Supreme Court allows airline employee's back pay claim, rejecting abuse of right defense due to public deficit context.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision dismissing an airline employee's claim for unpaid family allowances. The employee argued that the employer's financial distress and management mismanagement prevented payment, while the employer contended the claim constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The Court held that the employer's failure to pay was not an abuse of right because the public deficit was not the employee's fault and the employer could have anticipated the litigation since 1997.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.C.; Art. 576(2) C.P.D.; Art. 580(3) C.P.D.: The exercise of a right is not abusive merely due to long inactivity; it requires specific circumstances creating a reasonable belief that the right will not be exercised, and in cases involving public deficits and collective employee claims, the employer cannot shift the consequences of its own mismanagement to individual workers.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1032 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1032/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Θεοδώρα Ευσταθοπούλου.
Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 759/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7079/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/4/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 3/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και τρίτου και την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη .... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., ακριβές αντίγραφο της από 19/4/2005 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο και κλήσεως προς εμφάνιση κατ΄ αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με θυροκόλληση, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη. Επομένως αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρούσα και αυτή (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.
ΑΠ. 8/2001). Εξάλλου η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξιώσεως – μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί «πράγμα» που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή τους ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος απασχολείται στην αναιρεσείουσα ως ιπτάμενος φροντιστής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε να τους καταβληθεί το επίδομα τέκνων του χρονικού διαστήματος από 1.1.1994 έως 31.5.1999, το οποίο η αναιρεσείουσα δεν τους κατέβαλε, διότι το επίδομα αυτό κατεβάλλετο στη σύζυγό του, η οποία ήταν μισθωτός απασχολούμενη και αυτή ως διοικητική υπάλληλος στην αναιρεσείουσα.
Η τελευταία ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, πλην άλλων, προτείνοντας παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για λήψη του ενδίκου επιδόματος από τον αναιρεσίβλητο, την οποία ένσταση επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν εφέσεως της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι: 1) ο αναιρεσίβλητος αδράνησε να αξιώσει το επίδομα επί πολλά έτη, η δε αναιρεσείουσα ευλόγως πίστευε ότι δεν θα ασκούσε τη σχετική αξίωσή τους, 2) μολονότι στην έγγραφη μηνιαία ανάλυση της μισθοδοσίας περιείχετο πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο να εκφέρει τυχόν διαφωνίες τους επί των κονδυλίων της μισθοδοσίας, ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε διατύπωσε τέτοια διαφωνία, 3) σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, άλλων εκκρεμών και όσων αναμένεται βασίμως ότι θα ασκηθούν σχετικά με τη λήψη του ένδικου επιδόματος τέκνων θα επέλθει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά στην αναιρεσείουσα, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγίανσης των Ν. 2271/94 και 2602/98 με συνέπεια ότι η αναιρεσείουσα θα βρεθεί και πάλι προ του κινδύνου χρεωκοπίας.
Το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι ο αναιρεσίβλητος υπέγραψε εξοφλητικές αποδείξεις της μηνιαίας μισθοδοσίας τους χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία σχετικά με τη μη καταβολή του επιδόματος τέκνων σ' αυτόν, ως και ότι αδράνησε επί μακρόν διάστημα να αξιώσει την καταβολή του επιδόματος αυτού, απέρριψε όμως την παραπάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, διότι τα παραπάνω περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος.
Σχετικά με τις δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες που η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι θα προκαλέσει η ευδοκίμηση της κρινομένης αγωγής, ως και η συνεπακόλουθη ικανοποίηση παρομοίων αξιώσεων άλλων μισθωτών, που ανατρέπουν το πρόγραμμα οικονομικής εξυγίανσής της, το Εφετείο έκρινε ότι τα παραπάνω δεν δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών καταχρηστική.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 Α.Κ. Ειδικώτερα ενώ γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος υπέγραφε εξοφλητικές αποδείξεις για τη μηνιαία μισθοδοσία τους χωρίς να διατυπώσει ποτέ αντίρρηση, επιφύλαξη ή διαμαρτυρία, δεν αναφέρονται στη προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση ότι η παραπάνω συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου δεν έχει έννομη επιρροή ούτε θα μπορούσε να στηρίξει εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν θα ασκούσε το επίδικο δικαίωμα.
Επίσης, ενώ η πιθανή επιβάρυνση της αναιρεσείουσας από την καταβολή του επιδόματος τέκνων σε όλο το προσωπικό που δεν λαμβάνει το επίδομα αυτό, ανέρχεται σε σημαντικά ποσά, κρίνεται, παρά ταύτα, ότι αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι εξαιτίας της επιβαρύνσεως αυτής ανατρέπεται ο προϋπολογισμός, τα προγράμματα εξυγίανσης και ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός της αναιρεσείουσας.
Επομένως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, που εκτιμούνται ενιαίως ως αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Χρήστος Μπαλντάς, έχει την εξής γνώμη : Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, σε σχέση με τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αξιώσεως της αντιδίκου της ότι η λήψη επιδόματος τέκνων από την σύζυγο του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου μετά από σχετική κοινή δήλωση του ζεύγους προς την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα και η μη διατύπωση αντιρρήσεων από τον ενάγοντα (εκ γραφικής παραδρομής αναγράφεται ο αντίδικος της εναγομένης – αναιρεσείουσας ως ενάγουσα) εγγράφων αντιρρήσεων για το ύψος των αποδοχών του, πoυ λάμβανε βάσει μηνιαίων αποδείξεων πληρωμής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική αποδοχή από τον ενάγοντα της μη καταβολής του επιδόματος τα τέκνων και σ΄ αυτόν, αφού η απλή υπογραφή του ενάγοντος (κατά τη διάρκεια του ενδίκου χρονικού διαστήματος 1-1-1994 έως 31-3-1999), κάτω από τις μισθοδοτικές αποδείξεις, που τον καλούσε η εναγομένη να υπογράφει υπό τις πιο πάνω συνθήκες, δηλαδή η υπογραφή απλώς και μόνο για τη μισθοδοσία του και η μη προβολή αντιρρήσεών του μέσα σε χρόνο ενός διμήνου από την κάθε υπογραφή, δεν μπoρεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων περί παραιτήσεώς του από του δικαιώματός του για το μη καταβαλλόμενο επίδομα τέκνων, όταν μάλιστα ήταν γνωστή στην εναγομένη η οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος από σχετική γνωστοποίηση του τελευταίου.
Γι΄ αυτό και η υποβολή κοινής δηλώσεως των συζύγων για τη λήψη του από τον ένα του επιδόματος, εντασσόμενη στο ισχύον τότε νομοθετικό και νoμoλoγιακό ως άνω πλαίσιο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή να δημιουργήσει εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι δεν θα ασκήσει ποτέ το επίδικο δικαίωμα. 'Αλλωστε η παράλειψη της ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος δεν ωφείλεται σε αδράνεια του ενάγοντος, δηλαδή σε διαμόρφωση συμπεριφοράς εν γνώσει του δικαιώματός του, αλλά αφενός μεν στο ότι η ισχύουσα εσωτερική νομοθετική ρύθμιση προέβλεπε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στον ένα σύζυγο, αφετέρου δε στην τότε υπάρχουσα αρνητική στάση της νομολογίας των δικαστηρίων ως προς την αναγνώριση της απονομής του επιδόματος αυτού και στους δύο συζύγους.
Εύλογο. επομένως, ήταν για μεν τον ενάγοντα, να θεωρήσει περιττή την υποβολή καθ΄ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα αιτήματος ή αντιρρήσεων για τη χορήγηση του επιδίκου επιδόματος τέκνων και σ΄ αυτόν, για δε την εναγομένη να μην της δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να ασκήσει το ως άνω δικαίωμά του.
Όσον αφoρά στις επαχθείς οικονομικές συνέπειες, που ισχυρίζεται η εναγομένη ότι θα της προκαλέσει η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής και πολλών άλλων ομοίων αγωγών για παρεμφερείς αξιώσεις που αναμένεται με βεβαιότητα ότι θα ασκήσουν και πολλοί άλλοι εργαζόμενοι σε διάφορους κλάδους και κατηγορίες εναντίον της, πρέπει να σημειωθεί ότι τις συνέπειες του παγίως ελλειμματικού προϋπολογισμού της, αποτέλεσμα κατά μεγάλο μέρος της κακοδιαχείρισης της Διοίκησης, με δεδομένο ότι έως την 31-12-1998 υφίστατο συσσωρευμένο τέτοιο έλλειμμα ύψους 65.154.675.048 δρχ., δεν μπορεί να τις φέρουν οι εργαζόμενοι, όπως εδώ ο ενάγων.
Η επιβάρυνση, που ισχυρίζεται η εναγομένη ότι θα υποστεί από την άσκηση και ευδοκίμηση της πλειάδας αγωγών που ανατρέχουν στο έτος 1994, η οποία θα διαταράξει και θα ανατρέψει κάθε πρόγραμμα εξυγίανσής της, και αν ακόμη έχει κάποιες επιπτώσεις στην όλη οικονομική υπόσταση της εναγομένης ως εταιρίας κοινής ωφελείας, οι επιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να αποδοθούν και να συσχετιστούν με την προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος και της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της εναγομένης.
Επομένως δεν δικαιολογεί τη μη καταβολή του επίδικου επιδόματος, αφού την κάλυψη του ελλείμματος αναλαμβάνει το Δημόσιο και δεν είναι επιτρεπτό τις συνέπειες αυτές να τις επιβαρυνθεί ο ενάγων εργαζόμενός της και το λοιπό προσωπικό της με την απόκρουση του σχετικού ως άνω δικαιώματός τους. Σε κάθε περίπτωση η εναγομένη μπορούσε με τα αρμόδια όργανά της να προβλέψει από το έτος 1997 την πιθανότητα εγέρσεως των ως άνω αγωγών και να ρυθμίσει τον τρόπο εκπλήρωσης των σχετικών υποχρεώσεών της προς τους εργαζομένους σ΄ αυτή, δεδομένου ότι με την υπ' αριθμ.
Ολ ΑΠ 15/1997 απόφαση είχαν κριθεί ως αντισυνταγματικές οι διατάξεις που απέκλειαν τη χορήγηση ολόκληρων των οικογενειακών επιδομάτων και στους δύο συζύγους, έτσι ώστε να αποφευχθεί η επικαλούμενη απ' αυτή μεγάλη επιβάρυνση του προϋπολογισμού της από τις συσσωρευμένες αναδρομικές αξιώσεις υπαλλήλων της.
Απέρριψε δε τον εν λόγω ισχυρισμόν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε εκ πλαγίου ή ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού οι παραπάνω αιτιολογίες και σαφείς είναι και επαρκείς, ώστε να επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως αυτής, δικαιολογούν δε την μη εφαρμογή του κανόνος δικαίου αυτού, αφού πράγματι υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα αυτά πραγματικά περιστατικά η αξίωση του ενάγοντος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
΄Επρεπε συνεπώς να απορριφθούν οι σχετικοί από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως. Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τον άνω λόγο, παρελκούσης της ερεύνης του ετέρου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 7079/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ