1031/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1031/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν απαιτείται η απόδειξη και αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο παρέχεται έναντι αμοιβής η σαρκική ηδονή, ούτε δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή τελέσεως της παραπάνω πράξεως και κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία σωρευτικά. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 695/2015, 207/2011, 836/2010, 1568/2009, 1637/2009, 1751/2008).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1031 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1031/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Α. Γ. και Ι. Ν., αμφοτέρων κατοίκων ... (οδός ...), που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παύλου Σαράκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4741/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Σεπτεμβρίου 2015 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1056/2015.
Αφού άκουσε
τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ’ άρθρον 349 παρ. 3 εδ. α’ ΠΚ "Όποιος κατ’ επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ή προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην καθ’ οιονδήποτε τρόπο (παροτρύνσεις, πιέσεις, συστάσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (με παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων, άσκηση ψυχολογικής βίας κλπ) παρακίνηση της γυναίκας που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει αυτό.
Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας, ενήλικη δηλαδή ή και ανήλικη. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν πλείονες γυναίκες θύματα (εκ της χρήσεως του όρου "γυναίκες", δεν προκύπτει το αντίθετο) ούτε επίσης η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών, είναι όμως αναγκαίο να μην είναι ήδη πόρνη, υπό την έννοια που αναφέρεται παρακάτω.
Η άποψη ότι αρκεί και η παρακίνηση της ήδη εταιριζόμενης γυναίκας, να συνεχίσει τη δραστηριότητα της αυτή, δεν έχει επικρατήσει. Στοιχείο επομένως του εγκλήματος της μαστροπείας είναι, η προαγωγή στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε περισσότερα πρόσωπα, άνευ επιλογής, δηλαδή η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων, αντί χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής.
Στις σαρκικές ηδονές με την έννοια των ακολάστων πράξεων, περιλαμβάνεται κάθε ασελγής επαφή των προσώπων και όχι μόνο αποκλειστικά η κατά φύση συνουσία (ΑΠ 484/2013, 928/2012, 1751/2008). Η προαγωγή στην πορνεία, πρέπει επίσης να γίνεται κατ’ επάγγελμα ή από κερδοσκοπία ή και από τα δύο αυτά. Κατ’ επάγγελμα ενεργεί ο δράστης όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, αρκεί δε το όφελος του δράστη και από μία μόνο γυναίκα, ενώ από κερδοσκοπία άσκηση υπάρχει όταν ο δράστης ενεργεί με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού ωφελήματος ή ενός αθέμιτου κέρδους, θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξάρτητα από την επίτευξη του.
Δεν απαιτείται η απόδειξη και αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο παρέχεται έναντι αμοιβής η σαρκική ηδονή, ούτε δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή τελέσεως της παραπάνω πράξεως και κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία σωρευτικά. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 695/2015, 207/2011, 836/2010, 1568/2009, 1637/2009, 1751/2008).
Εξ άλλου, η απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγον αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις γενικώς, που τα θεμελίωσαν, κατά το είδος των και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικό, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 4741/2015 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των εγγράφων των οποίων έγινε ανάγνωση, της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρα κατηγορίας, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και της απολογίας των κατηγορουμένων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "Στην Αθήνα η πρώτη κατηγορουμένη διατηρούσε σε διαμέρισμα του 2ου ορόφου της επί της οδού ...
πολυκατοικίας, ινστιτούτο αισθητικής, το οποίο όμως στην πραγματικότητα λειτουργούσε ως κρυφός Οίκος ανοχής. Αυτή είχε προσλάβει κοπέλες για να εργαστούν, στο ως άνω ινστιτούτο ως μασέζ και συγκεκριμένα τις Ε. Τ., Π. Μ. και Γ. Μ., οι οποίες δεν ασκούσαν προηγουμένως το επάγγελμα της πόρνης, ούτε είχαν χαρακτηριστεί ως εκδιδόμενες με την κατά νόμο προβλεπόμενη άδεια που εκδίδει η οικεία Νομαρχία, στη συνέχεια όμως με υποσχέσεις μεγαλύτερης αμοιβής τις παρακίνησε να ενεργούν ασελγείς πράξεις και να παρέχουν σαρκικές ηδονές έναντι αμοιβής σε άγνωστο αριθμό ανδρών - πελατών του Ινστιτούτου.
Η α’ κατηγορουμένη λάμβανε από κάθε πελάτη 90 ευρώ, μέρος του οποίου έδιδε στις κοπέλες, τις οποίες με τον τρόπο αυτό προήγαγε στην πορνεία με πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης της ως άνω πράξης, όπως προκύπτει από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, και με σκοπό τον πορισμό αθέμιτου κέρδους από τις εισπραττόμενες αμοιβές.
Κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση της άνω πράξης παρείχε συνδρομή ο δεύτερος κατηγορούμενος, γνωρίζοντας ότι αυτή προάγει στην πορνεία τις κοπέλες που εργάζονταν εκεί, οι οποίες δεν είχαν προηγουμένως εκπορνευτεί, κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία και με την θέληση να παράσχει συνδρομή. Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος βρισκόταν εξωτερικά στο Ινστιτούτο και επιτηρούσε τον χώρο ώστε μόλις αντιληφθεί κάποια ύποπτη κίνηση ή επικείμενο αστυνομικό έλεγχο, να ειδοποιήσει μέσω του κινητού τηλεφώνου την πρώτη κατηγορουμένη.
Στις 7.12.2007, το Τμήμα Ασφαλείας Συντάγματος, μετά από ανώνυμες καταγγελίες και έγγραφο του Δήμου Αθηναίων σχεδίασε την πραγματοποίηση αστυνομικού ελέγχου. Έτσι και περί ώρα 19:30 ο αστυνόμος με πολιτικά ρούχα Κ. Κ. (μάρτυρας), μετέβη στο άνω Ινστιτούτο προσποιούμενος τον πελάτη. Εκεί τον υποδέχτηκε η πρώτη κατηγορουμένη, από την οποία ζήτησε μασάζ "και ότι άλλο προκύψει" και η κατηγορουμένη του υπέδειξε να επιλέξει μία από τις τρεις κοπέλες που περίμεναν για τις προσφερόμενες υπηρεσίες, λέγοντας του ότι αξίζουν 90 ευρώ.
Αυτός επέλεξε την Ε. Τ., η οποία τον οδήγησε σε δωμάτιο του διαμερίσματος, του ζήτησε να ξαπλώσει και άρχισε να του κάνει μασάζ σε διάφορα σημεία του σώματος και στα γεννητικά όργανα μέχρι την εκσπερμάτωσή του. Στην συνέχεια κατέβαλε σ’ αυτήν (κατηγορουμένη) το ποσό των 90 ευρώ σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα, ενώ άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος για να εισέλθουν οι λοιποί αστυνομικοί που ανέμεναν έξω, για να συνδράμουν στην σύλληψη των κατηγορουμένων.
Τότε η πρώτη κατηγορουμένη πέταξε από το μπαλκόνι του διαμερίσματος στο πεζοδρόμιο το ποσό των 1.370 €, το οποίο συνέλεξε ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια των ανωτέρω συμβάντων, βρισκόταν εξωτερικά του Ινστιτούτου και επιτηρούσε τον γύρω χώρο. Οι αστυνομικοί εισήλθαν στο διαμέρισμα και συνέλαβαν τους κατηγορουμένους στην κατοχή των οποίων βρέθηκαν διάφορα χρηματικά ποσά που τυγχάνουν προϊόντα του εν λόγω εγκλήματος.
Επίσης, εντός του Ινστιτούτου βρέθηκε το ποσό των 1.600 ευρώ. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν παρείχαν υπηρεσίες κρυφού οίκου ανοχής, αντικρούεται αξιόπιστα από τον μάρτυρα αστυνομικό που εξετάστηκε ενόρκως, ο οποίος εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψή του.
Η αλήθεια της κατάθεσης αυτού ενισχύεται από τη μετέπειτα συμπεριφορά των κατηγορουμένων εκ των οποίων η πρώτη κατηγορουμένη τον έκλεισε έξω από το διαμέρισμα και αρνείτο να ανοίξει σ’ αυτόν και τους άλλους αστυνομικούς που έσπευσαν να συνδράμουν, πέταγε δε τα χρήματα έξω από το παράθυρο στον δεύτερο κατηγορούμενο που επιτηρούσε από κάτω.
Άλλο δε στοιχείο που ενισχύει και αυτό την αλήθεια των όσων κατέθεσε ο αστυνομικός αποτελούν και οι προσκομισθείσες από τους κατηγορούμενους διαφημιστικές κάρτες, από τις οποίες προκύπτει ότι η αξία (τιμή) των υπηρεσιών που παρείχε νομίμως το Ινστιτούτο (μασάζ, σάουνα κλπ) υπολειπόταν κατά πολύ (πλέον του μισού) των υπηρεσιών ως οίκου ανοχής.
Τέλος, το γεγονός ότι οι προαναφερθείσες κοπέλες του Ινστιτούτου δεν είχαν πριν την πρόσληψή τους εκπορνευτεί, προκύπτει και από την απολογία της πρώτης κατηγορουμένης, στο σημείο που αναφέρει ότι η Τ. όταν προσλήφθηκε είχε τελειώσει αισθητικός από ΙΕΚ και της ζήτησε να την προσλάβει η μητέρα της, την οποία γνώριζε.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, την μεν πρώτη για την αξιόποινη πράξη της μαστροπείας τελεσθείσας κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία και τον δεύτερο εξ αυτών για απλή συνέργεια σ’ αυτήν και επέβαλε σ’ αυτούς ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) Ευρώ στην πρώτη και ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών στον δεύτερο εξ αυτών, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη επί τριετία για την πρώτη και μετετράπη προς πέντε (5,00) ευρώ ημερησίως για τον δεύτερο, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: Η πρώτη κατηγορουμένη Α. Γ.: Κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία προήγαγε στην πορνεία γυναίκες και συγκεκριμένα ως υπεύθυνη του επί της οδού ... ινστιτούτου αισθητικής, το οποίο λειτουργούσε ως κρυφός οίκος ανοχής, με υποσχέσεις μεγαλύτερης αμοιβής παρεκίνησε τις Ε.
Τ., Π. Μ. και Γ. Μ., οι οποίες είχαν προσληφθεί για να εργασθούν ως μασέζ στο ανωτέρω ινστιτούτο, να ενεργούν ασελγείς πράξεις και να παρέχουν σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό ανδρών - πελατών αυτού, εκδιδόμενες επ’ αμοιβή και ειδικότερα αυτές ενεργούσαν μαλάξεις στα γεννητικά όργανα των πελατών, με σκοπό την γενετήσια διέγερσή τους και θώπευαν αυτούς μέχρι εκσπερματώσεως.
Η κατηγορουμένη λάμβανε από κάθε πελάτη το χρηματικό ποσό των [90,00] ευρώ για την διενέργεια μασάζ και τις ανωτέρω υπηρεσίες που του προσέφεραν οι Ε. Τ., Π. Μ. και Γ. Μ., μέρος του οποίου έδιδε σης ανωτέρω ενεργούσες τις ασελγείς πράξεις, τις οποίες με αυτόν τον τρόπο προήγαγε στην πορνεία με πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης από την υποδομή που είχε διαμορφώσει στο αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα και με σκοπό τον πορισμό αθέμιτου κέρδους από τις εισπραττόμενες αμοιβές.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Ν.: Με πρόθεση παρέσχε οποιαδήποτε συνδρομή στο δράστη και δη στην Α. Γ. κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξης της μαστροπείας τελεσθείσας κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία, που αυτή διέπραξε και συγκεκριμένα βρισκόταν εξωτερικά του ανωτέρω ινστιτούτου αισθητικής και επιτηρούσε τον γύρω χώρο.
προκειμένου να ειδοποιήσει την Α. Γ. σε περίπτωση επικείμενου αστυνομικού ελέγχου, επικοινωνώντας με "υτήν μέσω του κινητού του τηλεφώνου, βοηθώντας αυτήν να προάγει στην πορνεία τις ανωτέρω εργαζόμενες, οι οποίες ενεργούσαν ασελγείς πράξεις και παρείχαν σαρκικές ηδονές στους πελάτες του ινστιτούτου." Με αυτά που δέχθηκε το άνω δικάσαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της μαστρωπίας κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία, για το οποίο καταδικάστηκε η πρώτη αναιρεσείουσα και του εγκλήματος της απλής συνέργειας στο ως άνω έγκλημα, για το οποίο καταδικάσθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α’ , 27 παρ. 1, 47 παρ. 1, 83, 94 παρ. 1, 349 παρ. 3 εδ.
α’ του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν, αντιστοίχως, οι αναιρεσείοντες. ‘ Ολως συγκεκριμένα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά μεν στην πρώτη αναιρεσείουσα: α) η με παρακίνηση προώθηση στην πορνεία των αναφερομένων σ’ αυτή (απόφαση) τριών γυναικών, που δεν είχαν προηγουμένως εκπορνευθεί, ούτε είχαν χαρακτηριστεί ως εκδιδόμενες με την κατά νόμο προβλεπόμενη άδεια που εκδίδει η οικεία Νομαρχία, σε κατάλληλο δικό της χώρο, ήτοι σε παροχή από μέρους τους κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων έναντι αμοιβής, β) οι ασελγείς πράξεις που αυτές προσέφεραν στους πελάτες (αισθησιακό μασάζ, θωπείες ανδρικών μορίων μέχρις να εκσπερματώσουν), γ) τα μέσα προαγωγής που ήταν η αμοιβή τους για τις ασελγείς πράξεις που προσέφεραν και δ) ο μόνιμος και σταθερός πορισμός εισοδήματος από την παράνομη αυτή δραστηριότητα, αφού η αναιρεσείουσα εισέπραττε από κάθε πελάτη το ποσό των ενενήντα (90) ευρώ, μέρος του οποίου παρέδιδε στις γυναίκες, το δε υπόλοιπο παρακρατούσε η ίδια, όσον αφορά δε στο δεύτερο αναιρεσείοντα:
α) η προαγωγή σε πορνεία γυναικών που προηγουμένως δεν ήσαν πόρνες σε κατάλληλο χώρο της πρώτης αναιρεσείουσας και συζύγου του, β) οι ασελγείς πράξεις που αυτές προσέφεραν στους πελάτες (αισθησιακό μασάζ, θωπείες ανδρικών μορίων μέχρις να εκσπερματώσουν), γ) τα μέσα προαγωγής που ήταν η αμοιβή τους για τις ασελγείς πράξεις που προσέφεραν, δ) ο μόνιμος και σταθερός πορισμός εισοδήματος από την παράνομη αυτή δραστηριότητα και ε) η γνώση από αυτόν της δραστηριότητας αυτής και η θέλησή του να συνδράμει στην τέλεσή της, αφού αυτός επόπτευε τον χώρο αυτό και ειδοποιούσε την πρώτη αναιρεσείουσα για τυχόν παρουσία ή επέμβαση της αστυνομίας.
Επίσης αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας κατηγορίας, έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία κατηγορουμένων), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, καθώς και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να ερμηνεύσει την έννοια της πορνείας ως την τέλεση συνουσίας δια της παραδόσεως του ιδίου σώματος και όχι η οποιαδήποτε μορφής ασέλγεια, είναι αβάσιμη, διότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της μαστροπείας (άρθρ. 349 παρ. 3 ΠΚ), ως προελέχθη, είναι η εξώθηση στην πορνεία υπό την έννοια της παράδοσης του ιδίου σώματος σε πλείονα πρόσωπα άνευ επιλογής αντί χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής, για παροχή σαρκικών ηδονών γενικώς, με την έννοια των ακολάστων πράξεων, στις οποίες περιλαμβάνεται κάθε ασελγής επαφή των προσώπων και όχι μόνο αποκλειστικά η κατά φύση συνουσία, και επομένως το δικαστήριο της ουσίας ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά (...τις παρακίνησε να ενεργούν ασελγείς πράξεις και να παρέχουν σαρκικές ηδονές έναντι αμοιβής σε άγνωστο αριθμό ανδρών - πελατών..., ...
άρχισε να του κάνει μασάζ σε διάφορα σημεία του σώματος και στα γεννητικά όργανα μέχρι την εκσπερμάτωσή του...) στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 349 παρ. 3 του ΠΚ και όχι του άρθρου 348 ΠΚ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, για την εφαρμογή της οποίας τα πραγματικά περιστατικά είναι διαφορετικά και δεν ταυτίζονται με εκείνα της μαστροπείας, διότι κάθε ασέλγεια, δεν είναι κατά κανόνα αρκετή να δημιουργήσει κατάσταση πορνείας και προαγωγή εις πορνεία μπορεί να υπάρξει χωρίς να μπορεί να αποδειχθεί και διευκόλυνση ασέλγειας.
Εξάλλου στην τελευταία αυτή διάταξη αφενός ουδόλως απαιτείται το διευκολυνόμενο πρόσωπο να μη ασκεί το επάγγελμα της πόρνης και αφετέρου δεν αποβλέπει ως η διάταξη περί μαστροπείας, στη διέγερση αισθημάτων που διαφθείρουν την ηθική του παθόντος και προκαλούν τη ροπή του προς πορνεία. Τέλος, καθό μέρος από την επίκληση του άνω λόγου, γίνεται υπό των αναιρεσειόντων, διάφορος εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 211 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ. "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση". Ως ανακριτικά καθήκοντα νοούνται οι ανακριτικές πράξεις που ενεργούνται από ανακριτικό ή προανακριτικό υπάλληλο, κατά την διάρκεια ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου.
Δεν είναι ανακριτική πράξη η ενεργούμενη σύλληψη και προσαγωγή στο Αστυνομικό Τμήμα, αφού για την ενέργεια του αυτή ο αστυνομικός δεν προβαίνει στην σύνταξη σχετικής ανακριτικής πράξεως προς βεβαίωσή της, η οποία συντάσσεται στη συνέχεια, από τον αρμόδιο να προβεί στη σύνταξη εκθέσεως εξετάσεως προανακριτικό υπάλληλο.
Εξ άλλου η άνω απαγγελλομένη ακυρότης είναι μεν σχετική, εν τούτοις εκ του ότι δύναται να προταθεί αυτή κατ’ άρθρον 173 παρ.1 σε συνδ. προς άρθρο 174 παρ.1 μέχρις ότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό και συνεπώς εκ του ότι δύναται να προταθεί για πρώτη φορά κατ’ έφεση συνάγεται ότι η ακυρότης υφίσταται καλυπτόμενη μόνον εάν δεν προτάθη, κατά τ’ ανωτέρω (ΑΠ 1489/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης, η πρώτη κατηγορουμένη νυν πρώτη αναιρεσείουσα δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου προέβαλε τον ισχυρισμό περί μη λήψεως υπ’ όψη της μαρτυρικής καταθέσεως του αστυνομικού Κ. Κ., ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Εφετείου, διότι ούτος προέβη στη σύνταξη του διαβιβαστικού αστυνομίας προς τις Εισαγγελικές Αρχές, στην παραλαβή προσημειωμένων νομισμάτων και συνέπραξε στην κατ’ οίκον έρευνα, ενέργειες οι οποίες αποτελούν ανακριτικές πράξεις.
Το δικάσαν δικαστήριο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την προβληθείσα ένσταση της πρώτης κατηγορουμένης με το ακόλουθο σκεπτικό : "Κατά τη διάταξη του άρθρ. 211 ΚΠΔ "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος. Δεν είναι δε ανακριτική πράξη η ενεργούμενη σύλληψη και προσαγωγή κάποιου στο Αστυνομικό τμήμα από απλό αστυνομικό, αφού δεν είναι προανακριτικός υπάλληλος και για την ενέργειά του αυτός δεν προβαίνει στη σύνταξη σχετικής ανακριτικής πράξεως προς βεβαίωσή της, η οποία συντάσσεται στη συνέχεια από τον αρμόδιο να προβεί στη σύνταξη αυτής προανακριτικό υπάλληλο (ΑΠ 1549/2009, ΑΠ 1820/2008, ΑΠ 1801/2008).
Εν προκειμένω, από την έρευνα του Δικαστηρίου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο μάρτυρας αστυνομικός Κ. Κ. είχε ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα στην κρινόμενη υπόθεση, η δε συμμετοχή του στην έρευνα του εγκλήματος και τη σύλληψη των κατηγορουμένων δεν συνιστά άσκηση ανακριτικών ή προανακριτικών καθηκόντων στην υπόθεση αυτή.
Επομένως, το αίτημα εξαίρεσης αυτού κατ’ άρθρο 211 ΚΠΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο." Εντεύθεν ο σχετικός τρίτος λόγος αμφοτέρων των αναιρέσεων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για σχετική ακυρότητα (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Ποιν.Δ.) που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον α) ο αστυνομικός Κ.
Κ. ορθώς εξετάστηκε ως μάρτυρας, αφού ήταν εκείνος που δέχθηκε με αμοιβή τις ασελγείς πράξεις της εργαζόμενης στο Ινστιτούτο της αναιρεσείουσας, β) το διαβιβαστικό που συνέταξε για την υπόθεση αυτή στον Εισαγγελέα δεν συνιστά ανακριτική πράξη, γ) τα χρήματα που αυτός παρέδωσε για τις υπηρεσίες που του προσφέρθηκαν ορθώς νωρίτερα είχε φροντίσει και είχαν προσημειωθεί και επίσης δεν συνιστά ανακριτική πράξη, δ) δεν διενήργησε κατ’ οίκον έρευνα και ε) δεν συνέπραξε αυτός στις συλλήψεις και προσαγωγές των κατηγορουμένων στο αστυνομικό τμήμα.
Απορριπτέος επίσης είναι ο ίδιος λόγος, ερειδόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ., καθόσον το Δικαστήριο με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε την σχετική ένσταση. Τέλος, η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους, και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία.
Η αόριστη προβολή αυτών δεν υποχρεώνει το δικαστήριο όχι μόνο να τους απορρίψει αιτιολογημένα αλλά και να απαντήσει σ’ αυτούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α και ε, ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.
Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, ήτοι πρέπει ο έντιμος βίος του υπαιτίου να εκδηλώνεται με θετική συμπεριφορά, η οποία να ανάγεται σε όλες τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α ΠΚ μορφές. Για να αναγνωρισθεί δε η έτερη ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και απαιτείται, επί πλέον, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη εντός ή εκτός φυλακής.
Ως καλή συμπεριφορά δε, δεν εννοείται η παθητικά καλή διαγωγή, ή μόνον η απουσία παραβατικότητας ή το σύνηθες συμβαίνον για κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος των κατηγορουμένων (νυν αναιρεσειόντων), μετά την επί της ενοχής απόφαση του Δικαστηρίου, ζήτησε "την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 α’ και ε’ του ΠΚ". Το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τις αιτηθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α’ και ε’ ΠΚ, με την ακόλουθη αιτιολογία : "Ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ούτε ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους.
Επομένως το αίτημα αυτών για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α’ και ε’ ΠΚ πρέπει να απορριφθεί." Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, της αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α’ και ε’ ΠΚ, όπως προβλήθηκε και έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά, ήταν απαράδεκτος ως παντελώς αόριστος, αφού έγινε επίκληση μόνο της νομικής διατάξεως που τις προβλέπουν, χωρίς να αναφερθούν πραγματικά περιστατικά που να τις θεμελιώνουν.
Επομένως, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του αόριστου αυτού ισχυρισμού, παρά ταύτα το δικαστήριο με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε ουσία τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ 1 στ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ.
τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη ότι τους κήρυξε ενόχους χωρίς να αιτιολογήσει την καταδικαστική, άνευ ελαφρυντικού, κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί έκαστος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.) που του αναλογούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, τις από 29.09.2015 (υπ’ αριθμό γεν. πρωτ. 6933/2015 και 6932/2015) αιτήσεις αναίρεσης των 1) Α. Γ. του Β. και 2) Ι. Ν. του Σ., αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4741/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Και
Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ