1032/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1032/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που επακολούθησαν (Ολομ.ΑΠ 36/2007). Κατ' ακολουθίαν, εφόσον και οι εργαζόμενοι στην γεωργία (γεωργικοί μισθωτοί) διέπονται πλέον από τις Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ισχύουν και επ' αυτών οι διατάξεις για τα επιδόματα (δώρα) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων (ΥΑ 19040/1981 - ΦΕΚ 742 Β' της 9-12-1981), όπως και οι διατάξεις του Α.
Full text
Απόφαση 1032 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1032/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: M. S. του A. (Μ. Σ. του Α.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Δανιήλ - Καρπαθάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Π. και 2) Α. Μ. του Γ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Ασπρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1283/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2792/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 24-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου λόγου, κατά το δεύτερο μέρος του.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3239/1955 "περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κ.λπ.", όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 παρ. 12 του Ν. Δ. 3755/1957 "περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών κ.λπ.", ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για την ρύθμιση των όρων, συνθηκών και αμοιβής εργασίας των αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία απασχολουμένων μισθωτών, πλην εκείνων που υπηρετούν σε γεωργικές, κτηνοτροφικές εργασίες, που ασκούνται από εμπορικές επιχειρήσεις, ή από το Δημόσιο, ή από Ν.Π.Δ.Δ., ή εφόσον οι σχέσεις αυτών διέπονται ήδη από Σ.Σ.Ε., διαιτητικές αποφάσεις, υπουργικές αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις ή υπάγονται στην ασφάλιση του Ι Κ Α, ανεξάρτητα από την μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση.
Ομοίως, με το άρθρο 8 παρ. 3 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. "περί της εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων, αυξήσεως των ημερών αδείας αναπαύσεως των εργατών και καθιερώσεως 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών", η οποία δημοσιεύθηκε με την 11400/1710/4-3-1975 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ Β' 276) και κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, ως πληρούσα τους όρους του Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ορίσθηκε, κατ' επανάληψη της άνω διάταξης (άρθρ. 42 παρ. 3 Ν. 3239/1955), ότι στις διατάξεις αυτής (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.) δεν υπάγονται οι αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία, την αλιεία και τις δασικές εργασίες απασχολούμενοι, με εξαίρεση για τους αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων και την κτηνοτροφία απασχολούμενους, α) τους υπηρετούντες σε γεωργικές και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις, ασκούμενες από εμπορικές εταιρείες ή Ν.Π.Δ.Δ., β) τους διεπόμενους ήδη από Σ.Σ.Ε., Δ.Α., Υπουργικές Αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις και γ) τους υπαγόμενους στην ασφάλιση του Ι Κ Α, ανεξαρτήτως από τη νομική μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση στην οποία απασχολούνται.
Το παραπάνω εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς σε σχέση με τους όρους εργασίας και αμοιβής των αμέσως στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων απασχολουμένων μισθωτών, το οποίο διατηρήθηκε και με τις επακολουθήσασες μέχρι το έτος 1989 Δ.Α. και Ε.Γ.Σ.Σ.Ε περί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων μισθωτών απάσης της χώρας, μετέβαλε ο Ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 35 αυτού και την κατ' εξουσιοδότηση της ίδιας διατάξεως εκδοθείσα 12386/1990 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης, άρχισε να ισχύει από 8-5-1990.
Ειδικότερα, ο εν λόγω νόμος, στα άρθρα 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 περ. α' και 8 παρ. 1 εδ. α' αυτού, ορίζει ότι "Ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα της οικονομίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες, καθώς και οι κατ' οίκον εργαζόμενοι", ότι "οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας ..." και ότι "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας ...".
Εξάλλου, με το άρθρο 23 παρ. 1 περ. β' του ίδιου Ν. 1876/1990, καταργήθηκε ρητά η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 12 του Ν.Δ. 3755/1957. Επομένως, οι παραπάνω διατάξεις του Ν. 1876/1990, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, επεξέτειναν από τις 8-5-1990 τον θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και στους αμέσως εργαζόμενους στην γεωργία, ανεξαρτήτως από την υπαγωγή ή μη αυτών στην ασφάλιση του Ι Κ Α και την ιδιότητα του εργοδότη τους, υπάγοντας εφεξής και αυτούς στους κανονιστικούς όρους της εκάστοτε ισχύουσας εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ως προς τους οποίους ουδεμία πλέον ισχύ έχει η αντιθέτου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 της με το Ν. 133/1975 κυρωθείσας από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ούτε οι όμοιες διατάξεις των Δ.Α.
και Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που επακολούθησαν (Ολομ.ΑΠ 36/2007). Κατ' ακολουθίαν, εφόσον και οι εργαζόμενοι στην γεωργία (γεωργικοί μισθωτοί) διέπονται πλέον από τις Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ισχύουν και επ' αυτών οι διατάξεις για τα επιδόματα (δώρα) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων (ΥΑ 19040/1981 - ΦΕΚ 742 Β' της 9-12-1981), όπως και οι διατάξεις του Α.
Ν. 539/1945 για τις αποδοχές αδείας και του Ν. 4504/1966 για το επίδομα αδείας (ΑΠ 1322/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων αλλοδαπός (Αλβανός) υπήκοος εργάσθηκε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως γεωργικός εργάτης στην γεωργική επιχείρηση με κηπευτικά, που διατηρούν και εκμεταλλεύονται οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είναι σύζυγοι, στην περιοχή του ...
και στο ..., κατά το επίδικο από 6-6-1998 έως 6-5-2003 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο εφοδιάσθηκε και με την σχετική άδεια εργασίας, στη συνέχεια αποφάνθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσείων δεν δικαιούται τα επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, δεδομένου ότι οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και οι Σ.Σ.Ε.
δεν ισχύουν για τους μισθωτούς των γεωργοκτηνοτροφικών επιχειρήσεων και μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 1876/1990, εφόσον δεν έχει υπογραφεί κλαδική ή συλλογική σύμβαση εργασίας αυτών, ούτε δικαιούται να λάβει αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, καθόσον οι ένδικες αυτές αξιώσεις του ενάγοντος - αναιρεσείοντος στηρίζονται αποκλειστικά στις διατάξεις των άρθρων 666 και 667 Α Κ και δεν αποδείχθηκε ότι η εργασία που προσέφερε αυτός στους εναγομένους - αναιρεσιβλήτους εξαντλούσε σημαντικά τις παραγωγικές του δυνάμεις.
Έτσι το Εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμα τα κονδύλια της ένδικης αγωγής που αφορούσαν τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας, ενώ επικύρωσε την απόφαση αυτή ως προς την απορριπτική της διάταξη που αφορούσε τα κονδύλια της αγωγής για τα επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, και επομένως τόσο ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, όσο και ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως (κατά το συναφές πρώτο μέρος του), από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά τα κεφάλαια αυτής, που αφορούν τα αιτήματα της ένδικης αγωγής περί επιδικάσεως επιδομάτων (δώρων) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και αποδοχών άδειας (αναψυχής) και επιδόματος άδειας, για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων απασχολήθηκε στην γεωργική επιχείρηση των αναιρεσιβλήτων.
Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τα παραπάνω κεφάλαια, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2792/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα κεφάλαια αυτά, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ