Legislator Case Law & Legislation
1031/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for perjury and moral complicity due to lack of specific reasoning and misapplication of law.

Case Number 1031/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by three defendants against a first-instance judgment convicting them of perjury and moral complicity. The defendants argued the lower court lacked specific reasoning and misapplied criminal law provisions regarding their guilt. The court rejected these claims, finding the first-instance judgment sufficiently reasoned and correctly applied the relevant statutes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510 para. 1 lit. d' and e' of the Code of Criminal Procedure; The appeal based on lack of specific reasoning and misapplication of substantive criminal law is inadmissible if the first-instance judgment contains adequate justification and correct legal application.

Keywords

AI generated
perjury moral complicity lack of reasoning misapplication of law criminal appeal Code of Criminal Procedure dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 224 para. 1 and 98 of the Penal Code
Article 46 para. 1, 94, 98 and 224 para. 1 of the Penal Code
Article 473 para. 3 lit. a of the Code of Criminal Procedure
Article 462, 464, 466 para. 1 and 473 para. 2 and 3, 474 para. 1, 4, 504 para. 1 and 505 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 para. 1 lit. d' and e' of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1031 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1031/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παρασκευή Τσούμαρη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 171/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Εισηγήτρια και Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Θ. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., 2. Ε. Σ. του Α., κατοίκου ... και 3. Χ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τέρπο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 593/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Β. Κ. συζ. Σ. Κ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 8.1.2025 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 8-1-2025 αίτηση των 1) Θ. Ζ. του Χ. 2) Ε. Σ. του Α. και 3) Χ. Ζ. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθ.593/2024 απόφασης του δικάσαντος κατ'έφεση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, το οποίο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τους δύο πρώτους για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση (άρθρα 224 παρ.1 και 98 του ΠΚ) και τον τρίτο για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή (άρθρα 46 παρ.1, 94, 98 και 224 παρ.1 του ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτούς ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, στον καθένα εκ των δύο πρώτων κατηγορουμένων και συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών στον τρίτο, τις οποίες ανάστειλε επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, επί κοινού δικογράφου, ενώπιον του γραμματέα του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάχθηκαν οι υπ' αριθ.1, 2 και 3/9-1-2025 εκθέσεις κατάθεσης) και εμπρόθεσμα (καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο, κατά το άρθρο 473 παρ.3 εδ.α' του ΚΠΔ, βιβλίο στις 20.12.2024), σύμφωνα με τα άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1 και 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ.1, 4, 504 παρ.1 και 505 παρ. 1 ΚΠΔ και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ) και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 στ.Ε' του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Σημειώνεται επίσης ότι, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 8-2-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα του ΑΤ Γουμένισσας, Κ.

Δ., για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκε στην παρασταθείσα για την υποστήριξη της κατηγορίας στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, Β. Κ., νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 155 παρ. 2 και 166 του ΚΠΔ, η υπ' αριθ.... από 6-2-2025 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να εμφανισθείστη δικάσιμο της 14-3-2025, οπότε αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης, με την υπ' αριθ.444/2025 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση (9-5-2025), όπου συζητήθηκε η προαναφερόμενη από 8-1-2025 αίτηση των αναιρεσειόντων, πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίστηκε, ενώ δεν απαιτείται νέα κλήτευσή της για την παρούσα δικάσιμο, παρόλο που δεν ήταν παρούσα όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή (άρθρο 515 παρ.1 β'ΚΠΔ), η συζήτηση της παρούσας υπόθεσης, όμως, πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1(ψευδής κατάθεση) του ν. ΠΚ (Ν.4619/2019 που ισχύει από 1-7-2019) "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή.", Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προηγούμενου ΠΚ, στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανωμοτί κατάθεση) του προηγούμενου ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος απαιτείται:

α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέτει.

Η κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε.

Εκτός από τα στοιχεία αυτά, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, απαιτείται υποκειμενικώς άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι τα στοιχεία που κατέθεσε σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει (ΑΠ 775/2020).

Υπάρχει, όμως, αιτιολογία του δόλου, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψευδές των κατατεθέντων θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών (ΑΠ 150/2023, ΑΠ 1044/2021, ΑΠ587/2020).

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του ΠΚ "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς: α) η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία πρόκληση μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή της επιρροής λόγω της ιδιότητας και της θέσης ή και της σχέσης του με αυτόν (φυσικό αυτουργό) κλπ., β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής.

Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή, της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών.

Αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 ΠΚ και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 του εν λόγω Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται, αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή, αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος, που να αποκλείει τον καταλογισμό.

Από αυτά παρέπεται, ότι το αξιόποινο ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ, μη υφισταμένου αντικειμενικώς του εν λόγω εγκλήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας (ΑΠ 635/2023, ΑΠ 543/2022, ΑΠ 48/2020, ΑΠ 1887/2019].

Εξάλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε(ΑΠ 635/2023, ΑΠ 465/2010).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Από την ανωτέρω διάταξη, που έχει θεσπιστεί προς τον σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, στην οποία (συρροή) το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Οι μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ` εξακολούθηση έγκλημα, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και η παραγραφή των κατ` ιδίαν μερικότερων πράξεων, επί του ανωτέρω εγκλήματος της παραγράφου 1, είναι αυτοτελής έναντι των άλλων (ΑΠ 590/2024).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 132/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 25/2020). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ, όταν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά.

Ωστόσο, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 482/2023).Κατά δε το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Ε` του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 129/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθ.593/2024, απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, δικάζοντας κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων(ανωμοτί εξέταση της παραστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα και την έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά σε συνδυασμό με τις απολογίες των πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων)ότι, αναφορικά με την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες αυτοί καταδικάσθηκαν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά λέξει, πραγματικά περιστατικά: "αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σε αυτούς και αναφερόμενες ειδικότερα στο διατακτικό αξιόποινες πράξεις ο καθένας αντίστοιχα.

Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι η εγκαλούσα και ήδη παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας (Β. Κ.) και ο τρίτος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων, Χ. Ζ.), συνδέονται με συγγένεια εξ αγχιστείας καθόσον ο υιός της εγκαλούσας και η κόρη του κατηγορουμένου είναι σύζυγοι και αναπτύχθηκε μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης.

Ο τρίτος κατηγορούμενος ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ως αυτοκινητιστής με αντικείμενο δραστηριότητας την εκμετάλλευση αυτοκινηταμαξών (για τη μεταφορά οχημάτων) διαθέτοντας ιδιόκτητα φορτηγά αυτοκίνητα. Η παριστάμενη για την υποστήριξη της κατηγορίας είχε στην κυριότητά της ένα λεωφορείο ενταγμένο στο ΚΤΕΛ Κιλκίς.

Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις ο τρίτος κατηγορούμενος διαβεβαίωνε την παριστάμενη για την υποστήριξη της κατηγορίας ότι η εκμετάλλευση των φορτηγών αυτοκινήτων αποφέρει μεγαλύτερα έσοδα από την εκμετάλλευση του λεωφορείου και ότι ο ίδιος θα τη βοηθούσε στη διαχείριση και εκμετάλλευση μαζί με τα δικά του.

Κατόπιν αυτών, η παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας, πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις του τρίτου κατηγορουμένου, το 2006 πώλησε το λεωφορείο και αγόρασε από το τίμημα δύο αυτοκινητάμαξες, την εκμετάλλευση και διαχείριση των οποίων, κατόπιν προφορικής συμφωνίας, ανέλαβε ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος θα τα ενέτασσε στην επιχείρησή του μαζί με τα δικά του οχήματα και θα απέδιδε στην παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας κάθε μήνα τα καθαρά έσοδα , ο δε τρίτος κατηγορούμενος θα εισέπραττε ως αμοιβή το ποσό των 800 ευρώ το μήνα.

Ειδικότερα κατά τη συμφωνία τους, ο τρίτος κατηγορούμενος όφειλε κάθε μήνα, μετά την αφαίρεση -από το σύνολο των εσόδων- των εξόδων διαχείρισης-εκμετάλλευσης και της αμοιβής του ύψους 800 ευρώ μηνιαίως, το εναπομείναν χρηματικό ποσό που αποτελούσε τα καθαρά έσοδα από την εκμετάλλευση των φορτηγών να τα αποδίδει στην παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας.

Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας ο τρίτος κατηγορούμενος προέβαινε σε όλες τις ενέργειες προκειμένου για την εκμετάλλευση των αυτοκινηταμαξών στο όνομα της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας και μέχρι και το έτος 2010, της κατέβαλε μηνιαίως χρηματικά ποσά από 3.000 έως 5.000 ευρώ, ως κέρδη που προέρχονταν από την εκμετάλλευση των δύο αυτοκινηταμαξών, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις των καταθέσεων στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας στην Εμπορική Τράπεζα.

Παράλληλα παρέδιδε στην τελευταία άτυπες καταστάσεις εσόδων -εξόδων σε απλή εκτύπωση από τον υπολογιστή του και όχι από τις επίσημες καταστάσεις που υποβάλλονταν στην εφορία, σημειώνεται δε ότι μεταξύ των τηρούμενων λογιστικών βιβλίων και των καταστάσεων που παρέδιδε στην παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας υπήρχαν διαφορές και συγκεκριμένα στις άτυπες καταστάσεις δεν καταχωρούνταν όλα τα έσοδα.

Η παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας δεν είχε πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία τα οποία διαχειριζόταν ο τρίτος κατηγορούμενος ενώ καθόλο το διάστημα λειτουργίας της σύμβασης δεν προέβη σε έλεγχο ή διασταύρωση της ακρίβειας -ορθότητας των αποδόσεων αυτών, λόγω της οικογενειακής-συγγενικής σχέσης που τους συνέδεε και της σχέσης εμπιστοσύνης, δεν αμφέβαλε για την ορθότητά τους έχοντας την πεποίθηση ότι ο τρίτος κατηγορούμενος εκτελεί με εντιμότητα τις υποχρεώσεις από τη μεταξύ τους σύμβαση.

Από τα τέλη του 2010 και έκτοτε ο τρίτος κατηγορούμενος άρχισε να αποδίδει ολοένα και λιγότερα κέρδη ανά μήνα, επικαλούμενος ότι ο κύκλος των εργασιών έχει περιοριστεί και τα εκτελούμενα δρομολόγια είχαν αντιστοίχως μειωθεί. Επίσης, περί τα τέλη του έτους 2011 η παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας άρχισε να δέχεται οχλήσεις από ιδιώτες και υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ., Ι.Κ.Α.) για οφειλές προερχόμενες από την εκμετάλλευση των δύο οχημάτων της και συγκεκριμένα περί τα τέλη Νοεμβρίου 2011 από τη Γ' Δ.Ο.Υ.

Λάρισας για οφειλή λόγω μη κατάθεσης ΦΠΑ του 2ου και 3ου τριμήνου, ύψους 28.000 ευρώ , το Δεκέμβριο του 2011 από το Ι.Κ.Α. Λάρισας για οφειλή ύψους 28.000 ευρώ λόγω μη καταβολής των εισφορών εργαζομένων οδηγών των φορτηγών ιδιοκτησίας της προκειμένου να προβεί σε διακανονισμό αυτής και επίσης το Δεκέμβριο του 2011 της επιδόθηκε διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κατερίνης με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον Δ.

Σ. το ποσό των 7.458,70 ευρώ, βάσει τιμολογίων αγοράς και παραλαβής πετρελαίου κίνησης. Κατόπιν αυτών, η παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας διενήργησε λογιστικό έλεγχο στα τηρούμενα από τον τρίτο κατηγορούμενο βιβλία εσόδων -εξόδων απευθυνόμενη στη συνεργαζόμενη με τον τρίτο κατηγορούμενο σχετική εταιρία παροχής υπηρεσιών λογιστικής και διά του ιδιώτη λογιστή που διόρισε για το σκοπό αυτό, και διαπίστωσε ότι τα πραγματικά καθαρά κέρδη από την εκμετάλλευση των αυτοκινηταμαξών ήταν πολύ περισσότερα από αυτά που της απέδιδε ο τρίτος κατηγορούμενος και από τον Ιούλιο του 2012 ανέλαβε η ίδια την εκμετάλλευση αυτών.

Η διαμορφωθείσα αυτή κατάσταση έγινε γνωστή στα μέλη της οικογένειας τόσον του τρίτου κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων είναι και η δεύτερη κατηγορούμενη (ήδη αναιρεσείουσα) σύζυγός του, η οποία άλλωστε από την έναρξη της ως άνω συνεργασίας ήταν ενήμερη για το είδος και την εξέλιξη αυτής, καθώς και ο πρώτος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) υιός του, ο οποίος ενημερώθηκε για τη διαμορφωθείσα κατάσταση όταν αυτή έγινε αντιληπτή από την παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας και την οικογένειά της, όσον και στα μέλη της οικογένειας της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας, καθόσον υπήρχαν συζητήσεις και παρεμβάσεις για την επίλυση του θέματος εξωδίκως, οι οποίες δεν είχαν επιτυχή έκβαση .

Ακολούθως η παριστάμενη για την υποστήριξη της κατηγορίας υπέβαλε την από 29-10-2012 μήνυση σε βάρος του τρίτου των κατηγορουμένων για την πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος και ο τελευταίος δυνάμει του με αριθ. 373/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας για το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, στα πλαίσια δε αυτής της ποινικής δίκης διατάχθηκε και η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από τον πραγματογνώμονα Α.

Π. (οικονομολόγο), κατόπιν έκδοσης της με αριθ. 76/2017 παρεμπίπτουσας απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Μετά τη διενέργεια της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας στη δικάσιμο της 22.12.2017, ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας, επί λέξει ότι "...Ο πατέρας μου έπαιρνε για τα έξοδα και της απέδιδε το ενοίκιο.

Δεν υπάρχει πάγια αφαίρεση ποσού 800 ευρώ. ...", η δε δεύτερη κατηγορούμενη εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας, κατέθεσε ότι "...το ενοίκιο ήταν ανάλογα με τις εισπράξεις...". Επί της ανωτέρω ποινικής υπόθεσης εκδόθηκε η με αριθμό 560/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, με την οποία ο ήδη τρίτος κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για την ανωτέρω πράξη με ελαφρυντική περίσταση σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, κατά δε της απόφασης αυτής ο τελευταίος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με τη με αριθ. 45/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Επίσης η παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας άσκησε κατά του τρίτου κατηγορουμένου την από 4.8.2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 144/2017) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία ζητούσε την καταβολή σε αυτή του ποσού των 490.269,24 ευρώ ως αποζημίωση για την σε βάρος της αδικοπραξία, που συνίσταται στην υπεξαίρεση των πραγματικών κερδών από την εκμετάλλευση των δύο ως άνω αυτοκινηταμαξών.

Κατά την εκδίκαση της αγωγής αυτής προσκομίστηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο η με αριθμό .../2017 ένορκη βεβαίωση του πρώτου και της δεύτερης των κατηγορουμένων που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Λάρισας με την επιμέλεια του τρίτου των κατηγορουμένων, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της αντιδίκου του και με την οποία στις 20.11.2017 κατέθεσαν ο μεν πρώτος επί λέξει ότι "σχετικά με τις δύο αυτοκινητάμαξες της Κ.

γνωρίζω ότι ο πατέρας μου τις πήρε έναντι μηνιαίου ενοικίου, το ενοίκιο αυτό δεν είχε συμφωνηθεί σταθερό, η Κ. εισέπραττε σταθερό μηνιαίο ενοίκιο πάντα", η δε δεύτερη κατηγορουμένη επί λέξει ότι "το ενοίκιο αυτό ήταν ανάλογο με τη δουλειά που υπήρχε". Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 46/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο ήδη τρίτος κατηγορούμενος να καταβάλει στην ήδη παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας το ποσό των 414.904,21 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και κατόπιν έφεσης που άσκησε ο τρίτος κατηγορούμενος, εκδόθηκε η με αριθμό 137/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη.

Σημειώνεται δε ότι η επίμαχη ένορκη βεβαίωση προσκομίστηκε και λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και στην κατ'έφεση δίκη. Τα ανωτέρω δε κατατεθέντα ενόρκως ενώπιον αρμόδιας αρχής που είναι το ποινικό δικαστήριο και ο Ειρηνοδίκης ως αρμόδιος να λαμβάνει ένορκες βεβαιώσεις που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε πολιτική δίκη, από τους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων γεγονότα, τα οποία αναφέρονταν στο αποδεικτέο θέμα της πολιτικής και ποινικής δίκης ..., αντίστοιχα και σχετίζονταν άμεσα με αυτό καθώς και με τα στοιχεία του διωκομένου εγκλήματος αναφορικά με την ποινική δίκη, ήταν εν γνώσει τους ψευδή, καθόσον η αλήθεια, την οποία γνώριζαν, ήταν ότι δεν είχε συμφωνηθεί καταβολή μισθώματος στην παριστάμενη για την υποστήριξη της κατηγορίας για την εκμετάλλευση των αυτοκινηταμαξών από τον τρίτο κατηγορούμενο αλλά καταβολή των εσόδων κατόπιν αφαίρεσης των εξόδων και της αμοιβής του για τη διαχείριση αυτών, οι σχετικοί δε με το ψευδές γεγονός ισχυρισμοί των ως άνω κατηγορουμένων θεμελιώνεται σε προσωπική τους αντίληψη, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο των καταθέσεών τους, γεγονός που καθιστά αυτονόητη τη σχετική γνώση τους ...., προσέτι δε πέραν της στενής συγγενικής τους σχέσης με τον τρίτο κατηγορούμενο και την εξ αγχιστείας συγγενική σχέση με την παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας, ήταν παρόντες, ως προεκτέθηκε, στις οικογενειακές συγκεντρώσεις και συζητήσεις επί του θέματος αυτού, ακόμη και μετά την αποκάλυψη των γεγονότων από την παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας και πριν τη δικαστική διένεξη.

Περαιτέρω, ο τρίτος κατηγορούμενος αποβλέποντας στην απόρριψη της αγωγής αλλά και στην αθώωσή του στις ως άνω ανοιγείσες πολιτικές και ποινικές δίκες αντίστοιχα, με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο υιό του και στην δεύτερη κατηγορούμενη σύζυγο του την απόφαση να προβούν στην κατάθεση των προαναφερόμενων ψευδών γεγονότων κατ' εξακολούθηση.

Όλα τα ανωτέρω σαφώς αποδείχθηκαν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, πρωτίστως, όμως από τη χωρίς όρκο κατάθεση της μάρτυρα -παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας, η κατάθεση της οποίας, κρίνεται απόλυτα πειστική και σαφής, επιβεβαιώνεται και από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας (τέκνων της εγκαλούσας-παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας, εκ των οποίων ο πρώτος είναι σύζυγος της θυγατέρας των δεύτερης και τρίτου των κατηγορουμένων και οι οποίοι έχουν άμεση αντίληψη για τις συζητήσεις κατά τις οικογενειακές συγκεντρώσεις και σε αυτές μετά την ανώμαλη εξέλιξη της συμφωνίας, ο πρώτος δε ήταν παρών κατά τη συμφωνία) και τις προαναφερόμενες αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, καθώς και τα λοιπά έγγραφα που αναγνώστηκαν (ιδ.

λογιστική πραγματογνωμοσύνη, αντίγραφα κίνησης λογαριασμού, χωρίς να αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από τις απολογίες των κατηγορουμένων (της δεύτερης εξ αυτών ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), οι οποίοι εμμένουν στη θέση ότι σχέση που συνέδεε την παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας και τον τρίτο κατηγορούμενο ήταν αυτή της μίσθωσης, ωστόσο δεν έδωσαν καμία πειστική εξήγηση για το γεγονός ότι η παριστάμενη για την υποστήριξη της κατηγορίας εμφανιζόταν η ίδια ως υπόχρεη προς τρίτους (δημόσιες υπηρεσίες και ιδιώτες, όπως εφορία, ασφαλιστικούς οργανισμούς, ασφάλιση εργαζομένων, προμηθευτές καυσίμων, συνεργεία επισκευής κλπ) από την εκμετάλλευση των οχημάτων της και όχι ο τρίτος κατηγορούμενος όπως θα ήταν λογικώς αναμενόμενο ως μισθωτής, ούτε επίσης για το γεγονός ότι ο τρίτος κατηγορούμενος της παρέδιδε έστω άτυπες καταστάσεις για τα κέρδη και για το ότι δεν υπήρχε σταθερό ποσό αλλά υπήρχε διαφοροποίηση ως προς το ύψος των ποσών που κατέθετε ο τρίτος κατηγορούμενος στο λογαριασμό της μηνιαίως, αντί ενός σταθερού ποσού μηνιαίως αν επρόκειτο για μίσθωμα, όπως ο ίδιος αρχικά ισχυρίστηκε χωρίς εξάρτηση από τη διακύμανση του τζίρου..., ενώ παράλληλα ισχυρίζεται ότι δεν συμφωνήθηκε ακριβές ποσό μισθώματος διότι ήταν ανάλογο με την προσφερόμενη απασχόληση...Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για τις αποδιδόμενες σε αυτούς και αναφερόμενες ειδικότερα στο διατακτικό αξιόποινες πράξεις αντίστοιχα, οι οποίες στοιχειοθετούνται πλήρως κατά την υποκειμενική και αντικειμενική τους υπόσταση, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό" .

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες τους δύο πρώτους για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση (άρθρα 224 παρ.1 και 98 του ΠΚ) και τον τρίτο για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή (άρθρα 46, 94, 98 και 224 παρ.1 του ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτούς ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α'του ΠΚ, στον καθένα εκ των δύο πρώτων κατηγορουμένων και συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών στον τρίτο, τις οποίες ανάστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους ένοχους, του ότι:

Στη Λάρισα, Α. Ο πρώτος κατηγορούμενος Θ. Ζ. και η δεύτερη κατηγορουμένη Ε. Σ. στις 20.11.2017 και 22.12.2017 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος τέλεσαν το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης, ήτοι ενώ εξετάστηκαν ως μάρτυρες σε δικαστήριο και ενώπιον αρμόδιας αρχής εν γνώσει τους κατέθεσαν ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή και συγκεκριμένα: 1.

Κατόπιν κατάθεσης της από 4.8.2017 αγωγής αδικοπραξίας της Β. συζ. Σ. Κ. -εγκαλούσας σε βάρος του τρίτου κατηγορουμένου Χ. Ζ., με την οποία αιτείτο την καταβολή σε αυτή του ποσού των 490.269,24 ευρώ, κατέθεσαν την 20.11.2017 ενώπιον της Ειρηνοδίκου Λάρισας τα κάτωθι γεγονότα για τα οποία συντάχθηκε η με αριθμό .../2017 ένορκη βεβαίωση, ήτοι κατέθεσαν ο μεν πρώτος επί λέξει ότι "σχετικά με τις δύο αυτοκινητάμαξες της Κ.

γνωρίζω ότι ο πατέρας μου τις πήρε έναντι μηνιαίου ενοικίου, το ενοίκιο αυτό δεν είχε συμφωνηθεί σταθερό, η Κ. εισέπραττε σταθερό μηνιαίο ενοίκιο πάντα", η δε δεύτερη κατηγορουμένη επί λέξει ότι "το ενοίκιο αυτό ήταν ανάλογο με τη δουλειά που υπήρχε". 2. Κατά τη συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας την 22.12.2017 με κατηγορούμενο τον Χ.

Ζ. για το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ ο μεν πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε επί λέξει ότι "ο πατέρας μου έπαιρνε τα έξοδα και της απέδιδε το ενοίκιο, δεν υπάρχει πάγια αφαίρεση ποσού 800 ευρώ", η δε δεύτερη κατηγορουμένη κατέθεσε ότι "το ενοίκιο ήταν ανάλογο με τις εισπράξεις", τα ανωτέρω δε κατατιθέμενα γεγονότα τα οποία αναφερόταν στο αποδεικτέο θέμα της πολιτικής και ποινικής δίκης ήταν εν γνώσει τους ψευδή, καθόσον η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε συμφωνηθεί καταβολή μισθώματος στην εγκαλούσα για την εκμετάλλευση των αυτοκινηταμαξών από τον τρίτο κατηγορούμενο αλλά καταβολή των εσόδων κατόπιν αφαίρεσης των εξόδων και της αμοιβής του για τη διαχείριση αυτών.

Β. Ο τρίτος κατηγορούμενος Χ. Ζ. με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στον πρώτο και δεύτερη των κατηγορουμένων την απόφαση να τελέσουν την υπό στοιχ. Α άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση.

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση (άρθρα 224 παρ.1 και 98 του ΠΚ) και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή (άρθρα 224 παρ.1, 46 παρ.1, 94 και 98 του ΠΚ), για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Συγκεκριμένα, γίνεται παράθεση στην προσβαλλομένη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, αναφορικά με την πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση: α) ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες κατέθεσαν ως μάρτυρες ενώπιον αρμόδιας αρχής να ενεργεί εξέταση, ήτοι σε ποινικό δικαστήριο και ενώπιον του αρμόδιου ειρηνοδίκη, β)εκτίθενται τα ψευδή γεγονότα που οι ως άνω κατέθεσαν, ήτοι σχετικά με τις δύο αυτοκινητάμαξες της εγκαλούσας - υποστηρίζουσας την κατηγορία ότι ο τρίτος κατηγορούμενος - αναιρεσείων, πατέρας και σύζυγος αυτών, τις πήρε έναντι μηνιαίου ενοικίου, το οποίο δεν είχε συμφωνηθεί σταθερό, γ) ότι τα ανωτέρω κατατιθέμενα γεγονότα τα οποία αναφερόταν στο αποδεικτέο θέμα της πολιτικής και ποινικής δίκης μεταξύ των ανωτέρω (εγκαλούσας και τρίτου κατηγορουμένου) ήταν εν γνώσει τους ψευδή, καθόσον είχαν προσωπική αντίληψη περί αυτών, αφού πέραν της στενής συγγενικής σχέσης που τους συνέδεε με τους ανωτέρω διαδίκους, ήταν παρόντες σε οικογενειακές συγκεντρώσεις και συζητήσεις περί του θέματος αυτού, μετά την αποκάλυψη των γεγονότων από την παρισταμένη για την υποστήριξη της κατηγορίας και πριν τη δικαστική διένεξη, ενώ η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε συμφωνηθεί καταβολή μισθώματος στην εγκαλούσα για την εκμετάλλευση των αυτοκινηταμαξών από τον τρίτο κατηγορούμενο, αλλά καταβολή των εσόδων κατόπιν αφαίρεσης των εξόδων και της αμοιβής του για τη διαχείριση αυτών.

Αναφορικά δε με την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, εκτίθενται: α) η πρόκληση εκ μέρους του τρίτου εναγομένου της απόφασης να τελέσουν οι πρώτος και δεύτερη των κατηγορουμένων την άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση που αυτοί τέλεσαν και β) ο τρόπος με τον οποίο ο τρίτος κατηγορούμενος προκάλεσε στους συγκατηγορούμενούς του την απόφαση να τελέσουν την ως άνω άδικη πράξη, ήτοι με πειθώ και φορτικότητα, αποβλέποντας αυτός (τρίτος κατηγορούμενος) στην απόρριψη της εναντίον του αγωγής της εγκαλούσας και στην αθώωσή του στο ποινικό Δικαστήριο.

Οι λοιπές δε αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών των αναιρεσειόντων, που, κατά την άποψή τους, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων που αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής τους και αμφισβήτηση των σε βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Συνακόλουθα, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 115 του ν. 5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-1-2025 αίτηση των 1) Θ. Ζ. του Χ. 2) Ε. Σ. του Α. και 3) Χ. Ζ. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 593/2024 απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ, για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ