1031/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4517/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5977/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1η Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1031/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ., 1, 6, 11, 37, 38, 39, 79 του Ν. 5960/1933 και 18 του Ν. 2190/1920 και οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι δεύτερος, πέμπτος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος (τελευταίος) λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1031 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1031/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παναγιωτόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΙΜΑΛΕΒΗΤΕΧΝΙΚΗ KLT Α. Ε. ", που εδρεύει τη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Καραγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4517/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5977/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1η Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 του Α.Κ., το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο.
Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου. Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτή, δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (Α.
Κ. 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους. 'Ετσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο, όπως η ανώνυμη εταιρία, υπόχρεος σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας του κομιστή της είναι (πλέον του νομικού προσώπου) και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, που υπέγραψε την επιταγή, εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρύσματος κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, εκδοθείσης επί της αγωγής της ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της αναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας και του αναιρεσείοντος, με την οποία η πρώτη, για τους αναφερόμενους σ αυτή (αγωγή) λόγους, ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι και της καταβάλουν το αναφερόμενο ποσό και με προσωπική κράτηση του δευτέρου τούτων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα πώλησε την 17-6-2002 στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ραπτομηχανές και Οικιακές Συσκευές ΑΕΕ", αρχικώς ονομαζόμενη "Siηger ΑΕΕ Οικιακές Συσκευές", μηχανήματα τη εμπορίας της και έλαβε έναντι του τιμήματος από τον εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω εταιρίας την 22540125-8 δίγραμμη επιταγή, εκδόσεως του εν λόγω εναγομένου και σε διαταγή της ενάγουσας, με μεταχρονολογημένη ημερομηνία την 28-2-2003, ποσού 34.622,31 ευρώ, πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα και στον αναφερόμενο λογαριασμό.
Ότι, η επίδικη επιταγή προσκομίσθηκε αρχικώς στην Εμπορική Τράπεζα προς είσπραξη λόγω ενεχύρου, πλήν, όμως, επειδή δεν συστάθηκε τέτοια σύμβαση ενεχύρου επιστράφηκε από την τράπεζα αυτή στην λήπτρια ενάγουσα, η οποία, ως νόμιμη κομίστρια, εμφάνισε την επιταγή εμπρόθεσμα προς είσπραξη στην πληρώτρια τράπεζα, πλην, όμως, αυτή δεν πληρώθηκε, καθόσον δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη εναγομένου, εν γνώσει του τελευταίου για την έλλειψη αυτή.
Εφόσον, κατά τις σαφείς, επαρκείς και ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, ο εναγόμενος (αναιρεσείων) εξέδωσε την επίμαχη επιταγή, ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ανώνυμης εταιρίας, εν γνώσει της ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο της πληρωμής της, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ευθύνεται σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας της κομίστριας της επιταγής ενάγουσας (αναιρεσιβλήτου) και η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε τα παραπάνω και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε υποχρεώσει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση εξ αδικοπραξίας, το ποσό της επιταγής, διατάξασα και την προσωπική κράτηση του τελευταίου, ως μέσο εκτελέσεως της αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 65-71, 211, 297, 298, 299, 914 του Α.
Κ., 1, 6, 11, 37, 38, 39, 79 του Ν. 5960/1933 και 18 του Ν. 2190/1920 και οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι δεύτερος, πέμπτος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος (τελευταίος) λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Η ενάγουσα, ως νόμιμη κομίστρια της επιταγής κατά το χρόνο εμφάνισής της προς πληρωμή, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ενομιμοποιείτο ενεργητικά σε άσκηση της αγωγής (αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας λόγω εκδόσεως της άνω ακάλυπτης επιταγής), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και η τελευταία, που με επαρκή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου - αναιρεσείοντος περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας προς άσκηση της αγωγής, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 Α.Κ., 37, 38, 39 και 79 του Ν. 5960/1933 και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, εκθέτει η ενάγουσα ότι ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, εξέδωσε σε διαταγή της ίδιας την αναφερόμενη δίγραμμη επιταγή, ότι αυτή, ως νόμιμη κομίστρια της επιταγής την εμφάνισε εμπροθέσμως στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, πλήν, όμως αυτή (επιταγή) δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, εν γνώσει του προαναφερόμενου εκδότη ως προς το γεγονός αυτό τόσο κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο εμφανίσεως προς πληρωμή της επιταγής και ότι από τη μη πληρωμή της επίδικης επιταγής ζημιώθηκε (η ενάγουσα) κατά το ποσό αυτής, το οποίο οι εναγόμενοι αρνούνται να της καταβάλουν, παρά τις οχλήσεις της.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί η ενάγουσα, κυρίως με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, ως αποζημίωση εξ αδικοπραξίας, το ποσό της επιταγής, απαγγελλομένης κατά του δευτέρου τούτων (ήδη αναιρεσείοντος) και προσωπικής κρατήσεως ως μέσου εκτελέσεως της αποφάσεως.
Με αυτό το ιστορικό και αίτημα η αγωγή περιέχει τα κατ άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ. αναγκαία στοιχεία και είναι ορισμένη, η δε προσβαλλόμενη απόφαση, που την έκρινε ως τέτοια δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος και οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλει ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε ορισμένη την αγωγή, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 14 επ., 28 επ. και 79 του Ν. 5960/1933, 297, 298, 299 και 914 του Α.Κ., είναι αβάσιμοι. Ο ως άνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, είναι απαράδεκτος (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ. 1).
Το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ανώνυμης εταιρίας, που υπέγραψε (εξέδωσε) την επίδικη επιταγή εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρύσματος κατά τους χρόνους της εκδόσεως και της πληρωμής της, είναι (πλέον της εταιρίας) υπόχρεος σε αποζημίωση της ενάγουσας νόμιμης κομίστριας αυτής (επιταγής) και ότι, εναχθείς για τη δική του αδικοπρακτική, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως καταστατικού οργάνου της άνω ανώνυμης εταιρίας, συμπεριφορά, για την οποία ευθύνεται σε αποζημίωση ο ίδιος, η προβαλλόμενη πτώχευση της τελευταίας δεν ασκεί επιρροή στην προκείμενη υπόθεση και δεν έχει ως συνέπεια να θεωρείται η μη πληρωμή της επιταγής ανυπαίτια και μη ιδρύουσα υποχρέωση αποζημιώσεως.
Με βάση τις επαρκείς αυτές αιτιολογίες το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ. Πολ. Δ αντίθετος έκτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε επίσης ανελέγκτως ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα γνώριζε την έλλειψη ταμειακής ρευστότητας της άνω εταιρίας κατά το χρόνο που έλαβε την επίμαχη μεταχρονολογημένη επιταγή (17-6-2002), δοθέντος ότι η εταιρία αυτή μέχρι την ημέρα δηλώσεως παύσεως των πληρωμών της (24-1-2003) είχε διαθέσιμα κεφάλαια σε λογαριασμό της στην Εθνική Τράπεζα και επίσης κεφάλαιο 200. 000 ευρώ στην Τράπεζα Πίστεως.
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας (Α.Κ. 300), σύμφωνα με την οποία αυτή γνώριζε την έλλειψη ταμειακής ευχέρειας (ρευστότητας) της εταιρίας και με την παραλαβή της επιταγής αποδέχθηκε τον σχετικό κίνδυνο των συνεπειών έκδοσης της μεταχρονολογημένης επιταγής αυτής και έτσι συνετέλεσε στη ζημία της. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ.
και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος έβδομος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Το Εφετείο που με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι η ενάγουσα, νόμιμη κομίστρια και δικαιούχος της επίμαχης ακάλυπτης επιταγής, ασκώντας με την αγωγή την αξίωση αποζημιώσεώς της εξ αδικοπραξίας, εδικαιούτο να ζητήσει και την προσωπική κράτηση του εναγομένου (εκδότη της επιταγής), για την εκτέλεση της εξ αδικοπραξίας απαιτήσεώς της και ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα κριτήρια (ύψος απαιτήσεως, βαρύτητα πράξεως, πταίσμα και αφερεγγυότητα του εναγομένου) και δέχθηκε το αίτημα προσωποκρατήσεως του τελευταίου, ορθά εφάρμοσε το νόμο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ. και 1047 του Κ.Πολ.Δ. και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος όγδοος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ. Πολ. Δ. προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη τούτων λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνο ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον διάδικο-αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίμαχης επιταγής και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι 559 αριθ. 1 και 19 που αναφέρεται στο αναιρετήριο). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επιταγής αυτής, εκτιμώμενο κατ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αυτή οπισθογραφήθηκε από την κομίστρια (αναιρεσίβλητη-ενάγουσα) λόγω ενεχύρου στην Εμπορική Τράπεζα, πλήν, όμως, μη υφισταμένου λόγου ενεχύρου, όπως προκύπτει από την επ αυτής (επιταγής) σημείωση της άνω Τράπεζας "δεν υφίσταται λόγος επ ενεχύρω", διαγράφηκε από την Τράπεζα αυτή η άνω οπισθογράφηση (άρθρ. 19 του Ν. 5960/1933) και επιστράφηκε η επιταγή από την ίδια Τράπεζα στην οπισθογράφο -κομίστρια-ενάγουσα, η οποία, ως νόμιμη κομίστρια της επιταγής, την εμφάνισε για πληρωμή στις 6-2-2003 στην πληρώτρια Εθνική Τράπεζα Ελλάδος και αυτή δεν πληρώθηκε, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη (εναγομένου-ήδη αναιρεσείοντος), κατά την επ αυτής βεβαίωση της τελευταίας τράπεζας.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι η άνω επιταγή, προσκομισθείσα (οπισθογραφηθείσα) στην Εμπορική Τράπεζα λόγω ενεχύρου και μη συσταθείσας τέτοιας σύμβασης (ενεχύρου) επιστράφηκε από την τράπεζα αυτή στην λήπτρια ενάγουσα, η οποία, ως νόμιμη κομίστρια της επιταγής, την εμφάνισε στις 6-2-2003 στην πληρώτρια (Εθνική) τράπεζα και αυτή δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη, όπως βεβαίωσε η άνω τράπεζα, εν γνώσει του τελευταίου για την έλλειψη αυτή, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επιταγής αυτής και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ.
αντίθετος ένατος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα (δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος) που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. Α.Π. 12/1991). Εξ άλλου, ο απαράδεκτος, μη νόμιμος ή αόριστος ισχυρισμός είναι επουσιώδης, δηλαδή δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αποτελεί "πράγμα" και η μη λήψη αυτού υπόψη, καίτοι προτάθηκε, ως και η μη απάντηση σ αυτόν δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. (Ολομ.
Α.Π. 14/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι, ενώ πρότεινε τους ισχυρισμούς 1) ότι αυτός, τόσο κατά την έκδοση, όσο και κατά την εμφάνιση για πληρωμή της επίδικης επιταγής δεν ήταν καταστατικός εκπρόσωπος της άνω ανώνυμης εταιρίας αλλά απλός υπάλληλός της και δεν μπορούσε να εξασφαλίσει την πληρωμή της επιταγής και συνεπώς ελλείπει η υπαιτιότητά του για τη μη πληρωμή της, 2) ότι η ίδια ως άνω ανώνυμη εταιρία, τόσο κατά την έκδοση της επιταγής, όσο και κατά την εμφάνισή της για πληρωμή είχε αντίστοιχα κεφάλαια για την πληρωμή της στην ALPHA τράπεζα, τα οποία δεν μπορούσε να μεταφέρει στην πληρώτρια τράπεζα, ούτε επίσης μπορούσε να τα μεταφέρει στην άνω τράπεζα αυτός (αναιρεσείων) αφού δεν ήταν εκπρόσωπος της εταιρίας αλλά απλός υπάλληλός της και επομένως ελλείπει η υπαιτιότητά του για τη μη πληρωμή της, 3)ότι, τόσο κατά την έκδοση, όσο και κατά την εμφάνιση για πληρωμή της επίδικης επιταγής δεν ήταν καταστατικός εκπρόσωπος και όργανο της διοίκησης της άνω εταιρίας, αλλά υπάλληλος αυτής, εξουσιοδοτηθείς για την υπογραφή της επιταγής και άρα ενήργησε ως αντιπρόσωπος της εταιρίας αυτής και του Δ.Σ.
της και συνεπώς υποκείμενο των συνεπειών έκδοσης της επιταγής ήταν η παραπάνω εταιρία και όχι αυτός και 4) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έπρεπε να λάβει υπόψη την αναφερόμενη βεβαίωση του Υποκαταστήματος Χαριλάου (Θεσσαλονίκης) της Εθνικής τράπεζας, με την οποία βεβαιώνεται ότι η επιταγή εμφανίσθηκε για πληρωμή από την αναιρεσίβλητη δια του νομίμου εκπροσώπου της, διότι ο κομιστής της επιταγής πρέπει να προκύπτει από το σώμα της.
Το Εφετείο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων), νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ανώνυμης εταιρίας, εξέδωσε την επίδικη επιταγή σε διαταγή της ενάγουσας (αναιρεσιβλήτου), έλαβε υπόψη του τους άνω υπό στοιχεία 1 και 3 προβληθέντες από τον εναγόμενο ισχυρισμούς και τους απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς (Ολομ.
Α.Π. 11/1996), εντεύθεν δε, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν στοιχειοθετείται ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως και ο δέκατος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους άνω (υπό στοιχεία 1 και 3) ισχυρισμούς και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο προβληθείς ισχυρισμός ότι η άνω ανώνυμη εταιρία κατά την έκδοση και εμφάνιση για πληρωμή της επιταγής είχε κεφάλαια στην προαναφερθείσα τράπεζα, τα οποία δεν μπορούσε να μεταφέρει στην πληρώτρια τράπεζα, ούτε μπορούσε να τα μεταφέρει στην άνω τράπεζα ο αναιρεσείων, απλός υπάλληλός της, ήταν μη νόμιμος και εντεύθεν επουσιώδης, μη ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι τα κεφάλαια πληρωμής της επιταγής έπρεπε να υπάρχουν στην πληρώτρια τράπεζα και στον οικείο λογαριασμό, εντεύθεν δε η μη λήψη υπόψη του άνω επουσιώδους και μη συνιστώντος "πράγμα" ισχυρισμού από το Εφετείο δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
και ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον άνω (υπό στοιχείο 2) ισχυρισμό και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος. Τέλος, το Εφετείο ορθά και νόμιμα έλαβε υπόψη την αναφερόμενη στην προσβαλλομένη βεβαίωση του Υποκαταστήματος Χαριλάου Θεσσαλονίκης της Εθνικής τράπεζας και ο ως άνω (υπό στοιχείο 4) ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ήταν μη νόμιμος και η από το Εφετείο μη λήψη αυτού υπόψη δεν ιδρύει τον λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
και ο αυτός (δέκατος) λόγος της αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (Κ.Πολ.Δ. 340) με τις λοιπές αποδείξεις 1) το από 4-11-2002 πρακτικό της Γ.Σ.
των μετόχων της άνω ανώνυμης εταιρίας "SINGER ΑΕΕ" και 2) τα με αριθμούς 860/2002 και 733/2001 πρακτικά του Δ.Σ. της ίδιας εταιρίας και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος ενδέκατος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-9-2006 αίτηση του ...... για αναίρεση της 5977/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαϊου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ