείου (βλ. παραπάνω, αρ.2) διαπιστώνεται χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τις εν λόγω καρτέλες ως προταθέν αποδεικτικό μέσο, αλλά απέκρουσε την αξιοπιστία τους. Περαιτέρω, όμως, με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, υπό την εκδοχή ότι το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνοντας υπ' όψη τις ηλεκτρονικές καρτέλες παρουσίας του ενάγοντος, παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους.
Και ότι η παραμόρφωση, σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, έγκειται στο ότι ενώ στις καρτέλες αυτές υπάρχει σε ημερήσια βάση μηχανική αποτύπωση του χρόνου προσέλευσης και αποχώρησης σε όλες τις ημέρες, κατά τις οποίες ο ενάγων πρόσφερε εργασία, το δικαστήριο της ουσίας κατά την αποδεικτική ανάγνωσή τους εξέλαβε ως περιεχόμενό τους το ότι ήσαν ασυμπλήρωτες.
Και ότι, κατόπιν αυτού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι καρτέλες δεν ήσαν αξιόπιστες και δεν μπορούσαν να χρησιμεύσουν ανταποδεικτικώς ως προς τον υπολογισμό του αληθούς χρόνου της ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος, με απώτερη συνέπεια να καταλήξει στην παραδοχή ότι ο ενάγων εργαζόταν επί 14 ώρες κάθε ημέρα και τρία Σάββατα το μήνα, ενώ αν τις είχε αναγνώσει ορθώς θα είχε κρίνει ότι η απασχόλησή του ήταν σημαντικά λιγότερη.
Από τις ουσιαστικές παραδοχές του μονομελούς εφετείου προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, πράγματι, ότι "οι καρτέλες αυτές δεν αποτυπώνουν όλες τις ώρες απασχόλησης, διότι οι εργαζόμενοι, όπως και ο ενάγων, δεν είχαν τη δυνατότητα να χτυπούν την κάρτα με τη λήξη της βάρδιας τους" (βλ. παραπάνω, αρ.2).
Η παραδοχή αυτή υποδηλώνει ότι οι καρτέλες παρέμεναν ασυμπλήρωτες ως προς την ένδειξη του χρόνου αποχώρησης. Από την επισκόπησή τους, όμως, προς διακρίβωση της βασιμότητας του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως (ΚΠολΔ 561 παρ.1), προκύπτει ότι οι επίμαχες καρτέλες είναι συμπληρωμένες, κατά κανόνα μηχανικά (από ειδικό μηχάνημα υπολογισμού του χρόνου) και ενίοτε με το χέρι.
Η χειρόγραφη συμπλήρωση του χρόνου απαντάται όχι μόνο στη λήξη της βάρδιας, αλλά και στην έναρξη. Και όπου γίνεται συμπλήρωση με το χέρι, υπάρχει δίπλα δυσανάγνωστη υπογραφή που φαίνεται ότι επιβεβαιώνει τη συμπλήρωση. Εν όψει, λοιπόν, του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός περί νοθεύσεως των καρτελών, το αληθινό περιεχόμενό τους είναι διαφορετικό από εκείνο, το οποίο δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε διαφορετική παραδοχή.
Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
4. Με τον τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, υπό την εκδοχή ότι το δικαστήριο της ουσίας α) χωρίς επαρκή αιτιολογία ή, πάντως, αντιφατικώς δέχθηκε ότι η εναγομένη είχε τόσο φόρτο εργασίας, ώστε να απασχολεί τον ενάγοντα κατά τις καθημερινές ημέρες επί 14 ώρες, ενώ κατά τα Σάββατα τον απασχολούσε μόνο 8 ώρες και β) κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι η αμοιβή του για την εργασία του Σαββάτου πρέπει να υπολογισθεί σύμφωνα με τον υπέρτερο, συμφωνημένο μισθό, ενώ ως αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904) θα έπρεπε να υπολογισθεί σύμφωνα με τον ελάχιστο νόμιμο μισθό. Ως προς το πρώτο μέρος του, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλήττει συγκαλυμμένα τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. Ως προς το δεύτερο μέρος του, όμως, ο λόγος είναι βάσιμος, διότι μόνο μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3846/2010, που δεν καταλαμβάνει το ένδικο χρονικό διάστημα, η αμοιβή της εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο περί των χρονικών ορίων της απασχόλησης του ενάγοντος και της εργασίας του κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτουμένου από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2142/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13η Ιουνίου 2017. Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15η Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ