Legislator Case Law & Legislation
1031/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding fraud allegation not raised in first instance.

Case Number 1031/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision regarding consumer credit fraud. The appellant argued the fraud allegation was inadmissible, but the court found this argument inadmissible because it was not properly raised as a first-instance objection. Consequently, the court ruled that the First Instance Court correctly applied the law and rejected the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 562, 563 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument claiming inadmissibility of a first-instance objection is inadmissible if not raised as a first-instance objection in the second instance.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal failure to raise objection consumer credit fraud first instance objection Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 563 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1031 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1031/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Μπρεάνου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ" και ήδη "... Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "... ΑΤΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας ΕΠΕ με την επωνυμία "... LTD" (πρώην "... LTD", 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...Y", που εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "... ...", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 22-3-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η, 4η, 5η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 448/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6488/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 1ο και 3η των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 10-10-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 89275/167/2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 6488/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης, τρίτης, πέμπτης και έκτης των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης, τρίτης, πέμπτης και έκτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία "...

ΑΕ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ...-... AE", "... ΑΕ" και "...", αντίστοιχα. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1231/2023, ΑΠ 811/2023).

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (7/11/2020 - 5/4/2021), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από τη προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 210/2023, ΑΠ 987/2022) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του (μοναδικού) λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους. ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από τον αναιρεσείοντα με αριθ. 5768Α/19-12-2022, 5769Α/19-12-2022, 5771Α/19-12-2022, 5776Α/20-12-2022 και 5664Α/21-11-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, Χ. Λ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 10-10-2020, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, αντίστοιχα.

Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, την, από 29-8-2012 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 903/2012), αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τραπεζικές εταιρίες, ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών του από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των πιστωτριών τραπεζών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή του κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή του, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες προέβαλαν, μεταξύ άλλων ισχυρισμών που δεν αφορούν τη παρούσα αναιρετική δίκη και την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Επί της αίτησης εκδόθηκε η με αριθ. 448/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, η οποία δέχτηκε την αίτηση του αιτούντος, ρύθμισε τα χρέη του, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, εξαίρεσε από την εκποίηση τη κύρια κατοικία του, που επίσης αναφέρεται αναλυτικά στο διατακτικό της και επέβαλε τη καταβολή των μηνιαίων δόσεων που καθόρισε προς διάσωση της κύριας κατοικίας του.

Κατά της απόφασης αυτής το όγδοο των καθών η αίτηση Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (χάριν συντομίας ΤΠΔ), άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 6-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4558/97/2017) έφεση, με την οποία, επικαλούμενο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αίτησης, ενώ επανέφερε, με λόγο έφεσης, μεταξύ άλλων και την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος-πρώτου εφεσίβλητου, σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, η οποία είχε προταθεί και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυριζόμενο ότι περιήλθε από δόλο (ενδεχόμενο) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, καθόσον αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση, προέβη στη λήψη των φερόμενων για ρύθμιση τραπεζικών προϊόντων (14 καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες και ένα στεγαστικό δάνειο) που υπερβαίνουν τις 205.048,20 ευρώ, από περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ γνώριζε, τόσο κατά το χρόνο λήψης των δανείων αλλά και μεταγενέστερα, ότι δεν διέθετε την οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανείων που του χορηγήθηκαν, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που του επέτρεπαν τα εισοδήματά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.

Το, δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενο το σχετικό λόγο έφεσης, έκρινε ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του που πρότεινε το ως άνω εκκαλούν ΤΠΔ, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση και απέρριψε την, από 29-8-2012, αίτηση, κρίνοντας ότι ο αιτών προέβη σε δανεισμό δυσανάλογο με τις οικονομικές του δυνατότητες, πέραν των ορίων του δανεισμού στον οποίο θα κατέφευγε ο μέσος σώφρων καταναλωτής.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 31-8-2012 της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1508/2022).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.

με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στη περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε τη πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 (και 560) του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 1058/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017).

Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, αιτών την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις: Α] ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, καθώς και Β] ότι με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής του (αιτούντος) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις πιστώτριες, την οποία πρότειναν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι παριστάμενες πιστώτριες, αλλά και με σχετικό λόγο έφεσης το πρώτο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη.

Ως προς τα ζητήματα αυτά, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''.... Ο αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος έχει γεννηθεί το έτος 1976 και είναι στρατιωτικός, φέρων το βαθμό του αρχικελευστή στο Πολεμικό Ναυτικό.

Κατά την ημέρα συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο καθαρός μηνιαίος μισθός του αιτούντος ανερχόταν στο ποσό των 1.199,57 ευρώ, ενώ κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο, ανέρχεται στο ποσό των 1.194,16 ευρώ. Από το μισθό του αιτούντος παρακρατείται μηνιαίως, από το έτος 2008, το ποσό των 801,06 ευρώ, έναντι της εκ δανείου οφειλής του στο ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, από δε τα τέλη του έτους 2016, παρακρατείται μηνιαίως, κατόπιν ρυθμίσεως, το ποσό των 418,94 ευρώ και ήδη μετά την έκδοση της εκκαλουμένης, παρακρατείται μηνιαίως το ποσό των 203,16 ευρώ.

Περαιτέρω, από το μισθό του αιτούντος παρακρατείτο μηνιαίως, έως το Σεπτέμβριο του έτους 2012, το ποσό των 95,63 ευρώ έναντι της εκ δανείου οφειλής του στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε.", έβδομης καθής η αίτηση πιστώτριας, της οποίας κατέστη καθολική διάδοχος η ήδη τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ...-...", ωστόσο δυνάμει της από 6-9-2012 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Αχαρνών, διατάχθηκε η παύση της εν λόγω παρακράτησης και έκτοτε το ρηθέν ποσό δεν παρακρατείται από τις μηνιαίες απολαβές του αιτούντος.

Ο τελευταίος είναι έγγαμος με τη Β. Μ., που έχει γεννηθεί το έτος 1980, από το γάμο τους, δε, έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, τον Π., που γεννήθηκε το έτος 2004, ήτοι ηλικίας σήμερα 15 ετών περίπου και τη Ρ.-Μ., που γεννήθηκε το έτος 2008, ήτοι ηλικίας σήμερα 11 ετών περίπου. Η άνω σύζυγος του αιτούντος, από το έτος 2007 εργάστηκε ως παρασκευάστρια στο Νοσοκομείο "Ο Ευαγγελισμός" δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας έξι μηνών, έως τις 11-9-2010, οπότε και έληξε η τελευταία σύμβαση, έκτοτε ενεγράφη στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, λαμβάνοντας το σχετικό επίδομα για το χρονικό διάστημα 12 μηνών, εν συνεχεία κατόρθωσε να ανεύρει εργασία το έτος 2015 για λίγους μόνο μήνες στην ατομική επιχείρηση παραγωγής προϊόντων αλευρομύλων του Ν.

Π., με καθαρές μηνιαίες απολαβές ποσού 207,49 ευρώ και ακολούθως απασχολήθηκε στην ίδια επιχείρηση από το Σεπτέμβριο του έτους 2016 και μέχρι τις 21-2-2017, οπότε και απολύθηκε, λαμβάνοντας καθαρές μηνιαίες αποδοχές ποσού 179,88 ευρώ, κατά την τρέχουσα, δε, περίοδο, είναι άνεργη, έχοντας εγγραφεί και πάλι στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, χωρίς να αποδειχθεί ότι λαμβάνει το σχετικό επίδομα.

Περαιτέρω, το δηλωθέν συνολικό εισόδημα του αιτούντος ανερχόταν κατά τα οικονομικά έτη 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014 και το φορολογικό έτος 2015, αντιστοίχως, σε 12.793 ευρώ, 15.452,76 ευρώ, 14.695,21 ευρώ, 15.724,24 ευρώ, 20.871,29 ευρώ, 20.178,09 ευρώ, 19.717,68 ευρώ, 20.532,09 ευρώ, 18.112,77 ευρώ, 17.186,31 ευρώ, 17.087,47 ευρώ, 16.217,91 ευρώ και 16.991,27 ευρώ, ενώ της συζύγου του, κατά τα ρηθέντα οικονομικά έτη και φορολογικό έτος, αντιστοίχως, ήταν 2.195,75 ευρώ, 2.930,49 ευρώ, μηδενικό, μηδενικό, μηδενικό, 4.514,74 ευρώ, 8.976,39 ευρώ, 171,09 ευρώ, 8.958,01 ευρώ, μηδενικό, μηδενικό, μηδενικό και 673,56 ευρώ, όπως προκύπτει από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα, εκκαθαριστικά σημειώματα και δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των οικείων ετών.

Δηλονότι, κατά τα οικονομικά έτη 2008 (χρήση 2007), 2009 (χρήση 2008), 2010 (χρήση 2009), 2011 (χρήση 2010), 2012 (χρήση 2011), 2013 (χρήση 2012) και 2014 (χρήση 2013), το μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος ανερχόταν, αντιστοίχως, σε (20.178,09:12) 1.681,50 ευρώ, (19.717,68:12) 1.643,14 ευρώ, (20.532,09:12) 1.711 ευρώ, (18.112,77:12) 1.509,39 ευρώ, (17.186,31:12) 1.432,19 ευρώ, (17.087,47:12) 1.423,95 ευρώ και (16.216,87:12) 1.351,40 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτή εργασία, ενώ της συζύγου του κατά τα ίδια οικονομικά έτη, αντιστοίχως, ήταν (4.514,74:12) 376,22 ευρώ, (8.976,39:12) 748,03 ευρώ, (171,09:12) 14,25 ευρώ, (8.958,01:12) 746,50 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, μηδενικό, μηδενικό και μηδενικό.

Ο αιτών έχει στην αποκλειστική του κυριότητα ένα διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου, της ευρισκομένης, επί της οδού ..., στις Αχαρνές Αττικής, επιφανείας 67,92 τ.μ., στο οποίο διαμένει με τη σύζυγο και τα δύο ανήλικα τέκνα τους, του οποίου η αντικειμενική αξία ανέρχεται στο ποσό των 49.371,53 ευρώ (...), ενώ είναι κύριος μίας αποθήκης, που αποτελεί παρακολούθημα του άνω διαμερίσματος και κείται στο υπόγειο της άνω πολυκατοικίας, επιφανείας 8,69 τ.μ.

Το ρηθέν διαμέρισμα και η αποθήκη της κυριότητας του αιτούντος, περιήλθαν σε αυτόν δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, το δε τίμημα αυτού εξοφλήθηκε πλήρως από δάνειο που έλαβε από το ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", όπως θα εκτεθεί κατωτέρω.

Άλλα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι έχει ο αιτών, πλην ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής FΙΑΤ, μοντέλο SEISENTO, με πρώτο έτος κυκλοφορίας το 1999, το οποίο απέκτησε το έτος 2014 έναντι του ποσού των 1.320 ευρώ, με προϊόν δανείου ποσού 1.650 ευρώ από την υπηρεσία του, για την εξόφληση του οποίου παρακρατείται μηνιαίως από τη μισθοδοσία του το ποσό των 35,23 ευρώ, στη δε αγορά αυτή προέβη κατόπιν κατάσχεσης του αυτοκινήτου, που είχε αποκτήσει από την έκτη καθής πιστώτρια και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.". Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο αιτών, κατά χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της από 29-8-2012 αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, είχε αναλάβει τα κατωτέρω εκτιθέμενα χρέη, τα οποία, τόσο αυτά προς τους ανέγγυους, όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα (....), με εξαίρεση το εμπραγμάτως ασφαλισμένο στεγαστικό δάνειο, που έλαβε ο αιτών, του οποίου ο εντοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010, ως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με την παρ. 16 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, ΦΕΚ Α 94/14-8-2015, που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, ΦΕΚ Α 94/14-8-2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Β' του άρθρου 3 του Ν. 4336/2015, ΦΕΚ Α 94/14-8-2015).

Συγκεκριμένα, ο αιτών έχει τις κατωτέρω οφειλές: 1) στην ήδη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." α) οφειλή από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 3.561,59 ευρώ και β) οφειλή από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 16.543,88 ευρώ, 2) στην ήδη τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ...-..." α) οφειλή από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 528,56 ευρώ, β) οφειλή από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 0,23 ευρώ, γ) οφειλή από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 11.409,86 ευρώ και δ) οφειλή από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 2.411,38 ευρώ, 3) στην ήδη τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." α) οφειλή από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση καταναλωτικής πίστης ποσού 1.827,22 ευρώ, β) οφειλή από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 12.820,11 ευρώ και γ) οφειλή από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης ποσού 1.137,99 ευρώ, 4) στην ήδη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η ήδη πέμπτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕ", οφειλή από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 7.083,70 ευρώ, 5) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...C", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως ειδική διάδοχος, η ήδη δεύτερη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία άσκησε προφορικώς κύρια παρέμβαση ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οφειλή από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας ποσού 1.497,41 ευρώ, 6) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε.", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η ήδη τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ...-...", εξομοιούμενη με καθολική διάδοχο αυτής και συνεχίζουσα αυτοδικαίως την εκκρεμή δίκη, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχωνεύσεως, διακοπή της δίκης, ούτε να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της (...), οφειλή από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση δανείου ποσού 2.419,50 ευρώ. Άπαντα τα ανωτέρω ποσά οφειλών του αιτούντος έναντι των άνω πιστωτριών τραπεζών και ήδη εφεσιβλήτων, αποτελούν παραδοχές της εκκαλουμένης, που δεν επλήγησαν με λόγο έφεσης. Σημειωτέον, ότι και οι απαιτήσεις αυτές της ήδη δεύτερης των εφεσιβλήτων, μολονότι ως προς αυτήν κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, λαμβάνονται υπόψη αφού δύναται να ενταχθούν σε συλλογική ρύθμιση, λόγω της αρχής της καθολικότητας, κατ' άρθρο 744 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 παρ. 1 εδ.

γ' του Ν. 3869/2010, πολλώ, δε, μάλλον, που εν προκειμένω, οι απαιτήσεις αυτές είχαν ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του αιτούντος οφειλέτη. Περαιτέρω, με την εκκαλουμένη έγινε δεκτό ότι εφόσον αποδείχθηκε η υπαναχώρηση της ήδη έκτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία " ... Α.Ε." από την πώληση του τιμήματος υπό τον όρο παρακράτησης της κυριότητας του υπ' αριθμ. ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας CΙΤRΟΕΝ, μοντέλο C4 και η πιστώτρια ως πωλήτρια αιτήθηκε την απόδοση αυτού λόγω ματαίωσης της αίρεσης ως προς την αποπληρωμή του τιμήματος, γεγονός που πράγματι έλαβε χώρα και εκποιήθηκε το ανωτέρω όχημα, δεν οφείλεται από τον αιτούντα το υπόλοιπο τίμημα προς την ήδη έκτη εφεσίβλητη, δεν αποτελεί τούτο παθητικό περιουσίας του αιτούντος οφειλέτη και δε δύναται να ενταχθεί ως χρέος του στη ρύθμιση.

Οι παραδοχές αυτές της εκκαλουμένης δεν προσβλήθηκαν με την ένδικη έφεση και δε μεταβιβάζονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επίσης, ο αιτών υπέχει, έναντι του ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (ΤΠΔ), οφειλή από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού, κατά το χρόνο συζήτησης στο πρωτόδικο Δικαστήριο, 128.478,74 ευρώ και ήδη κατά την τρέχουσα περίοδο, όπως προκύπτει από τη μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από το εκκαλούν από 28-11-2018 κατάσταση οφειλών που τηρεί αυτό για τον αιτούντα και ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον τελευταίο, ποσού 157.252,91 ευρώ, για την τμηματική εξόφληση του οποίου παρακρατείται μηνιαίως από το μισθό του αιτούντος, ως προελέχθη, η τοκοχρεωλυτική δόση και ήδη, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης, το ποσό των 203,16 ευρώ.

Το αμέσως αναφερθέν χρέος είναι εξασφαλισμένο με υποθήκη που έχει εγγραφεί επί του προαναφερθέντος διαμερίσματος της κυριότητας του αιτούντος.

Συνεπώς, η συνολική οφειλή του αιτούντος προς τις ως άνω πιστώτριες τράπεζες και το ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ ανερχόταν κατά τη συζήτηση στο πρωτόδικο Δικαστήριο στο ποσό των 189.720,17 ευρώ. Ωστόσο, με βάση τα προεκτεθέντα, ο αιτών με τις πράξεις του οδηγήθηκε σε υπέρμετρο δανεισμό, που υπερέβαινε κατά πολύ τα μέτρα των οικονομικών του δυνατοτήτων.

Ειδικότερα, ο αιτών, πέραν του ότι έλαβε από το ήδη εκκαλούν ΤΠΔ το προαναφερθέν στεγαστικό δάνειο, η απαίτηση εκ του οποίου είναι εξασφαλισμένη με υποθήκη, προέβη σε μία συνεχή λήψη καταναλωτικών δανείων (7 συνολικά) και 5 πιστωτικών καρτών, οι δε καταβλητέες μηνιαίες δόσεις όλων των δανείων και πιστωτικών καρτών, όπως ο ίδιος ο αιτών ανέφερε κατά την ανωμοτί εξέτασή του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 1.400 ευρώ και, ως εκ τούτου, υπερέβαιναν το προτταρατεθέν μηνιαίο καθαρό εισόδημά του.

Δηλονότι, είναι προφανές ότι το μηνιαίο καθαρό εισόδημα του αιτούντος, δεν επαρκούσε για την ταυτόχρονη κάλυψη τόσο των ως άνω δανειακών του υποχρεώσεων, όσο και των βιοτικών αναγκών του ίδιου, της συζύγου του και των δύο ανήλικων τέκνων του, τις οποίες ο αιτών προσδιορίζει μηνιαίως σε 1.000 ευρώ. Ο αιτών διατείνεται ότι είχε αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος των δανείων κατά το έτος 2008, στηριζόμενος και στα εισοδήματα της συζύγου του, που κατά το χρόνο εκείνο εργαζόταν και στο ποσό των 15.800 ευρώ, που έλαβε από την πώληση της προηγούμενης κατοικίας του, το δε επόμενο έτος (2009), πέραν των εισοδημάτων του, έλαβε και το ποσό των 5.000 ευρώ επίσης από την πώληση του άνω ακινήτου του, οι δε δυσχέρειες στην αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων έναντι των πιστωτριών τραπεζών και του ήδη εκκαλούντος ΤΠΔ, άρχισαν από τα μέσα του έτους 2011, καθώς είχε ήδη απολυθεί από την εργασία της η σύζυγος του και επιπροσθέτως είχε ήδη συρρικνωθεί το δικό του μηνιαίο εισόδημα λόγω των περικοπών που έλαβαν χώρα συνεπεία της σοβούσας οικονομικής κρίσης.

Ωστόσο, ακόμη και εάν στα προαναφερθέντα μηνιαία εισοδήματα του αιτούντος κατά τον χρόνο ανάληψης των άνω δανειακών υποχρεώσεών του, ήτοι το έτος 2008 προστεθεί το ρηθέν, κατά τον ίδιο χρόνο, μηναίο εισόδημα της συζύγου του και πάλι το οικογενειακό τους εισόδημα συνολικού ύψους (1.643,14 + 748,03) 2.391,17 ευρώ, δεν επαρκούσε για να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις τους από τα εν λόγω δάνεια, λαμβανομένου υπόψη, κυρίως, του ότι η σύζυγος του αιτούντος απασχολείτο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου εξάμηνης διάρκειας στο νοσοκομείο "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", η ανανέωση των οποίων δεν ήταν μετά βεβαιότητας αναμενόμενη, ώστε να προσδοκάται από την εργασία της μόνιμο και σταθερό μηνιαίο εισόδημα, όπως άλλωστε προσεπιβεβαιώνεται από τα εισοδήματα της συζύγου του αιτούντος κατά το επόμενο έτος 2009, τα οποία ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 171,09 ευρώ, καθώς και από το γεγονός ότι το έτος 2010 οι συμβάσεις εργασίας της συζύγου του αιτούντος δεν ανανεώθηκαν.

Εξάλλου, κατά το έτος 2009, ο αιτών προέβη και σε λήψη νέου δανείου από την ήδη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." και δη συνήψε, στις 14-12-2009, την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου, ποσού 15.000 ευρώ (....). Ο αιτών διατείνεται ότι εξαναγκάστηκε στη λήψη του ανωτέρω δανείου προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δαπάνες φυσιοθεραπείας του πατρός του Π.

Λ., ο οποίος είχε υποστεί βαρύτατες κακώσεις συνεπεία τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα που επισυνέβη στις 4-6-2009, προς επιστήριξη δε του εν λόγω ισχυρισμού του προσκομίζει την υπ' αριθμ.πρωτ. ... ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΚΑΤ", ενώ υποστηρίζει ότι ο πατέρας του κατέβαλε ο ίδιος τις μηνιαίες δόσεις του εν λόγω δανείου για μισό περίπου έτος και εν συνεχεία, το δάνειο αυτό, μέχρι το έτος 2011, συνέχισε να εξυπηρετεί, αφού ο πατέρας του αδυνατούσε πλέον, ο αιτών.

Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί παρίστανται αβάσιμοι, διότι ο αιτών δεν προσκόμισε οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο (όπως λ.χ. αποδείξεις παροχής ιατρικών υπηρεσιών ή καταβολής εξόδων για φάρμακα), από το οποίο να αποδεικνύεται, το μεν ότι η αντιμετώπιση των εν λόγω δαπανών δικαιολογούσε, για την κάλυψή τους, την προσφυγή του αιτούντος στον, παρεκτός των ήδη ληφθέντων καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, αλλά και του στεγαστικού δανείου που είχε λάβει για την αγορά της κατοικίας του, επιπρόσθετο δανεισμό με τη λήψη του άνω δανείου, λαμβανομένου υπόψη του ότι ο ίδιος ο αιτών επικαλείται ότι είχε λάβει, ήδη κατά τα έτη 2008 και 2009, το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ από την πώληση της προηγούμενης κατοικίας του, το οποίο δεν επικαλείται ότι ανάλωσε για την εν λόγω αιτία, το δε ότι οι δαπάνες αυτές δεν καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό φορέα του πατρός του αιτούντος.

Επομένως, ο αιτών, προέβη σε συνεχή και δυσανάλογο, σε σχέση με τις οικονομικές του δυνατότητες, δανεισμό, αποδυθείς αλόγιστα και χωρίς επιμέλεια και σύνεση σε διαρκείς λήψεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, χωρίς να υφίσταται εμφανής λόγος προς τούτο. Από τα ανωτέρω, παρέπεται ότι οι αιτών δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι εφόσον δεν είχε τη δυνατότητα, βάσει των μηνιαίων εισοδημάτων του ίδιου και της συζύγου του, να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του, προδήλως και ήδη κατά τον χρόνο λήψεως των επιδίκων δανείων, διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία του αποπληρωμής των υποχρεώσεών του στο μέλλον, καθόσον το μοναδικό, σταθερό και αδιαλείπτως καταβαλλόμενο μηνιαίο εισόδημα του, ήταν ο μισθός του, αφού οι μηνιαίες απολαβές της συζύγου του, ενόψει του εργασιακού της καθεστώτος (εργαζόμενη με συμβάσεις εξάμηνης διάρκειας των οποίων η ανανέωση παρίστατο αβέβαιη και εν τέλει δεν πραγματοποιήθηκε από το έτος 2010 κι εξής), δεν παρείχαν βεβαιότητα συνεχούς καταβολής και, εντεύθεν, δεν αποτελούσαν ασφαλές συμπλήρωμα του μηνιαίου εισοδήματος του αιτούντος, που θα χρησιμοποιείτο ως προσαύξηση του συνολικού ποσού της δόσεως, που έπρεπε να καταβάλλει μηνιαίως στους πιστωτές του.

Τούτο δε προκύπτει και από το γεγονός ότι ο αιτών στην ένδικη αίτησή του (βλ. σελ. 4), διαλαμβάνει κατά λέξει ότι "εσφαλμένες εκτιμήσεις ως προς τις δυνατότητες αποπληρωμής δανειακών υποχρεώσεων μου, με ανάγκασαν να καταφύγω περισσότερο από όσο επέτρεπε η οικονομική μου κατάσταση στο τραπεζικό δανεισμό προκειμένου να ανταπεξέλθω στις αυξημένες ανάγκες τις δικές μου και της οικογένειάς μου".

Επισημαίνεται ότι σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα του αλόγιστου δανεισμού, δεν αποδείχθηκε ότι μεσολάβησε κάποιο έκτακτο κι απρόβλεπτο γεγονός στη ζωή του αιτούντος, που να δικαιολογούσε την αυξημένη του ανάγκη για πίστωση, αφού ήδη απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του για τη λήψη του άνω δανείου προς συνδρομή του πατρός του στην αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας, που ανέκυψαν μετά τον τραυματισμό του σε τροχαίο ατύχημα, ενώ, σε κάθε περίπτωση, ο αιτών ουδεμία πειστική εξήγηση παρέσχε για το λόγο, που, εξαιρουμένου του στεγαστικού δανείου που έλαβε από το ήδη εκκαλούν, τα υπόλοιπα πιστωτικά προϊόντα που ανέλαβε, το ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 61.241,43 ευρώ συνολικά, προέρχονται από καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες.

Κατά δε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ένα τέτοιο ποσό δεν είναι δυνατό να έχει διατεθεί αποκλειστικά για τη κάλυψη βιοτικών αναγκών του αιτούντος και της οικογένειάς του, όπως αβάσιμα επικαλείται ο ίδιος, αλλά, αντιθέτως, επιμαρτυρεί ότι ο αιτών, με τον τρόπο αυτό, προέβαινε σε διαρκή δανεισμό, αναζητώντας συνεχώς πρόσβαση σε τραπεζικά προϊόντα, προκειμένου να συμπληρώνει το εισόδημά του και να εξασφαλίσει ένα ανώτερο επίπεδο ζωής.

Εξάλλου, ο αιτών, προς αντίκρουση της ένδικης έφεσης, σχετικά με τη περίπτωση των παρασχεθεισών από τον ίδιο τραπεζικών εγγυήσεων, ισχυρίζεται ότι οι πιστώτριες τράπεζες και ήδη εφεσίβλητες, καθώς και το εκκαλούν ΝΠΔΔ, παρενέβησαν την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων περί υπεύθυνου δανεισμού, που θεσμοθετήθηκε πλέον νομοθετικά με το άρθρο 8 της ΚΥΑ (Ζ1-699/ΦΕΚ Β 917/2010).

Ειδικότερα, ο αιτών διατείνεται, κατά τη δέουσα εκτίμηση των ισχυρισμών του, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της άνω ΚΥΑ, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνο δανεισμό των οφειλετών τους και, ως εκ τούτου, υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του, αν, δε, διαπιστώσουν ότι αυτό δεν συμβαίνει, θα πρέπει να απέχουν από το δανεισμό, ακόμη και σε βάρος των οικονομικών τους συμφερόντων (να μην καταρτίσουν τη σύμβαση), εφόσον αυτό προβλέπεται πλέον από το νόμο και η συμπεριφορά αυτή συμβάλλει στην παγίωση της ασφάλειας στις συναλλαγές και τη προστασία των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών, που προσφεύγουν στον συνεχή τραπεζικό δανεισμό προφανώς για να αντιμετωπίσουν επείγουσες και ανεπίδεκτες αναβολής οικονομικές τους ανάγκες, χωρίς την απαραίτητη προς τούτο προηγούμενη και νηφάλια ώριμη σκέψη ως προς τις μελλοντικές αρνητικές επιπτώσεις, ήτοι σε πλήρη αντίθεση με τα αντισυμβαλλόμενα αυτών πιστωτικά ιδρύματα.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος, διότι ο δόλος αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου δε μπορεί να κριθεί από τη συμπεριφορά έτερου προσώπου και δη της τράπεζας ή του εκκαλούντος ΤΠΔ, αλλά από τη συμπεριφορά του ιδίου του καταναλωτή. Και βεβαίως κάθε πιστωτής κατά τη χορήγηση δανείου οφείλει να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψηφίου πελάτη του, τυχόν όμως παράλειψή του να το πράξει, δεν αίρει το δόλο του καταναλωτή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και, σταθμίζοντας τις συνθήκες, επιλέγει ή όχι να συναλλαχθεί με την τράπεζα ή το ΤΠΔ, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσουν οι τελευταίοι (...).

Δηλονότι, η αξίωση προσθέτων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ως και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του Νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στη πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από την πλευρά των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν τη πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.

Η εισαγωγή τέτοιων στοιχείων δυσκολεύει τη συγκρότηση του δόλου του οφειλέτη και αποβαίνει σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων και υπέρ των οφειλετών. Σε κάθε περίπτωση, ενδεχόμενη παράλειψη από τη πλευρά του πιστωτή να ενεργήσει επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσει τη πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει, άνευ άλλου τινός, το κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών του από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του δανειολήπτη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο πιστωτής έχει προνοήσει να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο αυτό, με την επίτευξη εμπράγματων εξασφαλίσεων, όπως στη προκειμένη περίπτωση έπραξε το ήδη εκκαλούν ΤΠΔ, το οποίο, ως προελέχθη, έχει εξασφαλίσει την απαίτησή του με υποθήκη επί του προαναφερθέντος ακινήτου του αιτούντος.

Με βάση τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του από, τουλάχιστον, ενδεχόμενο δόλο και συνεπώς δεν εμπίπτει στην έννοια του έντιμου και καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη, που τυγχάνει προστασίας από το Ν. 3869/2010, απορριπτομένης της ένδικης αίτησης ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή ως βάσιμης της ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας, ως προβαίνων αρχήθεν σε δανεισμό εν γνώσει της αδυναμίας κάλυψης των οφειλών αυτού, την οποία είχε προβάλλει το όγδοο καθού η αίτηση ΝΠΔΔ "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", ήδη εκκαλούν, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και με τις προτάσεις του και την οποία επαναφέρει με το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι ο αιτών δεν περιήλθε δολίως σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του και εν συνεχεία δέχθηκε τη κρινόμενη αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της ένδικης έφεσης, με τον οποίο πλήττεται η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί ανυπαρξίας δόλου του αιτούντος και ήδη πρώτου εφεσίβλητου στη περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών.

Συνακόλουθα, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή στο σύνολο της και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ' 448/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, να κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο η υπόθεση και, αφού δικαστεί η από 29-8-2012 αίτηση, να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσία.....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμο τον ισχυρισμό του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ.-πιστωτή και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ότι ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, περιήλθε εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε αδυναμία πληρωμών και δέχθηκε και κατ' ουσία τη προαναφερόμενη έφεση αυτού (ΤΠΔ) κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη, από 29-8-2012, αίτηση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένστασης του τότε εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου (ΤΠΔ).

Κρίνοντας έτσι, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο και δεχόμενο ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής (όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας), καθώς και ότι για τη παραδοχή της σχετικής ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, ερμήνευσε ορθά και δεν παραβίασε ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ` αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω του αιτούντος-αναιρεσείοντος περιορίζεται στη πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από τη πλευρά των πιστωτών (τραπεζών) να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 153/2017), η κατάφαση δε του δόλου αυτού δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι τράπεζες χορήγησαν σε αυτόν τα δάνεια, χωρίς να αξιολογήσουν εκ των προτέρων τη πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά του, δοθέντος ότι η σχετική παράλειψή τους δεν αίρει τον δόλο του, εφόσον αυτός, παρά την όποια επιθετική τακτική των τραπεζών, γνώριζε καλύτερα από τον καθένα και εν προκειμένω καλύτερα από τις τράπεζες, τη πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επέλεξε να συναλλαχθεί με αυτές (τράπεζες).

Εξ άλλου, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τη προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος του εν λόγω αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου κατά τους προεκτεθέντες χρόνους (ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων και μεταγενέστερα), αφού ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στη πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό, των 189.720,17 ευρώ, προερχόμενο από επτά καταναλωτικά δάνεια, πέντε πιστωτικές κάρτες (ποσό 61.241,43 ευρώ) και ένα στεγαστικό δάνειο (ποσό 128.478,74 ευρώ), κατά το χρόνο συζήτησης στη πρωτοβάθμια δίκη), β) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος, καθώς και της συζύγου του, κατά τα έτη 2003-2015, με τις κατά έτος αποδοχές τους, καθώς και το οικογενειακό τους εισόδημα κατά τα έτη 2008-2014 με τις κατά μήνα αποδοχές τους, γ) την ηλικία του αιτούντος και της συζύγου του, καθώς και την οικογενειακή τους κατάσταση, δ) ότι τα δάνεια λήφθησαν τα έτη 2007-2009, όταν το, κατά μήνα, εισόδημα του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό των 1.681,50 - 1.711 ευρώ και της συζύγου του στο ποσό των 376,22, 74803 έως μηδενικό στη συνέχεια και ότι για την εξυπηρέτηση των δανείων απαιτούνταν το ποσό των 1.400 ευρώ κατά μήνα, όταν για τη κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών απαιτούνταν ποσό 1.000 ευρώ κατά μήνα, ε) ότι, προέβαινε αυτός, στον ως άνω δανεισμό αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθεί στην εξόφλησή τους (δανείων), καθόσον εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική του κατάσταση και ότι ήταν αδύνατο να τα εξυπηρετήσει συνολικά, δεδομένου ότι, κατά τα παραπάνω, το μόνο σταθερό εισόδημά τους ήταν ο (καθαρός) μισθός του, ο οποίος κατά τα έτη 2008 έως 2014 ανέρχονταν στο ποσό των 1.681 - 1.351 ευρώ, κατά μέσο όρο, ενόψει του εργασιακού καθεστώτος της συζύγου του η οποία εργαζόταν με συμβάσεις εξάμηνης διάρκειας των οποίων η ανανέωση παρίστατο αβέβαιη και εν τέλει δεν πραγματοποιήθηκε από το έτος 2010 και μετέπειτα και στ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών του, προβαίνοντας σε συνεχή δανεισμό με διαρκείς λήψεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, χωρίς να υφίσταται εμφανής λόγος γι' αυτό, υπερέβαιναν τις δυνατότητές του, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει του ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής του θέσης ή προσωπικής του κατάστασης, ώστε να ανταποκριθεί στα χρέη του.

Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του δυνατότητες (αλλά και της συζύγου του), θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε τη συμπεριφορά αυτή.

Στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, εξειδικεύονται αναλυτικά, τις δανειακές συμβάσεις, το οικογενειακό εισόδημα του αναιρεσείοντος κατά τα αναλυτικά αναφερθέντα χρονικά διαστήματα των ετών κυρίως 2007-2014, όπως και την οικογενειακή του κατάσταση και τη περιουσία του, καθώς και ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτός συμφώνησε με τις πιστώτριες την απόλαυση τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.

Τέλος και η, εμπεριεχόμενη στον αναιρετικό λόγο, αιτίαση περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (έφεσης του όγδοου των καθών ΤΠΔ, προτάσεων αυτού ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), προκύπτει ότι η ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, υποβλήθηκε παραδεκτά από τη τρίτη (Εθνική τράπεζα) και όγδοο (ΤΠΔ) των καθών η αίτηση και ήδη πρώτο και τέταρτη των αναιρεσίβλητων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, επαναφέρθηκε δε παραδεκτά, με την, από 6-12-2017, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΤΠΔ, δεδομένου ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος συλλογής των αποδείξεων και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών και ισχυρισμών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).

Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη καθόσον περιέχει, κατά τα προαναφερόμενα και κατά τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα ότι ο αιτών συμφώνησε αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση, με τα ως άνω πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων (14 καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες και ένα στεγαστικό δάνειο), ύψους 205.048,20 ευρώ, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Συνακόλουθα το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατ' άρθρο 562 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός (περί απαραδέκτου της ένστασης δόλου) είχε προταθεί παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα ως πρώτο εφεσίβλητο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως όφειλε προς αντίκρουση του λόγου έφεσης.

Σε ακολουθία των παραπάνω, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1513/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 10-10-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 89275/167/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 6488/2019 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ