Supreme Court annuls tax appeal decision due to late evidence submission causing procedural prejudice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Instance Court's decision regarding a tax appeal filed by the State. The taxpayers argued that evidence submitted late in the proceedings violated procedural rules, while the State contended the submission was timely. The Court ruled that the late submission caused legal prejudice, invalidating the lower court's judgment and ordering the State to bear the costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 583-585 of the Code of Civil Procedure; Article 73 of Law 356/1974: Evidence submitted after the deadline for filing objections constitutes a procedural violation that invalidates the judgment if it causes legal prejudice to the opposing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1031 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1031/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Σ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κύμης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στη δίκη, που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 583 έως 585 ΚΠολΔ (η οποία μπορεί να ασκείται και κατά του νομίμου τίτλου, όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης) ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και γι' αυτό βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμα του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο προς εκτέλεση για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) η νόμιμη βεβαίωση, που εκδίδεται από τις αρμόδιες Αρχές στο Δημόσιο Ταμείο (Δ.Ο.Υ.) για τον προσδιορισμό του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία οφείλεται, ανεξάρτητα από το αν αυτό οφείλεται ευθέως από το νόμο ή από σύμβαση, β) η οφειλή, που αποδεικνύεται από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα και γ) η πιθανολογούμενη, κατά την έννοια του άρθρου 347 ΚΠολΔ, οφειλή.
Επίσης, νόμιμο τίτλο αποτελεί και η πράξη καταλογισμού (ταμειακή βεβαίωση) χρηματικού ποσού σε βάρος του διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βέβαιη και εκκαθαρισμένη η απαίτηση, της οποίας επιδιώκεται η ικανοποίηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής νομική και πραγματική αιτία της οφειλής, έτσι ώστε σε περίπτωση αμφισβήτησης αυτού από τον οφειλέτη να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατό να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη για την απαίτηση και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής (Τράπεζα), προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση για την εξόφληση του τραπεζικού δανείου και στη θέση του οποίου το Δημόσιο υποκαταστάθηκε λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη (ΑΠ394/2017).
Περαιτέρω, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 ΚΕΔΕ η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή, μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 § 1 ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα της ατομικής ειδοποιήσεως, εν όψει, ιδίως, της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη (ΟΛΑΠ5/2019).
Βλάβη με την ανωτέρω έννοια τελικά δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται με τα αναγκαία δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που αυτά γνωστοποιούνται στον οφειλέτη με οποιοδήποτε τρόπο με ή χωρίς αίτησή του αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους κατά της οφειλής ισχυρισμούς του (ΟΛΑΠ5/2019).
Εν προκειμένω, οι ανακόπτοντες (ήδη αναιρεσείοντες) με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής ζητούσαν να ακυρωθεί η υπ' αριθ2390/ 2-10-2013 ταμειακή βεβαίωση (με τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο) του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Κύμης Ευβοίας, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος τους συνολική οφειλή 649743,09 ευρώ, προερχομένη από δανειακές συμβάσεις που είχαν συνάψει με την εγγύηση του καθού Ελληνικού Δημοσίου, διότι στην ανωτέρω ταμειακή βεβαίωση δεν περιγράφεται με πληρότητα και ακρίβεια η νομική και πραγματική αιτία της οφειλής ούτε αναλύεται αυτή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, έτσι ώστε να μην είναι σε θέση να αμυνθούν κατάλληλα και σε περίπτωση αμφισβήτησης του χρέους να μην είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος και γι' αυτό να υφίστανται δικονομική βλάβη, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των εν λόγω τίτλων.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το λόγο αυτό, δέχθηκε ως βάσιμα τα εξής:<Με την υπ' αριθμ. ...817 (2)/1-4-2009 πρόσθετη πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλών, που καταρτίστηκε μεταξύ της ... και της ήδη πτωχεύσασας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", την οποία πρόσθετη πράξη υπέγραψαν οι ανακόπτοντες και ήδη εφεσίβλητοι ως εγγυητές, ρυθμίστηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των τελευταίων προς την ανωτέρω Τράπεζα, από την υπ'αριθμ.
…17/19-12-2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και πέντε πρόσθετες πράξεις ήτοι τις υπ'αριθμ. …7Α/22-8-2001, ….7Β/30-5-2003, …7Γ/15-4-2005, ….7Δ/20-3-2006 και ..7Ε/31-8-2007 πρόσθετες πράξεις, που είχαν συνάψει με αυτή κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2000-2007. Συγκεκριμένα η ανωτέρω πρόσθετη πράξη καταρτίστηκε κατ' εφαρμογή των υπ' αριθμ. 36579/Β/1666/27-8-2007 (ΦΕΚ 1740/τ.Β/30-8- 2007) και 38600/Β. 1750/5-9-2007 αποφάσεων του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών περί ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων και επαγγελματιών πυρόπληκτων περιοχών (μεταξύ αυτών και ο νομός ….), με την οποία ορίστηκαν τα ακόλουθα:
α) όλες οι οφειλές ληξιπρόθεσμες και μη μέχρι την 25η Αυγούστου 2007 των επιχειρήσεων και επαγγελματιών νομών, που επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007 κεφαλαιοποιούνται και γίνονται ένα δάνειο με περίοδο χάριτος 14 μηνών και με πρώτη καταβλητέα δόση την 30η Ιουνίου 2010, β) το υπόλοιπο δάνειο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις ενώ η τελευταία δόση ορίστηκε καταβλητέα στις 31-12-2017, γ) ως επιτόκιο εκτοκισμού των ρυθμισμένων οφειλών ορίστηκε το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου (ΕΓΕΔ) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημένο κατά 70% πλέον εισφοράς ν.128/1975, δ) για τις ρυθμισμένες οφειλές παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Εξάλλου, με την ως άνω πρόσθετη πράξη ότι "σε περίπτωση μη καταβολής τριών συνεχόμενων δόσεων με τους αναλογούντες τόκους, που προκύπτουν από την ως άνω ρύθμιση, θα καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζομένων δόσεων ληξιπρόθεσμο και απαιτητό". Οι ανακόπτοντες - εφεσίβλητοι υπέγραψαν ανεπιφύλακτα την ανωτέρω πρόσθετη πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, τους όρους της οποίας ουδόλως αμφισβητούν ή προσβάλλουν για οποιονδήποτε λόγο.
Ακολούθως, επειδή οι ανακόπτοντες - εφεσίβλητοι δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις τους από την ως σύμβαση και ειδικότερα δεν κατέβαλαν τις δόσεις με λήξη 30-6-2010, 31-12- 2010 και 30-6-2011 με συνέπεια την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, η 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με το υπ'αριθμ.
πρωτ. 2/75275/0025/10-9-2013 έγγραφο της απέστειλε προς την Δ.Ο.Υ. …. χρηματικούς καταλόγους των ένδικων οφειλών των ανακοπτόντων - εφεσίβλητων και τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις αυτών, μετά των συνημμένων απαραίτητων δικαιολογητικών. Της έκδοσης και αποστολής των παραπάνω εγγράφων (σχετικός χρηματικός κατάλογος και τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου) είχε προηγηθεί η από μέρους της δανείστριας τράπεζας αποστολή προς την ανωτέρω Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους της κατάστασης υποβολής εγγυημένων δανείων, της αναλυτικής κίνησης βεβαιωμένου δανείου και των εκτυπώσεων βεβαιωμένων απαιτήσεων.
Βάσει των εγγράφων αυτών της ... προέκυπτε ότί οι ανακόπτοντες - εφεσίβλητοι δεν κατέβαλαν τις δόσεις του ως άνω ρυθμισμένου δανείου, λήξης στις 30/6/2010, 31/12/2010 και 30/6/2011, με αποτέλεσμα σύμφωνα με τον ανωτέρω σχετικό όρο της πρόσθετης πράξης, αφού πρόκειται για μη καταβολή τριών συνεχόμενων δόσεων να καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζομένων οφειλών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω έγγραφα της …. συντάχθηκαν από την Προϊστάμενη της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ο σχετικός χρηματικός κατάλογος και τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις οφειλομένων, που απεστάλησαν στην Δ.Ο.Υ ….. (το ορθό είναι Κύμης) με το προαναφερόμενο έγγραφό της, προκειμένου, όπως αναφέρεται σε αυτό, να βεβαιωθούν σε βάρος, μεταξύ άλλων και των ανακοπτόντων ήδη εφεσίβλητων τα ποσά των 626.636,26 ευρώ (κεφάλαιο), 21.598,56 ευρώ (συμβατικοί τόκοι), 1.174,10 ευρώ (τόκοι υπερημερίας) και 334,17 ευρώ (έξοδα).
Ακολούθως, εκδόθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. …. (το ορθό είναι ….) σε βάρος των ανακοπτόντων- εφεσίβλητων η υπ' αριθ. 2390/2-10-2013 ταμειακή βεβαίωση του συνολικού ποσού των 649.743,09 ευρώ καθώς επίσης και οι υπ' αριθ. 1009/14-10-2013 και 1010/14- 10-2013 ατομικές ειδοποιήσεις ληξιπρόθεσμων χρεών προς τους ανακόπτοντες - εφεσιβλήτους για την ανωτέρω βεβαιωθείσα οφειλή τους.
Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, οι ανακόπτοντες - εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν, κατά την δέουσα εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής, ότι η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση και ο αντίστοιχος χρηματικός κατάλογος της Δ.Ο.Υ. ….. (το ορθό είναι ….), έγγραφα με βάση τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο επισπεύδει σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση, είναι άκυρα ως νόμιμοι τίτλοι, διότι αφενός δεν προσδιορίζουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το είδος του χρέους, δηλαδή την αιτία από την οποία προκύπτει αυτό, ούτε περιέχουν ακριβή προσδιορισμό του αρχικού ποσού και των επιμέρους κονδυλίων και δη της εκτελούμενης απαίτησης κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και αφετέρου στερούνται νόμιμης αιτιολογίας.
Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, επί της προκειμένης οφειλής από κατάπτωση εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου σε δάνειο, που ελήφθη από τη ..., το νόμιμο τίτλο, εν προκειμένω, συγκροτούσαν τα αποστελλόμενα από την τράπεζα αυτή στην 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και ακολούθως, από την Προϊσταμένη αυτής στην Δ.Ο.Υ …, έγγραφα από το φάκελο δανείων της παραπάνω Τράπεζας [πρόσθετη πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, κατάσταση υποβολής εγγυημένων δανείων της ..., αναλυτική κίνηση βεβαιωμένου (πίνακας κατάπτωσης) δανείου, εκτυπώσεις βεβαιωμένης απαίτησης), μετά του οικείου χρηματικού καταλόγου και των τριπλότυπων περιληπτικών καταστάσεων βεβαίωσης, με βάση τα οποία ζητήθηκε η βεβαίωση των εισπρακτέων ποσών.
Η έννοια, επομένως, του νομίμου τίτλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2§2 του ΚΕΔΕ δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στην ταμειακή βεβαίωση και τον χρηματικό κατάλογο και για το λόγο αυτό η έρευνα για τα προσδιοριστικά της επίδικης
οφειλής στοιχεία, αναφορικά με το ορισμένο του τίτλου, δεν μπορεί να αφορά μόνο την ταμειακή βεβαίωση και το χρηματικό κατάλογο αλλά και τα λοιπά συνοδεύοντα έγγραφα. Και ναι μεν στην προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση και τον συνοδεύοντα αυτήν χρηματικό κατάλογο αναγράφεται ως αιτία οφειλής " ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ ΜΕ ΕΓΓΥΗΣΗ ΕΛΛΗΝ.
ΔΗΜΟΣ." (στην ταμειακή βεβαίωση) και "Οφειλές από δάνεια του Ελληνικού Δημοσίου" (στον χρηματικό κατάλογο), πλην όμως η αιτία της οφειλής σαφώς αναγράφεται στην επίδικη σύμβαση ρύθμισης αλλά και σε όλα τα ως άνω έγγραφα. Ειδικότερα: 1) στην υπ' αριθ. 010/817 (2)/1-4-2009 πρόσθετη πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλών της ...
αναγράφονται τόσο η κύρια σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό όσο και οι πρόσθετες πράξεις αυτής, που τίθενται σε ρύθμιση με βάση τις υπ' αριθμ. 36579/Β.1666/27-8- 2007 (ΦΕΚ 1740Β/2007) και 38600/Β1750/5-9-2007 (ΦΕΚ 1780/Τβ/5-9-2007) αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ως και τα επιμέρους ληξιπρόθεσμα και άληκτα ποσά αυτών, καθώς και οι όροι ρύθμισης αυτών και οι συνέπειες επί μη καταβολής των δόσεων, 2) στην ανάλυση κίνησης λογαριασμού της Συνεταιριστικής Τράπεζας γίνεται πλήρης ανάλυση της οφειλής, ως ανωτέρω αναλυτικά στο σκεπτικό της παρούσας διαλαμβάνεται.
Ακολούθως, με τις εν λόγω προσβαλλόμενες πράξεις, οι οποίες συγκροτούν από κοινού με όλα τα ανωτέρω έγγραφα το νόμιμο τίτλο για την σε βάρος των ανακοπτόντων - εφεσίβλητων επισπευδόμενη εκτελεστική διαδικασία, παρέχεται ακριβής προσδιορισμός των ενδίκων απαιτήσεων κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και συγκεκριμένα, αναγράφεται η ακριβής αιτία της οφειλής, αιτιολογείται πλήρως αυτή αλλά και το οφειλόμενο ποσό, κατά κεφάλαιο τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις, στοιχεία επαρκή ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να μπορούν οι οφειλέτες να ισχυριστούν και να αποδείξουν την τυχόν απόσβεση, μερική ή ολική, της απαίτησης, την ανακρίβεια των κονδυλίων, τον εσφαλμένο τυχόν υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων, καθώς και να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Όλα δε τα παραπάνω έγγραφα προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από το καθ' ού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο στην πρωτοβάθμια δίκη, όπως τούτο προκύπτει εκ των με ημερομηνία 30/9/2014 προτάσεων που αυτό νομότυπα κατέθεσε. Σημειώνεται εν προκειμένω ότι οι ανακόπτοντες - εφεσίβλητοι, τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πέραν της γενικής και αναιτιολόγητης αρνήσεως της οφειλής τους, σε ουδεμία άλλη ειδικότερη αμφισβήτηση αυτής προβαίνουν, ενώ δεν επικαλούνται ανυπαρξία της ή εν μέρει - έστω - εξόφληση διά καταβολών.
Τούτο δε ευχερώς θα μπορούσαν να κάνουν οι ανακόπτοντες - εφεσίβλητοι εάν κι εφόσον είχαν προβεί σε καταβολές, παρά την αιτιώμενη από αυτούς αδυναμία τους να προβάλλουν ισχυρισμούς λόγω της επικαλούμενης αοριστίας του νόμιμου τίτλου, ως επικουρικά προβαλλόμενο ισχυρισμό. Κατόπιν των παραπάνω, ο πρώτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι είναι άκυρη η επισπευδόμενη σε βάρος τους εκτέλεση λόγω αοριστίας των προσβαλλόμενων πράξεων που αποτελούν εκτελεστό τίτλο και λόγω έλλειψης αιτιολογίας της οφειλής είναι αβάσιμος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως βάσιμο τον ως άνω λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων και είχε ακυρώσει την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, δεν προχώρησε ωστόσο στην έρευνα του δεύτερου λόγου της ανακοπής γιατί είχε ήδη απορριφθεί ως μη νόμιμος πρωτοδίκως, και κατόπιν αυτού απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ.2390/2-10-2013 ταμειακή βεβαίωση της Δ Ο .Υ Κύμης και ο αντίστοιχος χρηματικός κατάλογος, με βάση τα οποία το αναιρεσίβλητο Δημόσιο άρχισε την εκτέλεση, κοινοποιώντας τις σχετικές ατομικές ειδοποιήσεις, ήταν πλήρης ως νόμιμος τίτλος και επομένως έγκυρος, έστω και αν δεν περιείχε πλήρη ανάλυση της οφειλής και της ιστορικής της αιτίας, με την αιτιολογία ότι ο νόμος δεν επιβάλλει να περιλαμβάνεται στο περιεχόμενό της αναλυτικά η οφειλή και το ιστορικό προελεύσεώς της, ενώ όλα τα αναγκαία για την πληρότητα της οφειλής στοιχεία με ακριβή προσδιορισμό των ένδικων απαιτήσεων του Δημοσίου υπάρχουν στα έγγραφα που απεστάλησαν στην Δ.Ο.Υ Κύμης.
από το Γ.Λ.Κ. και προσκομίστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το πρώτον, παραβίασε με ψευδή ερμηνεία την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 στοιχ. α' του ν.δ. 356/1975 (ΚΕΔΕ), ενόψει μάλιστα και του ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα έγγραφα που "συγκροτούν" τον ένδικο νόμιμο τίτλο είχαν κοινοποιηθεί στους ανακόπτοντες ή ότι είχε γίνει προς αυτούς γνωστοποίηση με άλλο νόμιμο τρόπο των επί μέρους στοιχείων του όλου χρέους πριν από την άσκηση της ένδικης ανακοπής.
Συνεπώς τα άνω στοιχεία δεν ήταν έγκαιρα στη διάθεσή τους για να διατυπώσουν τους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις τους για την οφειλή, με αποτέλεσμα να υφίστανται δικονομική βλάβη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλκει δε λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού η έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005).
Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι ο πρώτος λόγος ανακοπής κατά της υπ' αριθ.2390/2-10-2013 ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ Κύμης και του αντίστοιχου χρηματικού κατάλογου είναι βάσιμος δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως, και κατά συνέπεια δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπόθεση, να κρατηθεί στο δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί η έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ'αριθμ.28/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Ενόψει δε του ότι αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Τέλος τα δικαστικά έξοδα για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (ΚΠολΔ 179, 183), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθ. 49/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.
Απορρίπτει την από7.5.2015 έφεση του αναιρεσίβλητου, κατά της υπ` αριθ28./2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ