Legislator Case Law & Legislation
1031/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment due to death of appellant and procedural errors.

Case Number 1031/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three parties against a second-instance judgment regarding interest payments. The court noted that the death of one appellant during the oral hearing caused a procedural suspension, while other arguments were rejected as unfounded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the original judgment stands.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a) and 287 of the Code of Civil Procedure; Article 576 of the Code of Civil Procedure: The death of a party during the oral hearing suspends the trial, and appeals based on non-existent legal grounds or misinterpretation of res judicata must be rejected.

Keywords

AI generated
death of party suspension of trial dismissal of appeal res judicata interest payments procedural suspension legal representation

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a) and 287 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 et seq. of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1031 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1031/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Π. του Β., που δεν παραστάθηκε, 2) Κ. Π. του Β., κατοίκου …. και 3) Ε. συζ. Κ. Π., κατοίκου …., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Νικολάου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Π. Π. του Β. (1ος) απεβίωσε στις 3-2-2021.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2015 αγωγή των 2ου και 3ης των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Π. Π. του Β., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1713/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3787/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-4-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι 2ος και 3η των αναιρεσειόντων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής [διακοπής] προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Στην προκειμένη περίπτωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Νικολάου που εκπροσώπησε τον πρώτο αναιρεσείοντα ενώπιον του Εφετείου Αθηνών εμφανίστηκε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου και δήλωσε τον θάνατο του παραπάνω αναιρεσείοντα προσκόμισε δε και την με αρ. πρωτ …/…-2-2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξίαρχου Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας -Χαλκηδόνας Γεωργίας Τσιαντούλα από την οποία προκύπτει ότι ο Π. Π. απεβίωσε την 3-2-2021 Επομένως ως προς αυτόν επήλθε βιαία διακοπή της δίκης.

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Kατά την παρ. 3 ίδιου άρθρου Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς." Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με αριθ.10141Γ/2-7-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Αθηνών Σ.

Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 10-4-2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 3681/313/2019, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσείοντων που επισπεύδουν τη συζήτηση στο αναιρεσίβλητο, το οποίο δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή.

Κατά συνέπεια, αφού το τελευταίο δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Η κρινόμενη από 10-4-2019 (αρ. κατ.3681/313/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 3787/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε ως και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Συνεπώς αδικοπραξία είναι η παράνομη και υπαίτια πράξη (ή παράλειψη) που προκαλεί ζημιά σε άλλον και υποχρεώνει τον πράττοντα σε αποζημίωση, παράνομη δε είναι η συμπεριφορά όχι μόνο όταν αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος αλλά και όταν αποδοκιμάζεται από το όλο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 12-11-2015 με αρ. κατάθεσης 103445/5884/2015 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες ως και ο θανών Π. Π. ισχυρίστηκαν ότι την 1-5-2005 στην επαρχιακή οδό Ιτέας Δεσφίνας έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα που είχε συνέπεια τον τραυματισμό του Π. Π. και τον θανάσιμο τραυματισμό της μητέρας του τελευταίου και του Κ.

Π. και πεθεράς της Ε. Π.. Ότι μετά την άσκηση σχετικών αγωγών εκ μέρους των παρισταμένων αναιρεσειόντων και του ήδη θανόντος Π. Π. ως και των εγγονών της θανούσης Β. Π. και Σ. Π. τέκνων του Π. Π. και Β. Π. και Α. Π. τέκνων του Κ. Π. κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου ήδη αναιρεσίβλητου εκδόθηκε, και μετά από άσκηση εφέσεων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η με αρ. 2609 /2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών δυνάμει της οποίας επιδικάστηκαν υπέρ των εναγόντων τα ακόλουθα ποσά Στον Π.

Π. το ποσό των 50.374,71 ευρώ στον Κ. Π. το ποσό των 32.374,38 ευρώ στην Ε. Π. το ποσό των 5.000 ευρώ και σε κάθε ένα από τα προαναφερθέντα τέκνα των εναγόντων το ποσό των 15.000 ευρώ. Ότι όλα τα ανωτέρω ποσά επιδικάστηκαν υπέρ τους και σε βάρος του ως άνω εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ. με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ότι οι προαναφερόμενοι εγγονοί της θανούσας εκχώρησαν τις σχετικές απαιτήσεις τους κατά του εναγομένου ως ακολούθως, τα μεν τέκνα του Π.

Π. Β. και Σ. Π. στον πατέρα τους Π. Π. (α' αναιρεσείοντα ως προς τον οποίο δηλώθηκε διακοπή της δίκης), οι δε λοιποί εγγονοί Β. και Α. Π. στον πατέρα τους Κ. Π. (δεύτερο αναιρεσείοντα). Οι εκχωρήσεις αυτές αναγγέλθηκαν στο εναγόμενο. Ότι κατόπιν τούτων το εναγόμενο κατέβαλε στους ενάγοντες για τον εαυτό τους και στους δύο πρώτους ενάγοντες ως εκδοχέων των απαιτήσεων των τέκνων τους αντίστοιχα τα λεπτομερώς αναφερόμενα χρηματικά ποσά που αποτελούνταν από το επιδικασθέν κεφάλαιο για τον κάθε ένα και τους επ' αυτού τόκους, τους οποίους υπολόγισε με επιτόκιο 6% ετησίως σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/1976 όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.3 του άρθρου 3 του ν.2837/2000 και το άρθρο 4 του ν.4092/2012.

Ότι αυτοί κατά την είσπραξη των παραπάνω ποσών επιφυλάχτηκαν παντός νομίμου δικαιώματος τους ως προς τον υπολογισμό των τόκων και την καταβολή αυτών. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η προαναφερομένη διάταξη που καθορίζει το ποσοστό τόκου ,το οποίο οφείλει να καταβάλει το εναγόμενο σε ποσοστό 6% ετησίως ,αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτουν στην αγωγή τους.

Ότι ως εκ τούτου το εναγόμενο όφειλε να εξοφλήσει τις ένδικες αξιώσεις τους με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας. Ότι με βάση τα ανωτέρω και κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή η διαφορά που προκύπτει από το ποσό των τόκων που έπρεπε να τους καταβληθεί από το ποσό των τόκων που τους καταβλήθηκε ανέρχεται για τον Κ.

Π. στο ποσό των 19.115,13 ευρώ και για την Ε. Π. στο ποσό των 1.528,26 ευρώ. Ζήτησαν δε μετά την μετατροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 19.115,13 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα και το ποσό των 1.528,26 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την με αρ.1713/2016 απόφαση του, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή την δέχτηκε στην συνέχεια ως βάσιμη στην ουσία της. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο άσκησε την από 1-2-2017 και με αρ. κατάθεσης 505866/2017 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, την απέρριψε μετά από εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη παραπάνω 3787/2018 απόφασή του δέχθηκε, τα ακόλουθα: Η με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα όμως κρινόμενη αγωγή δεν βρίσκει νομικό έρεισμα σε καμία διάταξη νόμου καθόσον όπως ιστορείται σ' αυτή υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγομένου υφίσταται ήδη εκτελεστός τίτλος και ειδικότερα η με αρ.2609/2012 τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλλει στους ενάγοντες το ποσό των 50.374,71 ευρώ, στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 32.549,38 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα, το ποσό των 5.000 ευρώ στην Τρίτη ενάγουσα και τέλος σε καθένα από τους εκχωρητές Β., Σ.

Π. (τέκνα του πρώτου ενάγοντος), Β. και Α. Π. (τέκνα του δεύτερου ενάγοντος), το ποσό των 15.000 ευρώ και όλα τα ανωτέρω ποσά επιδικάστηκαν υπέρ τους και σε βάρος του εναγομένου, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της σχετικής αγωγής τους. Συνακόλουθα η οποιαδήποτε τυχόν διαφορά ως προς την καταβολή των ανωτέρω ποσών, είτε αυτή αφορά το επιδικασθέν κεφάλαιο, είτε τους οφειλόμενους τόκους, θα κριθεί στα πλαίσια της εκτέλεσης της ως άνω αποφάσεως, με την επίδοση σχετικής επιταγής προς εκτέλεση, εκ μέρους των εναγόντων και σε βάρος του εναγομένου και ενδεχομένως στα πλαίσια της σχετικής ανακοπής κατά της εν λόγω εκτέλεσης, αν αυτή ασκηθεί εκ μέρους του υπόχρεου εναγομένου και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νέας αγωγής.

Επομένως η κρινομένη αγωγή, πρέπει να απορριφθεί, ως νόμω αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε την αγωγή νόμιμη και ακολούθως δέχτηκε αυτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμα, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε. Επομένως, πρέπει και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω και εφόσον την απόρριψη της αγωγής ζητεί το εκκαλούν εναγόμενο, να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση κατ' άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ στο παρόν δικαστήριο, να κρατηθεί και δικαστεί απ' αυτό η κρινομένη αγωγή, η οποία κατά τα προαναφερόμενα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένα το δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την κρινόμενη αγωγή τους, αν και κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, αυτή στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών των άρθρων 914 επ.

Α.Κ., τις οποίες το δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε και των οποίων οι όροι συντρέχουν, εξαιτίας της μη ικανοποίησης του ουσιαστικού τους δικαιώματος περί καταβολής τόκων υπερημερίας, το οποίο ευθέως προβλέπεται από τον νόμο, συγκεκριμένη διάταξη του οποίου παραβιάζει το αναιρεσίβλητο εφαρμόζοντας την επανειλημμένως κριθείσα ως αντισυνταγματική διάταξη περί καταβολής τόκων εκ μέρους του ποσοστού 6% και αγνοώντας με αυτόν τον τρόπο της επιταγές της έννομης τάξης.

Ο λόγος αυτός, σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες περιστατικά δεν συνιστούν αδικοπραξία κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, ορθά δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε, ότι η κρινόμενη διαφορά συνιστά διαφορά περί την εκτέλεση, σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας, θα αντιμετωπιστούν και τα τυχόν κατ' αυτή αναφυόμενα ζητήματα.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπολαμβάνει ότι συντρέχει περίπτωση δεδικασμένου που προκύπτει από την με αρ.2609/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία επιδικάστηκε στους αναιρεσείοντες η κύρια απαίτηση, αφού μεταξύ των δύο δικών δεν συντρέχει ταυτότητα νομικής και ιστορικής αιτίας.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή λόγω δεδικασμένου, αλλά ελλείψει εννόμου συμφέροντος προς άσκηση αυτής, δεχόμενο ότι για την καταβολή στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες των αιτούμενων με την ένδικη αγωγή διαφορών τόκων, αυτοί έχουν ήδη τίτλο εκτελεστό και ειδικότερα την υπ' αριθμ. 2609/2012 τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και συνακόλουθα η οποιαδήποτε τυχόν διαφορά ως προς την καταβολή των αιτούμενων ποσών θα κριθεί στα πλαίσια της εκτέλεσης της ως άνω αποφάσεως, με την επίδοση σχετικής επιταγής προς εκτέλεση, εκ μέρους των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων, και ενδεχομένως στα πλαίσια της σχετικής ανακοπής κατά της εν λόγω εκτέλεσης, αν αυτή ασκηθεί εκ μέρους του υπόχρεου εναγομένου και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νέας αγωγής.

Επομένως μετά από αυτά, αφού απορρίπτονται ως αβάσιμοι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Δικαστική δαπάνη υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν επιδικάζεται αφού αυτό δεν παρέστη και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-4-2019 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 3681/313/4-4-2019) αίτηση για αναίρεση της 3787/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μεταξύ των παριστάμενων αναιρεσειόντων και του αναιρεσίβλητου.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ