1031/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1031/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει την συζήτηση, αν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Full text
Απόφαση 1031 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1031/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Συμεωνίδου - Παπανικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του καθ' ου η κλήση - αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πιερίας", που εδρεύει στην Κατερίνη Πιερίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 11-3-2001 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1923/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 8-6-2010 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 20-1-2003 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Παπαμήτσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει την συζήτηση, αν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 725/28-5-2002 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κατερίνης ..., την οποία προσκομίζει ο παριστάμενος και επισπεύδων την συζήτηση αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με εντολή της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος, στο αναιρεσίβλητο, για την δικάσιμο της 4-2-003, που νόμιμα είχε ορισθεί ως αρχική δικάσιμος της αναίρεσης.
Κατά την δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε. Με την από 12-10-2006 αίτηση - κλήση του αναιρεσείοντος επαναφέρθηκε η υπόθεση για συζήτηση στη δικάσιμο της 2-10-2007, κατά την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 1923/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. 2985/7-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης ..., προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της από 8-6-2010 "κλήσεως επαναφοράς" προς συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση κατά την σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο.
Αυτό όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του πινακίου, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση "του νόμου και των κανόνων του ουσιαστικού εργατικού δικαίου έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του ήταν δήθεν ορισμένου χρόνου" και όχι αορίστου χρόνου, ενώ αν δεν παραβίαζε τις ανωτέρω διατάξεις θα έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του ήταν αορίστου χρόνου και συνεπώς η απόλυσή του ήταν μη έγκυρη λόγω μη καταβολής της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημιώσεως.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν παραθέτει στο αναιρετήριο ούτε τις ουσιαστικού δικαίου παραβιασθείσες διατάξεις του νόμου και των κανόνων του εργατικού δικαίου, ούτε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ, διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Επίσης, και ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την παραδοχή ότι "ο ενάγων απασχολείτο κυρίως με την ανάγνωση εφημερίδων και με επισκέψεις σε γραφεία άλλων υπαλλήλων" στερείται αιτιολογίας και περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά τις σχέσεις του αναιρεσείοντος με τους συναδέλφους του και με το εν γένει εργασιακό περιβάλλον του, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι ο ενάγων - αναιρεσείων δεν παραθέτει στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα, ούτε τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά, ούτε σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποια είναι τα ελλείποντα στοιχεία, που είναι αναγκαία για την επάρκειά τους.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, όχι αυθαιρέτως, αλλά αφού έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, τα οποία και εξετίμησε ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ότι τόσο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και το Εφετείο, δεν έλαβαν υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δεν ήταν υπότροπος, αφού το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κατερίνης με το υπ' αριθμ. 52/1998 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για απιστία αυτού σε βάρος του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ., ότι αν το Εφετείο λάμβανε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό, η κρίση του περί επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως θα ήταν διαφορετική και ότι στην απόλυσή του "ουδόλως υπήρξε ελαστικότητα, επιμέτρηση και εν τέλει αναλογία της επιβαλλόμενης ποινής και επίμεμπτης συμπεριφοράς (άρθρο 50 παρ. 2 και 4 της με αριθμό 27346/1990 κοινής απόφασης Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας, που περιλαμβάνει τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων) και άρα κατά παράβαση του άρθρου 281 του ΑΚ του επιβλήθηκε απευθείας οριστική απόλυση".
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδοχή του Εφετείου (βλ. 8ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης) ότι "μεταξύ των πειθαρχικών αδικημάτων, για τα οποία επιβλήθηκε στον ενάγοντα η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης δεν περιλαμβανόταν, τόσο το αδίκημα της απιστίας, όσο και το αδίκημα της σύνταξης ψευδούς ισολογισμού, για το οποίο αθωώθηκε-ελλείψει δόλου-με την υπ' αριθμ. 2264/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης" προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι "δεν ήταν υπότροπος" και τον απέρριψε εκ του πράγματος. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι "στην απόλυση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος ουδόλως υπήρξε ελαστικότητα, επιμέτρηση και εν τέλει αναλογία της επιβαλλόμενης ποινής και επίμεμπτης συμπεριφοράς", πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται, όταν κατ' εκτίμηση, έστω και πλημμελή, του εγγράφου, ως τούτο έχει κατά το αληθές περιεχόμενό του, είτε μεμονωμένως είτε σε συνδυασμό με το σύνολο των επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, πείθεται το δικαστήριο της ουσίας περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων το συγκεκριμένο έγγραφο προσκομίζεται.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι "ο ενάγων με το υπ' αριθμ. 52/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης, που έχει καταστεί τελεσίδικο, έχει απαλλαγεί από το αδίκημα της απιστίας ... λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε ζημία του εναγομένου, καθώς και πρόθεση αυτού να ζημιώσει το εναγόμενο, πλην όμως από το γεγονός αυτό πρόδηλα δεν αναιρείται και η απαξία της άνω πράξης του ως παραβάσεως υπηρεσιακών καθηκόντων".
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, με την ανωτέρω παραδοχή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προαναφερόμενου βουλεύματος. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και στη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διάφορου από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως ιδρύεται και επί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του Εφετείου. Για την πληρότητα όμως του προβλεπόμενου από την προαναφερθείσα διάταξη λόγου αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται σ' αυτόν ποία είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, διότι, διαφορετικά, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος. Με βάση τα ανωτέρω, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφού για την πληρότητά του δεν αναφέρονται τα (συγκεκριμένα) διδάγματα αυτά και ο κανόνας που παραβιάσθηκε, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως παντελώς αόριστος. Κατόπιν όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-3-2001 αίτηση του Ι. Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 177/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ