Legislator Case Law & Legislation
1031/2006 AI generated

Supreme Court dismisses airline's appeal on abuse of right grounds regarding back pay claims.

Case Number 1031/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision rejecting the airline's appeal against a lower court ruling. The airline argued that the employee's claim for back pay constituted an abuse of right due to the company's financial insolvency and the likelihood of similar claims from other staff. The court found the lower court's reasoning sufficient to determine the claim exceeded the bounds of good faith and social purpose, thus upholding the dismissal of the employee's suit while remanding the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.C.; Art. 559 K.P.D.; The right to claim damages is exercised abusively when prior conduct creates a reasonable belief in the creditor that the right will not be asserted, and the subsequent assertion would be oppressive to the debtor.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle social purpose of right financial insolvency defense remand for retrial back pay claims labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.C.
ac
Art. 559 K.P.D.
Art. 576 K.P.D.
Art. 580 K.P.D.
Art. 128 K.P.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1031 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1031/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Θεοδώρα Ευσταθοπούλου.

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 758/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7080/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/4/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 24/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και τρίτου και την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη Γ2198/2005 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 19/4/2005 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο και κλήσεως προς εμφάνιση κατ΄ αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με θυροκόλληση, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη, ενώ αντίγραφο του επιδοθέντος εγγράφου παραδόθηκε στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος της κατοικίας της (ΑΤ ...) και ταχυδρομήθηκε σχετική ειδοποίηση στην αναιρεσίβλητη κατ΄ άρθρ. 128 παρ. 4 β και γ Κ.Πολ.Δ. (από 23/8/2005 απόδειξη παραλαβής του ΑΤ ... και από 23/8/2005 βεβαίωση του ενεργήσαντος την επίδοση προσυπογραφόμενη από τον αρμόδιο ταχυδρομικό υπάλληλο). Επομένως αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την άνω, νόμιμη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρούσα και αυτή (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.

ΑΠ. 8/2001). Εξάλλου η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.

Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξιώσεως – μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.

Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί «πράγμα» που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη, η οποία απασχολείται στην αναιρεσείουσα ως ιπταμένη συνοδός με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε να της καταβληθεί το επίδομα τέκνων του χρονικού διαστήματος από 1.1.1994 έως 31.3.1999, το οποίο η αναιρεσείουσα δεν της κατέβαλε, διότι το επίδομα αυτό κατεβάλλετο στον σύζυγό της, ο οποίος ήταν μισθωτός απασχολούμενος και αυτός ως ιπτάμενος φροντιστής στην αναιρεσείουσα.

Η τελευταία ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, πλην άλλων, προτείνοντας παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για λήψη του ενδίκου επιδόματος από την αναιρεσίβλητη, την οποία ένσταση επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν εφέσεως της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι: 1) η αναιρεσίβλητη αδράνησε να αξιώσει το επίδομα επί πολλά έτη, η δε αναιρεσείουσα ευλόγως πίστευε ότι δεν θα ασκούσαν τη σχετική αξίωσή τους, 2) μολονότι στην έγγραφη μηνιαία ανάλυση της μισθοδοσίας περιείχετο πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη να εκφέρει τυχόν διαφωνίες της επί των κονδυλίων της μισθοδοσίας, η αναιρεσίβλητη ουδέποτε διατύπωσε τέτοια διαφωνία, 3) σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, άλλων εκκρεμών και όσων αναμένεται βασίμως ότι θα ασκηθούν σχετικά με τη λήψη του ένδικου επιδόματος τέκνων θα επέλθει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά στην αναιρεσείουσα, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγίανσης των Ν. 2271/94 και 2602/98 με συνέπεια ότι η αναιρεσείουσα θα βρεθεί και πάλι προ του κινδύνου χρεωκοπίας.

Το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι η αναιρεσίβλητη υπέγραψε εξοφλητικές αποδείξεις της μηνιαίας μισθοδοσίας της χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία σχετικά με τη μη καταβολή του επιδόματος τέκνων σ' αυτή, ως και ότι αδράνησε επί μακρόν διάστημα να αξιώσει την καταβολή του επιδόματος αυτού, απέρριψε όμως την παραπάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, διότι τα παραπάνω περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος.

Σχετικά με τις δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες που η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι θα προκαλέσει η ευδοκίμηση της κρινομένης αγωγής, ως και η συνεπακόλουθη ικανοποίηση παρομοίων αξιώσεων άλλων μισθωτών, που ανατρέπουν το πρόγραμμα οικονομικής εξυγίανσής της, το Εφετείο έκρινε ότι τα παραπάνω δεν δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών καταχρηστική.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 Α.Κ. Ειδικώτερα, ενώ γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη υπέγραφε εξοφλητικές αποδείξεις για τη μηνιαία μισθοδοσία της χωρίς να διατυπώσει ποτέ αντίρρηση, επιφύλαξη ή διαμαρτυρία, δεν αναφέρονται στη προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση ότι η παραπάνω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν έχει έννομη επιρροή ούτε θα μπορούσε να στηρίξει εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκούσε το επίδικο δικαίωμα.

Επίσης, ενώ η πιθανή επιβάρυνση της αναιρεσείουσας από την καταβολή του επιδόματος τέκνων σε όλο το γυναικείο προσωπικό που δεν λαμβάνει το επίδομα αυτό, ανέρχεται σε σημαντικά ποσά, κρίνεται, παρά ταύτα, ότι αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι εξαιτίας της επιβαρύνσεως αυτής ανατρέπεται ο προϋπολογισμός, τα προγράμματα εξυγίανσης και ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός της αναιρεσείουσας.

Επομένως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, που εκτιμούνται ενιαίως ως αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Χρήστος Μπαλντάς, έχει την εξής γνώμη : Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, σε σχέση με τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενδίκου αξιώσεως της αντιδίκου της ότι η λήψη του επιδόματος τέκνων από τον σύζυγο της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης μετά από σχετική κοινή δήλωση του ζεύγους προς την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα και η μη διατύπωση από την ενάγουσα εγγράφων αντιρρήσεων για το ύψος των αποδοχών της, πoυ λάμβανε βάσει μηνιαίων αποδείξεων πληρωμής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική αποδοχή από την ενάγουσα της μη καταβολής του επιδόματος τα τέκνων και σ΄ αυτήν, αφού η απλή υπογραφή της ενάγουσας (κατά τη διάρκεια του ενδίκου χρονικού διαστήματος 1-1-1994 έως 31-3-1999), κάτω από τις μισθοδοτικές αποδείξεις, που την καλούσε η εναγομένη να υπογράφει υπό τις πιο πάνω συνθήκες, δηλαδή η υπογραφή απλώς και μόνο για τη μισθοδοσία της και η μη προβολή αντιρρήσεών της μέσα σε χρόνο ενός διμήνου από την κάθε υπογραφή, δεν μπoρεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων περί παραιτήσεώς της από του δικαιώματός της για το μη καταβαλλόμενο επίδομα τέκνων, όταν μάλιστα ήταν γνωστή στην εναγομένη η οικογενειακή κατάσταση της ενάγουσας από σχετική γνωστοποίηση της τελευταίας.

Γι΄ αυτό και η υποβολή κοινής δηλώσεως των συζύγων για τη λήψη του από τον ένα του επιδόματος, εντασσόμενη στο ισχύον τότε νομοθετικό και νoμoλoγιακό ως άνω πλαίσιο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή να δημιουργήσει εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι δεν θα ασκήσει ποτέ το επίδικο δικαίωμα. 'Αλλωστε η παράλειψη της ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος δεν ωφείλεται σε αδράνεια της ενάγουσας, δηλαδή σε διαμόρφωση συμπεριφοράς εν γνώσει του δικαιώματός της, αλλά αφενός μεν στο ότι η ισχύουσα εσωτερική νομοθετική ρύθμιση προέβλεπε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στον ένα σύζυγο, αφετέρου δε στην τότε υπάρχουσα αρνητική στάση της νομολογίας των δικαστηρίων ως προς την αναγνώριση της απονομής του επιδόματος αυτού και στους δύο συζύγους.

Εύλογο. επομένως, ήταν για μεν την ενάγουσα, να θεωρήσει περιττή την υποβολή καθ΄ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα αιτήματος ή αντιρρήσεων για τη χορήγηση του επιδίκου επιδόματος τέκνων και σ΄ αυτήν, για δε την εναγομένη να μην της δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν πρόκειται να ασκήσει το ως άνω δικαίωμά της.

Όσον αφoρά στις επαχθείς οικονομικές συνέπειες, που ισχυρίζεται η εναγομένη ότι θα της προκαλέσει η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής και πολλών άλλων ομοίων αγωγών για παρεμφερείς αξιώσεις που αναμένεται με βεβαιότητα ότι θα ασκήσουν και πολλοί άλλοι εργαζόμενοι σε διάφορους κλάδους και κατηγορίες εναντίον της, πρέπει να σημειωθεί ότι τις συνέπειες του παγίως ελλειμματικού προϋπολογισμού της, αποτέλεσμα κατά μεγάλο μέρος της κακοδιαχείρισης της Διοίκησης, με δεδομένο ότι έως την 31-12-1998 υφίστατο συσσωρευμένο τέτοιο έλλειμμα ύψους 65.154.675.048 δρχ., δεν μπορεί να τις φέρουν οι εργαζόμενοι, όπως εδώ η ενάγουσα.

Η επιβάρυνση, που ισχυρίζεται η εναγομένη ότι θα υποστεί από την άσκηση και ευδοκίμηση της πλειάδας αγωγών που ανατρέχουν στο έτος 1994, η οποία θα διαταράξει και θα ανατρέψει κάθε πρόγραμμα εξυγίανσής της, και αν ακόμη έχει κάποιες επιπτώσεις στην όλη οικονομική υπόσταση της εναγομένης ως εταιρίας κοινής ωφελείας, οι επιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να αποδοθούν και να συσχετιστούν με την προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας και της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της εναγομένης.

Επομένως δεν δικαιολογεί τη μη καταβολή του επίδικου επιδόματος, αφού την κάλυψη του ελλείμματος αναλαμβάνει το Δημόσιο και δεν είναι επιτρεπτό τις συνέπειες αυτές να τις επιβαρυνθεί η ενάγουσα εργαζομένη της και το λοιπό προσωπικό της με την απόκρουση του σχετικού ως άνω δικαιώματός τους. Σε κάθε περίπτωση η εναγομένη μπορούσε με τα αρμόδια όργανά της να προβλέψει από το έτος 1997 την πιθανότητα εγέρσεως των ως άνω αγωγών και να ρυθμίσει τον τρόπο εκπλήρωσης των σχετικών υποχρεώσεών της προς τους εργαζομένους σ΄ αυτή, δεδομένου ότι με την υπ' αριθμ.

Ολ ΑΠ 15/1997 απόφαση είχαν κριθεί ως αντισυνταγματικές οι διατάξεις που απέκλειαν τη χορήγηση ολόκληρων των οικογενειακών επιδομάτων και στους δύο συζύγους, έτσι ώστε να αποφευχθεί η επικαλούμενη απ' αυτή μεγάλη επιβάρυνση του προϋπολογισμού της από τις συσσωρευμένες αναδρομικές αξιώσεις υπαλλήλων της.

Απέρριψε δε τον εν λόγω ισχυρισμόν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε εκ πλαγίου ή ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού οι παραπάνω αιτιολογίες και σαφείς είναι και επαρκείς ώστε να επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως αυτής, δικαιολογούν δε την μη εφαρμογή του κανόνος δικαίου αυτού, αφού πράγματι υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα αυτά πραγματικά περιστατικά η αξίωση της εναγούσης δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

΄Επρεπε συνεπώς να απορριφθούν οι σχετικοί από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως. Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τον άνω λόγο, παρελκούσης της ερεύνης του ετέρου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 7080/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ