1031/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1031/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1.Με το άρθρο 90 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού έλεγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι "1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής. 2. Η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σε αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία έτη από της καταβολής".
Full text
Απόφαση 1031 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1031/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. χήρας Μ. Π., το γένος Σ. Π., 2) Γ. Π. του Μ., 3) Α. Π. του Μ., 4) Α. Π. του Μ., κατοίκων ..., 5) Ε. Π. του Μ. και Β.- Ε. συζύγου Ε. Π., το γένος Χ. Κ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου τους Π.- Μ., κατοίκων ..., και 6) Μ.- Τ. Π. του Μ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος Μ. Π. του Γ., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Αθανασόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων" (ΤΑΧΔΙΚ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …, και 2) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, τα οποία παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παρασκευής Μίληση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2011 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Μ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 99/24-2-2011. Εκδόθηκαν η 158/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 4758/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος με την από 18-1-2019 και με αριθμό κατάθεσης 58/22-1-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με το άρθρο 90 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού έλεγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι "1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής. 2. Η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σε αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία έτη από της καταβολής".
Με το άρθρο 91 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου όμως περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από τη βεβαίωση αυτών".
Από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες εφαρμόζονται εν προκειμένω, αφού η σχετική αξίωση γεννήθηκε πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 177 παρ.1 του ν. 4270/2014 (όμοιες ρυθμίσεις προβλέπονται με τα άρθρα 140 και 141 του νόμου αυτού), συνάγεται ότι η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 ρυθμίζει το θέμα του χρόνου παραγραφής της αξίωσης προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος στο Δημόσιο χρηματικού ποσού, δίχως, δηλαδή, να υφίσταται, κατά την καταβολή, σχετική υποχρέωση του καταβάλλοντος, αναφερόμενη δε, προφανώς, στην περίπτωση που δεν χρειάζεται οποιαδήποτε προηγούμενη δικαστική ή διοικητική ενέργεια, ορίζει ειδικά ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής την καταβολή του εν λόγω ποσού.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση προς τη διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, επιφυλασσομένης, όμως, κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, όπως εκείνη της παραγράφου 2 του άρθρου 90 (ΣτΕ 2604/2018, ΣτΕ 3928/2013). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 48 παρ.1 και 2 του ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", ορίζεται ότι "1. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος. 2. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ δι' αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα ποσά είναι τριών ετών", ενώ με το άρθρο 49 του ίδιου διατάγματος ορίζεται ότι "Η παραγραφή αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους καθ' ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης προς επιστροφή του αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντος σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου χρηματικού ποσού είναι τρία (3) έτη, η δε τριετής παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 319/2017).
3.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 24-2-2011 και με αριθμό κατάθεσης 99/24-2-2011 αγωγή, ο αρχικώς ενάγων Μ. Π. ισχυρίσθηκε ότι, υπό την ιδιότητά του ως δικαστικού λειτουργού, ορίσθηκε ως επιδιαιτητής, δυνάμει της 3/29-1-1998 πράξης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, για την επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των αναφερομένων στην αγωγή εταιριών και ότι συμμετείχε στη διαδικασία της διαιτησίας μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2004, οπότε αποχώρησε, μετά από άδεια του αρμοδίου δικαστηρίου, διότι, λόγω διαφωνίας με τους διαιτητές, ήταν αδύνατη η περαιτέρω παραμονή του.
Ότι κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στη διαιτητική διαδικασία, τα διάδικα μέρη του κατέβαλαν τμηματικά ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 54.000.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 158.473,95 ευρώ, από το οποίο κατέβαλε σε ειδικό λογαριασμό του ΤΑΧΔΙΚ ποσοστό 25% και στο κοινό ταμείο δικαστικών λειτουργών του Πρωτοδικείου Αθηνών ποσοστό 40% και συγκεκριμένα κατέβαλε:
α) κατά τις ημερομηνίες 22-5-1998, 13-7-2000 και 6-11-2002, τα ποσά των 5.869,41 ευρώ, 15.040,35 ευρώ και 18.708,75 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικά 39.618,51 ευρώ στο ΤΑΧΔΙΚ και β) κατά τις ημερομηνίες 22-5-1998, 18-7-2000, 18-7-2000 και 6-11-2002, τα ποσά των 9.391,05 ευρώ, 17.021,28 ευρώ, 7.043,29 ευρώ και 29.934,00 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικά 63.389,62 ευρώ στο ως άνω κοινό ταμείο.
Ότι δεν είχε υποχρέωση καταβολής των εν λόγω χρηματικών ποσών, διότι ο περιορισμός της αμοιβής των διαιτητών ή επιδιαιτητών δικαστικών λειτουργών δεν ισχύει στις διεθνείς διαιτησίες και, συνεπώς, δεν ισχύει και στην προκειμένη διαιτησία, η οποία είναι διεθνής, όπως τούτο κρίθηκε με την 30/3-7-2006 απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου υπό τη νέα σύνθεσή του, πλην όμως, κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα οι καταβολές, δεν γνώριζε ότι δεν είχε υποχρέωση καταβολής αυτών και το πρώτον έλαβε γνώση της διαιτητικής απόφασης κατά μήνα Οκτώβριο 2009.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να του καταβάλουν, το μεν πρώτο (ΤΑΧΔΙΚ) το ποσό των 39.618,51 ευρώ, το δε δεύτερο (Δημόσιο) το ποσό των 63.389,62 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως προς τα οποία κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότερα σε βάρος της περιουσίας του. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 158/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης των εναγομένων περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων.
Μετά την άσκηση της από 9-4-2013 (με αριθμό κατάθεσης 1773/9-4-2013) έφεσης του ενάγοντος, ο οποίος απεβίωσε την 31-1-2014 και στη θέση αυτού υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (ήδη αναιρεσείοντες), εκδόθηκε η 4758/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσία αβάσιμη.
4.Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4758/2017 ως άνω απόφασή του, δέχθηκε ότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, ο αρχικώς ενάγων Μ. Π. κατέβαλε τμηματικά στο πρώτο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων" (ΤΑΧΔΙΚ) και στο δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσίβλητα) τα αιτούμενα ως αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά (των 39.618,51 ευρώ και 63.389,62 ευρώ, αντίστοιχα) κατά τις ημερομηνίες 22-5-1998, 13-7-2000, 18-7-2000 και 6-11-2002.
Ότι η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επιδόθηκε στους εναγομένους την 10-3-2011 και 9-3-2011, αντίστοιχα, γεγονός που δεν αρνούνται οι διάδικοι. Ότι από το χρόνο καταβολής των ενδίκων χρηματικών ποσών, που αποτελεί το χρόνο έναρξης της παραγραφής ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και από το τέλος του έτους εντός του οποίου καταβλήθηκαν, που αποτελεί το χρόνο έναρξης της παραγραφής ως προς το ΤΑΧΔΙΚ, αλλά και από το χρόνο δημοσίευσης της 30/2006 διαιτητικής απόφασης (3-7-2006), αν ήθελε θεωρηθεί ως χρόνος γένεσης της αξίωσης για αναζήτηση των καταβληθέντων, έως το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, με την επίδοσή της στο ΤΑΧΔΙΚ την 10-3-2011 και στο Ελληνικό Δημόσιο την 9-3-2011, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας, με αποτέλεσμα οι ένδικες αξιώσεις να έχουν υποπέσει σε παραγραφή.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε ομοίως.
5.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την κρίση του ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε τριετή παραγραφή, με αφετηρία έναρξης το χρόνο καταβολής ως προς το Δημόσιο και από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου καταβλήθηκαν ως προς το ΤΑΧΔΙΚ, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερόμενες ανωτέρω (με αριθμό 1) ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ο δε μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις ότι υπήρξαν νομικές δυσχέρειες στη δικαστική επιδίωξη των ενδίκων αξιώσεων, που εμπόδιζαν την έναρξη του χρόνου της παραγραφής, διότι δεν είχε αποσαφηνισθεί το ζήτημα του χαρακτηρισμού της διαιτησίας, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως διεθνής με την 30/3-7-2006 διαιτητική απόφαση, της οποίας ο αρχικώς ενάγων έλαβε γνώση το πρώτον τον Οκτώβριο του 2009 και ότι η αποσαφήνιση της όλης δυσχερούς νομικής κατάστασης έγινε με την έκδοση της 459/3-11-2009 ερμηνευτικής εγκυκλίου του Προέδρου του Αρείου Πάγου, οπότε έκτοτε κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξη των ενδίκων αξιώσεων και αρχίζει η τριετής παραγραφή αυτών με βάση τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικές διατάξεις, είναι αβάσιμες, διότι η δικαστική επιδίωξη κάποιας αξίωσης δεν παρακωλύεται από το δυσερμήνευτο των νομικών διατάξεων, η δε ερμηνεία των σχετικών διατάξεων και ο χαρακτηρισμός της επίμαχης διαιτησίας ως διεθνούς ήταν έργο του διαιτητικού δικαστηρίου, με βάση τα στοιχεία που εξ αρχής είχε στη διάθεσή του.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα, όμως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν. 3693/1957, το οποίο, σύμφωνα με την παρ.3 αυτού, εφαρμόζεται και στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, αφού η νομική υπηρεσία αυτού διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σε συνδυασμό με την παρ.2 της 134423/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2019 και με αριθμό κατάθεσης 58/22-1-2019 αίτηση για αναίρεση της 4758/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 14η Μαΐου 2020.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ