Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claim of absolute invalidity due to lack of expert examination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against a final conviction by the Athens Panel of Courts of Assizes. The appellants argued that the trial was absolutely invalid because the court refused their request to conduct an expert examination of product barcodes to verify their origin. The court found the lower court's reasoning sufficient, stating that existing evidence was adequate to form a judicial conviction without further investigation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474, 510 of the Code of Criminal Procedure; Article 155 of the Customs Code: The refusal to order an expert examination of barcodes does not constitute absolute procedural invalidity if existing evidence is sufficient to form a judicial conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1030 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1030/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νίκης-Αναστασίας Μουζάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Σ. Ε. του Π. και 2. Ε. Ε. του Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκούσκο, για αναίρεση της .../2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. πρωτ. ...2023 αίτησή τους αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2023.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, με αρ. πρωτ. ...2023, αίτηση-δήλωση των Σ. Ε. και Ε. Ε., προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ..../2023 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις ...2023 ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 2Α του Κ.Ποιν.Δ.), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως και δη αυτόν της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (αρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1α και β' του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας" λαθρεμπορία είναι α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο και χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος.
Επίσης, κατά την παράγραφο 2 εδαφ. ζ' του ως άνω άρθρου 155 του νόμου 2960/2001 ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπο, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, και που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής.
Υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα και λοιπές επιβαρύνσεις.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του άνω Ν. 2960/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, παρ. 1 του Ν. 3336/2005, "Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε. Φ. Κ.) στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα.".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 54§ 1 του ίδιου νόμου: " Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53, τα οποία παράγονται ή εξορύσσονται, ανάλογα με την περίπτωση, στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη - μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 του ίδιου νόμου "Βιομηχανοποιημένα καπνά, στα οποία επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.
Φ.Κ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του παρόντος Κώδικα, θεωρούνται: α) τα τσιγάρα, β) τα πούρα και τα πουράκια, γ) ο λεπτοκομμένος καπνός που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων, δ) τα άλλα καπνά για κάπνισμα". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι επιβάλλεται ειδικός φόρος καταναλώσεως στα βιομηχανοποιημένα καπνά, και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποιήσεως κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω τελωνειακού Κώδικα.
Περαιτέρω, με το άρθρο 119Α "Παραβάσεις-Κυρώσεις" του Ν.2960/2001, ορίζονται τα ακόλουθα: στην παρ.1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 παρ.6 του ν. 3943/2011, "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του τρίτου μέρους του παρόντος Κώδικα χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα και επισύρει πρόστιμο από πεντακόσια (500) ευρώ, μέχρι δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για κάθε παράβαση, ανάλογα με την βαρύτητα και τη συχνότητά της ....
Στην παρ. 2 "Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα.
Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Στην παρ. 3. Οι εκτός των περιπτώσεων των προηγούμενων παραγράφων 1 και 2 διαπραττόμενες παραβάσεις, κατά την παραγωγή, μεταποίηση, κατοχή, μεταφορά και πώληση των προϊόντων του άρθρου 53 του παρόντος Κώδικα, τιμωρούνται με τις ειδικότερες διατάξεις που ισχύουν, κατά περίπτωση, για τα προϊόντα αυτά".
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα βιομηχανοποιημένα καπνά ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία, η οποία τιμωρείται κατά τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 157 του ανωτέρω νόμου(Ολ.ΑΠ1/2019).
Από δε την συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 119Α παρ. 2, 155 παρ. 2 περ. ζ' και 157 Ν. 2960/2001 συνάγεται ότι και η κατοχή προϊόντων που υπάγονται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσης ή παραγωγής (ακόμα και εάν παράγονται στην Ελλάδα) και τα οποία κατέχονται με τέτοιον τρόπο ώστε να αποφεύγεται ή να επιχειρείται η αποφυγή καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, μεταξύ των οποίων και ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία και τιμωρείται και ποινικά ως τέτοια (ΑΠ 1058/2022).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΑΠ 192/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμ. .../2023 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: "Στις ...2017, πρωινές ώρες, ομάδα αστυνομικών της υπηρεσίας πρόληψης και καταστολής εγκληματικότητας διατέθηκε από την άνω υπηρεσία στην περιοχή ...
για την διενέργεια ελέγχων και παροχή συνδρομής σε δυνάμεις που διενεργούσαν γενική εξόρμηση στην ευρύτερη περιοχή. Περί ώρα 10:30 αστυνομικοί της παραπάνω ομάδας που περιπολούσαν στην περιοχή, διερχόμενοι από την οδό ..., πέριξ του καταυλισμού ..., εντόπισαν μια προκατασκευασμένη αποθήκη στο οικόπεδο της οικίας που βρίσκεται στον αριθμό ….
Η αποθήκη αυτή ηλεκτροδοτούνταν από την εν λόγω οικία, ήταν γύρωθεν περιφραγμένη και εντός του αύλιου χώρου αυτής, υπήρχε ένας σκύλος και ακόμη ένας σκύλος δεμένος πλησίον της πόρτας της αποθήκης, η οποία ήταν κλειδωμένη, υπήρχε δε φωτοκύτταρο ανιχνευτή κίνησης και προβολέας. Παραπλεύρως της αποθήκης, σε διαμορφωμένο χώρο (κοτέτσι) υπήρχαν οικόσιτα ζώα, κάποια πτηνά και κάποια κοτόπουλα, ενώ έμπροσθεν της αποθήκης ήταν σταθμευμένο το υπ' αριθμ. ...
ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Seat τύπου Inca, ιδιοκτησίας, όπως στη συνέχεια απεδείχθη, του υιού των κατηγορουμένων και εξετασθέντος μάρτυρος, Κ. Ε.. Στους πίσω υαλοπίνακες του αυτοκινήτου αυτού είχαν τοποθετηθεί σκούρες αντηλιακές μεμβράνες. Σε πρόσκληση των αστυνομικών προς τους ενοίκους της εν λόγω οικίας να εξέλθουν αυτής, εμφανίσθηκε η δεύτερη κατηγορούμενη, η οποία σε σχετικές ερωτήσεις τους, απάντησε ότι όλα τα παραπάνω ανήκουν στην οικογένεια της, εκτός από την αποθήκη για την οποία δήλωσε άτι δεν ανήκει σ' αυτούς και δεν γνωρίζει αν βρίσκεται κάτι εντός αυτής και τι είναι αυτό.
Στη νομότυπη έρευνα που ακολούθησε και η οποία έγινε παρουσία της δεύτερης κατηγορουμένης, αρχικά στο πορτ μπαγκαζ του άνω αυτοκινήτου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τρεις (3) σακούλες που περιείχαν η καθεμία πεντακόσιες (500) μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών. Με βάση την ύπαρξη αυτών, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι οι πίσω υαλοπίνακες του αυτοκινήτου διέθεταν σκούρες αντηλιακές μεμβράνες έχοντας έτσι κατάλληλα τροποποιηθεί για τη μεταφορά παράνομων αντικειμένων, όπως λαθραίων βιομηχανοποιημένων καπνικών προϊόντων (εν προκειμένω τσιγάρων και καπνού), προς εμπορία, οι αστυνομικοί θεώρησαν, ευλόγως, ότι μπορεί η αποθήκη να περιέχει λαθραία τσιγάρα και αποφάσισαν να διεξαγάγουν νομότυπη έρευνα, τόσο στην άνω οικία των κατηγορουμένων όσο και στην αποθήκη.
Από την έρευνα αυτή προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι, από κοινού, τέλεσαν το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω αποθήκη, την οποία επόπτευαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι και μόνο αυτοί είχαν πρόσβαση, καθώς αυτή ηλεκτροδοτούνταν με καλώδια από την οικία τους, ώστε να φωτίζεται στο εσωτερικό της και να λειτουργεί το τοποθετημένο φωτοκύτταρο ανιχνευτή κίνησης και ο προβολέας, ήταν δε περιφραγμένη, φυλασσόταν από τους δύο (2) σκύλους και είχε την πόρτα κλειδωμένη, βρέθηκαν παρουσία της δεύτερης κατηγορουμένης και κατασχέθηκαν, μία (1) νάιλον σακούλα περιέχουσα πεντακόσιες (500) μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών όμοιες με αυτές που βρέθηκαν στο πορτ μπαγκαζ του άνω αυτοκινήτου καθώς και τα παρακάτω πακέτα τσιγάρων, τα οποία δεν έφεραν την ειδική ταινία φόρου κατανάλωσης καπνού και επομένως ήταν προϊόν λαθρεμπορίας εκ των οποίων: 1) σαράντα πέντε χιλιάδες (45.000) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας JIM FILTER, 2) τρεις χιλιάδες (3.000) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας ROYAL SLIMS, 3) χίλια πεντακόσια (1.500) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας ROYAL BLUE, 4) πεντακόσια (500) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας KARELLIA SLIM, 5) πεντακόσια (500) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας PRESIDENT LIGHT, 6) δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας MARLBORO GOLD, 7) πεντακόσια (500) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας ASSOS ROYAL, 8) πεντακόσια (500) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας GOLD CLASSIC, 9) χίλια (1000) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας KARELLIA BLUE, 10) χίλια (1000) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας GOLD MOUNT, 11) πεντακόσια (500) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας BUSINESS ROYAL, 12) χίλια (1000) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας RGD, 13) χίλια (1000) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας RAQUEL, 14) διακόσια πενήντα (250) πακέτα αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας MARLBORO RED, 15) τριακόσια (300) πακέτα καπνού μάρκας OLD HOLBORN, καθώς και εξακόσια (600) πακέτα καπνού μάρκας GOLDEN VIRGINIA.
Ολα τα παραπάνω αντικείμενα κατασχέθηκαν. Περαιτέρω, τα ως άνω πακέτα τσιγάρων και καπνού τα οποία βρέθηκαν στην αποθήκη, είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα, χωρίς άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς να έχουν καταβληθεί γι' αυτά οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, σε άγνωστο μέχρι σήμερα χρόνο και από άγνωστη χώρα, μη μέλος όμως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ενόψει και της καταγωγής των κατηγορουμένων (γεννηθέντες στο Καζακστάν), δεν έφεραν την ειδική ένσημη ταινία με την ένδειξη "φόρος κατανάλωσης καπνού" του Υπουργείου Οικονομικών προς απόδειξη πληρωμής των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων και επομένως, ήταν προϊόν λαθρεμπορίας.
Οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι είναι οι μόνοι κάτοχοι των παραπάνω ποσοτήτων τσιγάρων και καπνού, γνωρίζοντας ότι είχαν εισαχθεί από χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποσκοπούσαν στη στέρηση του Ελληνικού Δημοσίου από τους φόρους δασμούς και τις επιβαρύνσεις αυτές. Η χώρα εισαγωγής των παραπάνω τσιγάρων είναι άγνωστη, ωστόσο ο μη προσδιορισμός της δεν μπορεί να ισχυροποιήσει αντίθετο ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι για την ποινική αξιολόγηση της πράξης τους αυτής απαιτείται ο προσδιορισμός της (ΑΠ 1058/2022, πρβλ ΑΠ 1213/2011 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της λαθρεμπορίας αρκεί και μόνο η κατοχή των ως άνω καπνικών προϊόντων, είτε αυτά προέρχονται από χώρα της Ε.Ε ή από χώρα εκτός Ε.Ε είτε παράγονται και κυκλοφορούν στην Ελλάδα, με τρόπο ώστε να αποφεύγεται ή να επιχειρείται η αποφυγή καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, μεταξύ των οποίων και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης (ΑΠ 213/2021 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης του Τελωνείου Αθηνών, το ύψος των αναλογούντων για τις ποσότητες των άνω τσιγάρων και καπνών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου προσδιορίστηκε στο ποσό των 221.648,24 ευρώ, όπως το ποσό αυτό διαλαμβάνεται στις από ...2017 δύο (2) εκθέσεις προσδιορισμού Δασμοφορολογικών Επιβαρύνσεων στον καπνό και στα τσιγάρα που κατασχέθηκαν, καθώς και στις από ...2017 δύο (2) εκθέσεις κατ' οίκον έρευνας, παραδόσεως και κατασχέσεως.
Από τα παραπάνω αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, κατόπιν κοινής συναπόφασης και έχοντας κοινό δόλο, τέλεσαν λαθρεμπορία δια της κατοχής των πιο πάνω τσιγάρων και καπνού, κατά τον τρόπο και τις ποσότητες που αναφέρθηκαν παραπάνω, χωρίς την γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς την καταβολή των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, στους οποίους υπόκεινται, με σκοπό να αποστερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο από τους αναλογούντες δασμούς επί της πραγματικής αξίας της πιο πάνω εισαγόμενης από άγνωστη Τρίτη χώρα, εκτός Ε.Ε, σημαντικής ποσότητας τσιγάρων και καπνού, στην οποία αποφυγή και σκόπευαν γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό τελούν το έγκλημα της λαθρεμπορίας και ειδικότερα της κατοχής λαθρεμπορεύματος.
Αποδείχθηκε επίσης ότι εντός της προαναφερθείσας οικίας των κατηγορουμένων, σε συρτάρια υπνοδωματίου, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δεκατρείς (13) χειρόγραφες σημειώσεις με αριθμητικές πράξεις που παραπέμπουν σε αντίστοιχες πωλήσεις τσιγάρων, Καθώς και α) τo χρηματικό ποσό των 1.050 ευρώ, β) το χρηματικό ποσό των 60 δολαρίων Αμερικής, γ) το χρηματικό ποσό των 50 δολαρίων Αυστραλίας, δ) το χρηματικό ποσό των 20 Litu Λιθουανίας και ε) το χρηματικό ποσό των 5 λιρών Αγγλίας, τα οποία, παρά τα αντιθέτως, πλην αβασίμως, υποστηριζόμενα από τους κατηγορουμένους, ότι δηλαδή οι χειρόγραφες σημειώσεις και οι αριθμητικές πράξεις με τα ποσά που αναγράφονται σε αυτές αποτελούν προϊόν από την εργασία του πρώτου κατηγορουμένου ως οικοδόμου, αυτοί έλαβαν ως τίμημα από την από κοινού τέλεση της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας (βλ.
τις ως άνω χειρόγραφες σημειώσεις με τα ποσά που ελήφθησαν από την εργασία του κατηγορουμένου, ενδεικτικά ...2017 ποσό 4.210 ευρώ, ...2017 ποσό 3.225 ευρώ, ...2017 ποσό 6.470 ευρώ, ... 2017 ποσό 3.955 ευρώ ...2017 ποσό 2.690 κ.λ.π.). Το αίτημα των κατηγορουμένων περί ελέγχου πειστηρίων δια της διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να ελεγχθούν τα bar codes των πακέτων κα τα bar codes των κιβωτίων, πρέπει να απορριφθεί ως μη αναγκαίο για την ανακάλυψη της αλήθειας, δοθέντος ότι τα υφιστάμενα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά αναφέρθηκαν παραπάνω, αρκούν για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως σχετικά με την ουσία της υποθέσεως.
Ενόψει των προεκτεθέντων, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι λαθρεμπορίας από κοινού, υπό την έννοια της κατοχής εμπορευμάτων και δη τσιγάρων και καπνού υποκείμενων σε δασμούς και φόρους, κατά το διατακτικό. Τέλος, πρέπει, κατά παραδοχή της σχετικής εισαγγελικής πρότασης, να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπο των κατηγορουμένων η προβλεπόμενη από το άρθρο 84 παρ. 2 εδ α' του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση, εφόσον, ήδη, είχε αναγνωρισθεί, ως ευεργέτημα, υπέρ αυτών, πρωτόδικα, με βάση την εκκαλούμενη απόφαση, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 470 του ΚΠΔ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των εκκαλούντων - κατηγορουμένων (ΑΠ 294/2015, ΑΠ 409/2015, ΑΓΙ 403/2013, ΑΠ 560/2013 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ)." Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους- αναιρεσείοντες, για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας από κοινού από την οποία οι διαφυγόντες δασμοί και φόροι καθώς και λοιπές επιναρύνσεις υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ και επέβαλλε ποινή φυλάκισης τριών(3) ετών στον καθένα, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχους τους ως άνω κατηγορούμενους με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, (όπως και πρωτοδίκως, ήτοι ότι έως την τέλεση της πράξης για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, έζησαν σύννομα) του ότι:
Κατά τον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού κατείχαν εμπορεύματα, που είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο, που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, αφού με τις ανωτέρω πράξεις τους αποσκοπούσαν να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα εμπορεύματα, ακόμα κι αν αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τόπο διάφορο εκείνου, που ορίζει ο νόμος, το, δε, ποσό των διαφυγόντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, στις ..., στις ...2017, κατείχαν από κοινού εντός της αποθήκης που βρισκόταν στο οικόπεδο της οικίας τους, 45.000 πακέτα τσιγάρα μάρκας JIM FILTER, 3.000 πακέτα τσιγάρα μάρκας ROYAL SLIMS, 1.500 πακέτα τσιγάρα μάρκας ROYAL BLUE, 500 πακέτα τσιγάρα μάρκας KARELLIA SLIM, 500 πακέτα τσιγάρα μάρκας PRESIDENT LIGHT, 2.500 πακέτα τσιγάρα μάρκας MARLBORO GOLD, 500 πακέτα τσιγάρα μάρκας ASSOS ROYAL, 500 πακέτα τσιγάρα μάρκας GOLD CLASSIC, 1.000 πακέτα τσιγάρα μάρκας KARELLIA BLUE, 1.000 πακέτα τσιγάρα μάρκας GOLD MOUNT, 500 πακέτα τσιγάρα μάρκας BUSINESS ROYAL, 1.000 πακέτα τσιγάρα μάρκας RGD, 1.000 πακέτα τσιγάρα μάρκας RAQUEL, 250 πακέτα τσιγάρα, μάρκας MARLBORO RED, 300 πακέτα καπνού μάρκας OLD HOLBORN, 600 πακέτα καπνού μάρκας GOLDEN VIRGINIA, δηλαδή εμπορεύματα, που είχαν εισαχθεί εντός των ελληνικών συνόρων και είχαν τεθεί στην κατανάλωση χωρίς να φέρουν τις ένσημες ταινίες φορολογίας καπνού του Υπουργείου Οικονομικών, δηλαδή χωρίς άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, στην οποία δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες εισαγωγικοί δασμοί, φόροι και δικαιώματα, ποσού 221.648,24 ευρώ, το οποίο και αποστερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο".
Με τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, της λαθρεμπορίας από κοινού από την οποία οι διαφυγόντες δασμοί και φόροι καθώς και λοιπές επιβαρύνσεις υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 2 περ.ζ' και 157 παρ. 1 περ.
γ ' του ν.2960/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα στις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα προσδιορίζονται ο τρόπος τέλεσης, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις της πράξεως της λαθρεμπορίας από τους αναιρεσείοντες με την μορφή της κατοχής των ανωτέρω περιγραφομένων με λεπτομέρεια βιομηχανοποιημένων καπνών, τα οποία βρίσκονταν στην αποθήκη που επόπτευαν οι ίδιοι και μόνο αυτοί είχαν πρόσβαση και για τα οποία(βιομηχανοποιημένα καπνά) δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις κατοχής και διακίνησης, αφού δεν έφεραν την ειδική ένσημη ταινία με την ένδειξη φόρος κατανάλωσης καπνού, γεγονός που γνώριζαν αυτοί και δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες φόροι και λοιπά δικαιώματα του δημοσίου, που ανέρχονταν στο ποσό των 221.648,24 ευρώ, στην αποφυγή καταβολής των οποίων σκοπούσαν.
Περαιτέρω και σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) Η ως άνω κατοχή των επιδίκων καπνικών προϊόντων, για τα οποία δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις κατοχής και διακίνησης και δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες φόροι και λοιπά δικαιώματα του δημοσίου χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσης ή παραγωγής των ως άνω προϊόντων(ακόμα και εάν παράγονται στην Ελλάδα) και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η αναφορά της χώρας προέλευσης αυτών.
β)Η αιτίαση ότι ελλείπει η αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την παραδοχή της τελευταίας ότι τα λαθραία καπνικά προϊόντα που κατείχαν οι αναιρεσείοντες εισήχθησαν από άγνωστη χώρα, αλλά πάντως μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθόσον δεν εξηγείται πώς οδηγήθηκε στην παραδοχή ότι η άγνωστη χώρα ήταν μη μέλος της ΕΕ, με συνέπεια αυτοί να έχουν καταδικαστεί το μεν με ελλιπή αιτιολογία, αλλά και χωρίς νόμιμη βάση αφού το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα υπήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στην αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, αφού η τυχόν εισαγωγή των ως άνω προϊόντων από χώρα της ΕΕ, συνιστά απλή τελωνειακή παράβαση, δεν είναι βάσιμη.
Και τούτο διότι: πέραν του ότι το Δικαστήριο αιτιολόγησε την παραδοχή του ότι η χώρα προελεύσεως των λαθραίων τσιγάρων, δεν ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη διατύπωση του συλλογισμού του...ενόψει και της καταγωγής των κατηγορουμένων (γεννηθέντων στο Καζακστάν...), χωρίς για την πληρότητα της αιτιολογίας να είναι αναγκαίο να προσδιορίσει τη συγκεκριμένη χώρα προέλευσης των λαθραίων(ΑΠ 404/2022), όπως προεκτέθηκε, η ως άνω κατοχή των επιδίκων βιομηχανοποιημένων καπνών, με τρόπο ώστε να αποφεύγεται ή να επιχειρείται η αποφυγή καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, μεταξύ των οποίων και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία, είτε αυτά προέρχονται από χώρα της Ε.Ε.
ή από χώρα εκτός της Ε.Ε., είτε παράγονται και κυκλοφορούν στην Ελλάδα. γ)Τέλος, αβάσιμη είναι και η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις που προβλέπουν τον έλεγχο ιχνηλασιμότητας επί των καπνικών προϊόντων, που καθιερώνεται με τον ν. 4410/2016, με τον οποίο ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη τα άρθρα 15,16 και 18 της οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και πώληση προϊόντων καπνού και με τον τρόπο αυτό υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχείο Ε' του ΚΠΔ, καθόσον οι επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του προαναφερθέντος νόμου, με τις οποίες καθορίζεται ο τρόπος του ελέγχου των διακινήσεων των καπνικών προϊόντων με την καθιέρωση του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού στα εν λόγω προϊόντα, ο τρόπος απόκτησης του κωδικού αυτού από τις επιχειρήσεις που παράγουν αυτά και οι αρμόδιες αρχές που ελέγχουν τα ανωτέρω, δεν αποτελούν ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ουδέ προϋπόθεση για την εφαρμογή των προαναφερθέντων επιδίκων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αλλά ούτε τέλος επηρεάζουν την ποινική υπόσταση του εδώ διωκομένου εγκλήματος, της κατοχής των ανωτέρω λαθρεμπορευμάτων, αφού τα τελευταία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης εισήχθησαν στην χώρα από τρίτη χώρα μη μέλος της Ε.Ε.
Συνακόλουθα οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και έκτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ’και Ε' του ΚΠΔ, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με το άρθρο 352 και 353 του ΚΠΔ., παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πλην όμως εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή αυτή αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου κώδικα δικανική του πεποίθηση.
Μεταξύ των αποδείξεων αυτών είναι η πραγματογνωμοσύνη, που διατάσσεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 183 ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέως από ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο, η αυτοψία και η κλήτευση κάποιου μάρτυρα.
Η αποδοχή ή απόρριψη του αιτήματος αυτού εναπόκειται, όπως προαναφέρθηκε στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Όταν όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιο αίτημα και υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι σαφές και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει όχι μόνο να απαντήσει σ`αυτό, αλλά, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στη σχετική απόφασή του.
Τούτο δε διότι η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ` του ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε [ΑΠ 238/2021, ΑΠ 703/2020, ΑΠ 227/2020].
Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να διατάξει το δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη, να διενεργήσει αυτοψία και να κλητεύσει μάρτυρες, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη, ώστε να την κρίνει το δικαστήριο, άλλως δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα για την απορριπτική του κρίση, δεν απαιτείται δε πανηγυρική απόρριψη, αλλά μπορεί να συναχθεί αυτή εξ όλων των δεκτών γενομένων περιστατικών ως αποδειχθέντων [ΑΠ 1253/2019, ΑΠ 681/2019].
Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής για νέες αποδείξεις, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και το τεκμήριο αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ.
δ` της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 2 του Δ.Σ.Α.Π.Δ., και επιφέρει σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ` του Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, στοιχειοθετώντας λόγο αναίρεσης και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 770/2023, Α.Π. 30/2021, 848/2020, Α.Π. 32/2020, Α.Π. 81/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι ο συνήγορος των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά, αίτημα ελέγχου πειστηρίων δια της διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να ελεχθούν τα barcodes των πακέτων και κιβωτίων, ώστε να διαπιστωθεί η χώρα προέλευσης αυτών.
Το δικάσαν Δικαστήριο, απέρριψε το ανωτέρω αίτημα, με την κύρια επί της ενοχής αιτιολογία διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του κατά λέξει τα ακόλουθα: «..........το αίτημα των κατηγορουμένων περί ελέγχου πειστηρίων δια της διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να ελεχθούν τα barcodes των πακέτων και τα barcodes των κιβωτίων, πρέπει να απορριφθεί ως μη αναγκαίο για την ανακάλυψη της αλήθειας, δοθέντος ότι τα υφιστάμενα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά αναφέρθηκαν παραπάνω, αρκούν για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως σχετικά με την ουσία της υποθέσεως......".
Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα των αναιρεσειόντων δεν παραβίασε, αφού αναφέρει τον λόγο για τον οποίο δεν έκρινε σκόπιμη και αναγκαία την αναβολή για τη διενέργεια των ανωτέρω πράξεων, καθόσον, κατά τις σαφείς παραδοχές της, τα υφιστάμενα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά αναφέρθηκαν παραπάνω, αρκούν για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' και Δ` του ΚΠΔ προβαλλόμενοι τρίτος και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας, ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας(άρθρα 578 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει από 1-5-2024 μετά την τροποποίησή του με το ν. 5090/2024) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμ. πρωτ. .../2023 αίτηση των α) Σ. Ε. του Π. και β) Ε. Ε. του Δ., κατοίκων αμφοτέρων ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. .../2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ, για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Αυγούστου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ