Legislator Case Law & Legislation
1031/2008 AI generated

1031/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1031/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1031/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο σχετικός πρώτος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- Επειδή, κατά το άρθρο 100 παρ. 1α του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη της κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής.

Keywords

AI generated
waiver of wage claims financial, monetary or economic policy unemployment insurance financing child-raising credit social security contributions arrears negotiable instrument
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1031 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1031/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ), ως καθολικής διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τής "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης από την "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" την 7-9-2000 (ΦΕΚ Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 8391/13-9-2000). Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή. Του αναιρεσιβλήτου: ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ζαχαριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/1486.15/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 808/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-5-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 9-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 98 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικα των Δικηγόρων", ελλείψει ειδικής συμφωνίας μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του, το ποσό της αμοιβής του πρώτου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων του Κώδικα αυτού, κατά δε το άρθρο 100 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής, ενώ επί αγωγών από συναλλαγματικές και γραμμάτια σε διαταγή κατά την έκτακτη διαδικασία αυτών το ανωτέρω ποσοστό μειώνεται στο ήμισυ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 114 παρ. 3α του ανωτέρω Κώδικα, για τη σύνταξη κάθε άλλης αιτήσεως, που δεν κατονομάζεται στον Κώδικα αυτό, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου ενώπιον του Προέδρου είναι 30 δρχ. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται με σαφήνεια ότι εκείνη του άρθρου 100 παρ. 1β του Κώδικα των Δικηγόρων εφαρμόζεται και επί αιτήσεων προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση συναλλαγματικές και γραμμάτια σε διαταγή, αλλά, για την ταυτότητα του λόγου, και με βάση οποιαδήποτε άλλα έγγραφα, αφού και στην περίπτωση αυτή τηρείται η ίδια διαδικασία.

Συνεπώς, εφόσον η αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τους ως άνω πιστωτικούς τίτλους και τα άλλα έγγραφα περιλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1β του Κώδικα των Δικηγόρων, μολονότι δεν κατονομάζεται ρητώς σ'αυτή, η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της εν λόγω αιτήσεως ορίζεται σε ποσοστό 1% επί της αξίας του αντικειμένου της.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η δικηγορική αμοιβή για τη σύνταξη της αιτήσεως αυτής ορίζεται στο ανωτέρω ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 100 παρ. 1 του Κώδικα των Δικηγόρων με την εφαρμογή τους και εκείνες του άρθρου 114 παρ. 3 του αυτού Κώδικα με τη μη εφαρμογή τους.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- Επειδή, κατά το άρθρο 100 παρ. 1α του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη της κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 103 του αυτού Κώδικα, με την αγωγή εξομοιώνεται η ανταγωγή και η κυρία παρέμβαση, που ασκούνται με ίδιο δικόγραφο ή με τις προτάσεις, η ανακοπή με διεκδίκηση, η ανακοπή κατά πράξεων κάθε φύσεως αναγκαστικής εκτελέσεως και η ανακοπή κατά πράξεων εφόρου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 107 παρ. 1α του ίδιου Κώδικα, για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση της υποθέσεως το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου και, σε περίπτωση ανακοπής, του καθ'ου η ανακοπή, είναι ίσο με εκείνο που ορίζεται για τη σύνταξη της αγωγής ή της ανακοπής, ήτοι ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτών.

Τέλος, κατά το άρθρο 176 του εν λόγω Κώδικα, για εργασίες ή πράξεις ή απασχολήσεις του δικηγόρου δικαστικές ή εξώδικες, περί των οποίων την αμοιβή δεν προνοούν ειδικά τα προηγούμενα άρθρα, η αμοιβή αυτού, σε περίπτωση ελλείψεως συμφωνίας, κανονίζεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα αυτού. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του καθ'ου για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση δημοσίου ή ιδιωτικό έγγραφο και εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής.

Συνεπώς, καθόσον αφορά την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων επ' αυτής, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 107 παρ. 4 του ως άνω Κώδικα, κατά την οποία για τη σύνταξη προτάσεων σε κάθε συζήτηση αιτήσεως, που δεν προβλέπεται ειδικά από τον Κώδικα αυτό, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου είναι 40 δρχ.

προκειμένου περί Δικαστηρίου Πρωτοδικών, αλλ' αντίθετα η αμοιβή αυτή επί της ανωτέρω ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής καθορίζεται αναλογικά με βάση την αξία του αντικειμένου της ανακοπής και όχι με βάση την πάγια αμοιβή σε μεταλλικές δραχμές. Κατόπιν αυτών το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων για λογαριασμό της αναιρεσείουσας Τράπεζας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών κατά την εκδίκαση στις 2-11-1999 της από 8-2-1999 ανακοπής του ......

κατά της υπ' αριθ. 7/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, ποσού 34.089.063 δρχ., σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της ανακοπής, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1α, 103, 107 παρ. 1α, 176 του Κώδικα περί Δικηγόρων με την εφαρμογή τους και εκείνης του άρθρου 107 παρ. 4 του αυτού Κώδικα με τη μη εφαρμογή της.

Επομένως, ο σχετικός δεύτερος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1-2, 101, 105 παρ. 1, 107 παρ. 1, 3 και 110 παρ. 3 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικα των Δικηγόρων" συνάγεται ότι, αν δεν υπάρχει συμφωνία, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος για τη σύνταξη της αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής.

Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται επί της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας του δικηγόρου, αφότου και παράγεται η σχετική αξίωσή του, ανεξαρτήτως αν μετά τη σύνταξη και την άσκηση της αγωγής ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή προς το δικηγόρο ή ματαιωθεί οριστικά η εκδίκασή της.

Περαιτέρω, το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις διατάξεις του άνω Κώδικα προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής, διότι μόνο αφότου τελειωθεί η ενέργεια του δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή.

Ειδικώς ως προς την άσκηση της αγωγής θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί και τελειωθεί η προς τούτο εντολή του εντολέα πελάτη από τη χρονική στιγμή, κατά την οποία ο εντολοδόχος δικηγόρος συντάξει το δικόγραφο της αγωγής και καταθέσει αυτό στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, χωρίς να είναι αναγκαίο να επακολουθήσει, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 215 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, και επίδοση αυτής στον εναγόμενο για να επέλθουν τα από το άρθρο 221 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα αποτελέσματα της εκκρεμοδικίας, του αμεταβλήτου της δικαιοδοσίας και της αρμοδιότητας και της προτιμήσεως, αφού αυτά, ως συνέπεια της επιδόσεως, δεν σχετίζονται με το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει την αμοιβή του για τη σύνταξη της αγωγής.

Σε κάθε δε περίπτωση, επί μη προσδιορισμού δικασίμου και επιδόσεως της αγωγής από τον ενάγοντα, δικαίωμα επισπεύσεως της συζητήσεως αυτής, κατά το άρθρο 230 παρ. 2 Κ.Πολ.δ, έχει και ο ίδιος ο εναγόμενος, χωρίς εντεύθεν να συνάγεται ότι ο συντάξας και καταθέσας το δικόγραφο της αγωγής δικηγόρος δεν έχει προβεί σε ολοκληρωμένη ενέργεια για την απόληψη της αμοιβής του. 'Αλλωστε, η λύση αυτή εναρμονίζεται και με τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 100 του Κώδικα Δικηγόρων, που αναφέρεται απλώς σε σύνταξη αγωγής (Ολ.

Α.Π 14/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι για να δικαιούται ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος αμοιβή για τη σύνταξη των αναφερομένων αγωγών αποζημιώσεως από δικαιοπραξία αρκεί μόνο, εκτός από τη σύνταξη και την υπογραφή αυτών, η κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που απευθύνεται, χωρίς να απαιτείται επίδοση αντιγράφου τους στους εναγομένους.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ , με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικα των Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη, την οποία κατέβαλε ο ίδιος, και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τους αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 46 του αυτού Κώδικα περί των καθηκόντων των δικηγόρων ορισμούς, που διέπουν στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ενόψει της φύσεως της σχέσεώς του με τον εντολέα του, που είναι κατ' εξοχή σχέση εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβή για ενέργειες, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στη δοθείσα σ'αυτόν εντολή ή δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στη συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη του συμφέροντος του εντολέα του, εκτός αν έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή αυτού.

Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος, δικηγόρος ...., κατά το έτος 1982, συνήψε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας .Α.Ε.", που απορροφήθηκε ήδη από την αναιρεσείουσα Τράπεζα, σύμβαση, σύμφωνα με την οποία ανέθεσε σ'αυτόν τη νομική της εκπροσώπηση στις υποθέσεις του υποκαταστήματός της στα Γιαννιτσά, αντί συμφωνηθείσης αμοιβής καθ' υπόθεση με βάση τα κατώτερα όρια, που καθορίζονται από τον Κώδικα των Δικηγόρων, πλέον τα έξοδα, που θα κατέβαλε ο ίδιος για λογαριασμό της εντολέα του.

Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας προέβη, εκτός των άλλων δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών, α) στη σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών της από 21-6-1998 αγωγής της Τράπεζας Εργασίας Α.Ε. κατά των αναφερομένων τεσσάρων εναγομένων, με αντικείμενο την αποζημίωση από αδικοπραξία, λόγω εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, ποσού 60.000.000 δρχ., κατά δε την ορισθείσα δικάσιμο προς συζήτηση αυτής παραστάθηκε ο αναιρεσείων για λογαριασμό της εντολέα του, πλην όμως η συζήτησή της αναβλήθηκε χωρίς υπαιτιότητα αυτού, που δικαιούται το μνημονευόμενο υπόλοιπο της συμφωνηθείσης αμοιβής του, β) στη σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου της από 19-8-1998 αγωγή της εν λόγω Τράπεζας κατά των αναφερομένων πέντε εναγομένων, με αντικείμενο την αποζημίωση από αδικοπραξία, λόγω εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών, ποσού 150.000.000 δρχ., κατά δε την ορισθείσα δικάσιμο προς συζήτηση αυτής παραστάθηκε ο αναιρεσείων για λογαριασμό του εντολέα του, πλην όμως η συζήτησή της αναβλήθηκε χωρίς υπαιτιότητα αυτού, που δικαιούται το μνημονευόμενο υπόλοιπο της αμοιβής του, γ) στη σύνταξη υπογραφή και κατάθεση ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών της από 20-1-1998 αιτήσεως κατά των αναφερομένων δύο ανωνύμων εταιριών, που είναι οι δύο πρώτες εναγόμενες στην υπό το στοιχείο α' αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 11/1998 διαταγή πληρωμής του ανωτέρω Δικαστή για το ποσό των 60.000.000 δρχ.

και δ) στη σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστή της από 20-1-1998 αιτήσεως κατά των αναφερομένων δύο ανωνύμων εταιριών, που είναι οι δύο πρώτες εναγόμενες στην υπό το στοιχείο β' αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9/1998 διαταγή πληρωμής του εν λόγω Δικαστή για το ποσό των 150.000.000 δρχ.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 22-11-2002 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ο αναιρεσίβλητος, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών αυτού, προέβη στις εν λόγω δικαστικές ενέργειες κατ' εντολή και για λογαριασμό της ως άνω Τράπεζας, ενεργώντας στα πλαίσια της συναφθείσης μεταξύ αυτών συμβάσεως εντολής.

Επομένως, ο τέταρτος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- Επειδή, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικα των Δικηγόρων", για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξία το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της.

Περαιτέρω, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. Α.Π. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω ανέλεγκτα ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας του με την "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε." προέβη εκτός των άλλων δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών και στη σύνταξη στις 29-7-1997 του εγγράφου περί της συμβάσεως εκχωρήσεως και ενεχυράσεως απαιτήσεως, με την οποία η αναφερόμενη ανώνυμη εταιρία εκχώρησε προς την εντολέα του απαίτησή της, ποσού 1.200.0000.000 δρχ.

κατά της ΔΙΔΑΓΕΠ του Υπουργείου Γεωργίας. Το έγγραφο της συμβάσεως αυτής συντάχθηκε από τον αναιρεσίβλητο και υπογράφηκε από τις συμβαλλόμενες και δεν συντάχθηκε από τους υπαλλήλους της εντολέα του Τράπεζας. Για την εν λόγω πράξη δικαιούται ο αναιρεσίβλητος, ως αμοιβή, ποσό πολύ μεγαλύτερο από εκείνο των 3.500 ευρώ, που ζητεί με την αγωγή του να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει η αναιρεσείουσα, αφού για τα πρώτα 15.000.000 δρχ. (44.020,54 ευρώ) δικαιούται 1%, για το ποσό από 15.000.001 δρχ.

μέχρι 500.000.000 δρχ. (1.467.351,43 ευρώ) δικαιούται 0,5%, για το ποσό από 500.000.001 δρχ. έως 1.000.000.000 δρχ. (2.934.702,80 ευρώ) δικαιούται 0,4% και για το επιπλέον ποσό 0,3%. Έτσι, η οφειλόμενη για την αιτία αυτή αμοιβή στον αναιρεσίβλητο ανέρχεται στο ποσό των 3.500 ευρώ. Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή, κατά το εν λόγω Κονδύλιο, ως ουσιαστικά βάσιμη.

Η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για τη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος ισχυρισμού της, κατά τον οποίο οι υπάλληλοι της Νομικής Υπηρεσίας της Τράπεζας συνέταξαν το έγγραφο της ανωτέρω συμβάσεως.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, ενόψει των άνω παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον εν λόγω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Επίσης, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με την εφαρμογή τους και εκείνες του άρθρου 156 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων με τη μη εφαρμογή τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-5-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK - ERGASIAS AE" για αναίρεση της υπ'αριθ. 808/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15-5-2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20-5-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ