Legislator Case Law & Legislation
1031/2012 AI generated

1031/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1031/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αλλά ευρίσκει έρεισμα και στα άρθρα 4 παρ.1 και 2, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (πρώην 141 της ΣΕΚ), συνάγεται ότι στο πλαίσιο εκπληρώσεως της συμβάσεως εργασίας δεν επιτρέπεται η εκ μέρους του εργοδότη άνιση μεταχείριση των μισθωτών της αυτής εκμεταλλεύσεως, όταν αυτοί έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός αν μια συγκεκριμένη απόκλιση δικαιολογείται επαρκώς από κάποια αντικειμενική αιτία.

Legislator headnote

AI generated

1031/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους, οι οποίοι παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά προσόντα, τα μισθολογικά και άλλα υπηρεσιακά ευεργετήματα, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές είτε πρόκειται για παροχές που έχουν αναληφθεί συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων (ΑΠ 1554/2004).

Keywords

AI generated
unemployment due to technical progress scientific and technical staff redundancy exclusion from public-sector employment technical barriers occupational migration
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1031 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αρχή ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων. ΔΕΗ, χειριστές διατρητικών φορείων. Προσφέρουν εργασίας υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες με τους χειριστές βαρέων μηχανημάτων και δικαιούνται το επίδομα που ο εργοδότης οικειοθελώς χορηγεί στους τελευταίους. Απορρίπτει την αίτηση.

Αριθμός 1031/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Γ. Κ. του Κ., 2) Σ. Κ. του Ν., 3) Δ. Π. του Χ., 4) Α. Π. του Λ., 5) Τ. Κ. του Δ. και 6) Ά. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Μπήινα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 116/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 27/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της εφετειακής απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 248/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκανε δεκτή την αίτηση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν, εκδόθηκε η 145/2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-4-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αλλά ευρίσκει έρεισμα και στα άρθρα 4 παρ.1 και 2, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (πρώην 141 της ΣΕΚ), συνάγεται ότι στο πλαίσιο εκπληρώσεως της συμβάσεως εργασίας δεν επιτρέπεται η εκ μέρους του εργοδότη άνιση μεταχείριση των μισθωτών της αυτής εκμεταλλεύσεως, όταν αυτοί έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός αν μια συγκεκριμένη απόκλιση δικαιολογείται επαρκώς από κάποια αντικειμενική αιτία.

Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους, οι οποίοι παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά προσόντα, τα μισθολογικά και άλλα υπηρεσιακά ευεργετήματα, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές είτε πρόκειται για παροχές που έχουν αναληφθεί συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων (ΑΠ 1554/2004).

Η εν λόγω αρχή, όμως, δεν παραβιάζεται όταν οι εξαιρούμενοι από κάποιες παροχές ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων και παρέχουν διαφορετική εργασία (ΑΠ 248/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες στην ένδικη, από 4-3-2003 αγωγή (ήδη αναιρεσίβλητοι) έχουν προσληφθεί από ετών από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), με ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας, ως τεχνικοί υπάλληλοι εφοδιασμένοι με την κατά νόμο άδεια χειριστή μηχανημάτων τεχνικών έργων Α' τάξεως, με την ειδικότητα του "γεωτρυπανιστή".

Ότι στην πραγματικότητα, από την πρόσληψή τους, οι ενάγοντες απασχολούνται ως χειριστές "διατρητικών φορείων" στο ορυχείο Νοτίου Πεδίου του "Λιγνιτικού Κέντρου Πτολεμαΐδας - Αμυνταίου". Ότι η εργασία των εναγόντων παρέχεται αποκλειστικά εντός του ορυχείου και συνίσταται στην επιχείρηση διατρήσεων και ανατινάξεων επί του εδάφους με τη χρήση μηχανημάτων τύπου "Tabrock", με ισχύ άνω των 300 ίππων, τα οποία ανήκουν στην κατηγορία των βαρέων μηχανημάτων.

Ότι το περιστατικό της μη απασχόλησης των εναγόντων ως γεωτρυπανιστών συνάγεται και από το ότι η εναγομένη δεν χορηγεί προς αυτούς το "επίδομα μετακινήσεων", το οποίο χορηγεί μόνο στους πραγματικούς γεωρτυπανιστές λόγω του ότι εργάζονται εκτός των ορυχείων και εκτελούν διερευνητικές γεωτρήσεις σε διάφορα σημεία της Χώρας.

Ότι ο χαρακτηρισμός των "διατρητικών φορείων" ως βαρέων μηχανημάτων, που χρησιμοποιούνται εντός των ορυχείων για την αποκατάσταση σκληρών σχηματισμών, προέκυψε από τις καταθέσεις τόσο του μάρτυρα των εναγόντων όσο και εκείνου της εναγομένης. Ότι η εναγομένη, με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, χορήγησε από 1-5-1990 ειδικό επίδομα σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού στους "χειριστές και κατευθυντές βαρέων μηχανημάτων ηλεκτροκίνητων ή ντιζελοκίνητων", που είναι κάτοχοι αδειών Α' τάξεως, εργάζονται στα λιγνιτικά κέντρα και "υπάγονται είτε στο σύστημα φυλακής είτε στο προσωπικό ημέρας, αλλά δεν απασχολούνται σε περονοφόρους ανυψωτές συνεργείων".

Ότι σκοπός της παροχής αυτής, που ήταν οικειοθελής, υπήρξε η δημιουργία κινήτρου για την αύξηση της παραγωγικότητας, εν όψει των δυσχερών συνθηκών απασχόλησης των χειριστών τέτοιων μηχανημάτων στα λιγνιτωρυχεία, οι οποίες είχαν ως συνέπεια την απροθυμία της παροχής εργασίας στις θέσεις αυτές. Ότι οι ενάγοντες εξαιρέθηκαν από τη χορήγηση του ως άνω επιδόματος, διότι θεωρήθηκαν ως χειριστές γεωτρύπανων, τα οποία δεν θεωρούνται βαρέα μηχανήματα.

Ότι, αντιθέτως, τα "διατρητικά φορεία", τα οποία, πράγματι, χειρίζονται οι ενάγοντες είναι βαρέα μηχανήματα και, όπως αναφέρθηκε, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά μέσα στα ορυχεία και, μάλιστα, σε έργα ίδια με αυτά, στα οποία χρησιμοποιούνται και τα "βαρέα μηχανήματα ηλεκτροκίνητα ή ντιζελοκίνητα", στους χειριστές και κατευθυντές των οποίων χορηγήθηκε το ένδικο επίδομα.

Ότι οι ενάγοντες, στην πραγματικότητα, χειρίζονται μηχανήματα με ανάλογη ιπποδύναμη προς εκείνα, τα οποία χειρίζονται οι εν λόγω συνάδελφοί τους και με την ίδια επαγγελματική άδεια, εργάζονται στον ίδιο χώρο, με τις ίδιες συνθήκες και στην ίδια παραγωγική διαδικασία της εξορύξεως λιγνίτη, με ανάλογο βαθμό δυσκολίας και επικινδυνότητας (θόρυβος, ωράριο, εργασία σε ορυχείο, πίεση για παραγωγή), δεδομένου του ότι η αποκομιδή των σκληρών σχηματισμών, ήτοι η διαδικασία που εκτελείται με τα "βαρέα μηχανήματα ηλεκτροκίνητα ή ντιζελοκίνητα" που χειρίζονται οι εργαζόμενοι που παίρνουν το επίδομα, ακολουθεί κατά πόδας τη διάτρηση, ανατίναξη και αποκατάσταση των σκληρών σχηματισμών, ήτοι τη διαδικασία που εκτελείται με τα "διατρητικά φορεία" που χειρίζονται οι ενάγοντες.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι μεταξύ αφ' ενός των αναιρεσιβλήτων και αφ' ετέρου των χειριστών και κατευθυντών "βαρέων μηχανημάτων ηλεκτροκίνητων ή ντιζελοκίνητων" υπάρχει ουσιώδης ομοιότητα τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, καθώς και συνθηκών εργασίας. Κατά συνέπεια, κατά την κρίση του Εφετείου, η θέσπιση του επιδόματος 20% ως οικονομικού κινήτρου μόνο για τους τελευταίους και η μη χορήγησή του στους πρώτους είναι αδικαιολόγητη και αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων.

Κατόπιν αυτού, για την αποκατάσταση της ισότητας, το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλλει το επίμαχο επίδομα και στους αναιρεσίβλητους. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 παρ.1 και 2 και 22 παρ.1 του Συντάγματος και 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (πρώην 141 της ΣΕΚ), τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, τις οποίες εντόπισε στο ότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά την παροχή της εργασίας τους στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας, χειρίζονται βαρέα μηχανήματα με ισχύ άνω των 300 ίππων, εργάζονται πάντοτε εντός των ορυχείων για την παραγωγή λιγνίτη, εκτελούν καθήκοντα που χρονικώς και λειτουργικώς προηγούνται άμεσα των καθηκόντων, που εκτελούν οι συνάδελφοί τους προς τους οποίους η αναιρεσείουσα χορηγεί το ένδικο επίδομα και, γενικώς, απασχολούνται υπό συνθήκες και προϋποθέσεις ουσιωδώς όμοιες με εκείνες, υπό τις οποίες απασχολούνται οι τελευταίοι.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

2. Σύμφωνα με τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-4-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 145/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2012. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ