Legislator Case Law & Legislation
1030/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax debt settlement ruling due to lack of legal basis and procedural non-compliance.

Case Number 1030/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a tax debt settlement ruling issued by the Peace Court in Kalamata. The State argued that certain debts were not covered by the settlement law, but the court found the lower court's interpretation of the statute correct and the appeal legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety without the imposition of court costs, as the specific tax law explicitly prohibits such fees in this context.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1(4)(a), 2, 5 of Law 3869/2010; Article 8(6)(b) of Law 3869/2010: The Supreme Court rejects an appeal against a tax debt settlement ruling if the lower court correctly applies the statute, and no court costs are imposed when the governing law explicitly forbids them.

Keywords

AI generated
tax debt settlement appeal admissibility statutory interpretation court costs prohibition voluntary jurisdiction tax administration legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 1(4)(a) of Law 3869/2010
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 577 και 769 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο του μοναδικού λόγου της.
Article 2 of Law 3869/2010
Article 5 of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1030 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1030/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος – καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου – καθ’ ου η κλήση: Δ. Λ. του Κ., κατοίκου ... Μεσσηνίας, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους:

(1) Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και

(2) Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01.12.2015 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας.

Εκδόθηκε η 93/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 28.02.2017 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 436/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση με την από 17.12.2018 κλήση του αναιρεσείοντος επανήλθε για συζήτηση στη δικάσιμο της 24.05.2019, κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω των Ευρωεκλογών, επανέρχεται δε για εκ νέου συζήτηση με την από 09.07.2019 κλήση του αναιρεσείοντος – καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδάφ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β' ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 240/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ’ αριθμ. 436/2018, προεκδοθείσα επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μη οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση από 28.02.2017 αίτησης αναίρεσης, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση του αναιρεσιβλήτου κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 26.01.2018, κατά την οποία η συζήτηση της ένδικης αίτησης κηρύχθηκε απαράδεκτη, επειδή δεν αποδείχθηκε κλήτευση όλων των πιστωτών του αναιρεσίβλητου, αναγκαίων ομοδίκων στην ανοιγείσα δίκη, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 («Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου»), στην πληρεξούσια δικηγόρο του, Μαρία Πλευριά, που τον είχε εκπροσωπήσει στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας, κατά την τελευταία, στις 22.09.2016, συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 93/2016 απόφασή του, σύμφωνα με την 835Β724-10-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Καλαμάτας Γεωργίας Κανελλοπούλου.

Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθμούς: α) .../7-2-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Καλαμάτας Γεωργίας Κανελλοπούλου, β) .../18-1-2019 & .../21-1-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μεταξίας Μάρκου, που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 17.12.2018 κλήσης με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η ένδικη από 28.02.2017 αναίρεση, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο και στους προς ους η κοινοποίηση πιστωτές του αναιρεσιβλήτου, καλουμένους να παραστούν κατά τη συζήτηση, στις 24.05.2019, κατά την οποία όμως η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των ευρωεκλογών και περιφερειακών-δημοτικών εκλογών της 26ης Μαΐου 2019 (βλ.

το με αριθμ. πρωτ. 27002/6-5-2019 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης). Ακολούθως, όπως προκύπτει από τις υπ. αρ. .../3-12-2019 εκθέσεις επιδόσεως της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Καλαμάτας και από τις ..., .../ 26-11-2019 εκθέσεις επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

ε'και στ'ΚΠολΔ, με επιμέλεια της, έχουσας προς τούτο πληρεξουσιότητα, δικηγόρου (Παρέδρου του ΝΣΚ) του επισπεύδοντος – αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ακριβές αντίγραφο της από 09.07.2019 κλήσης για ορισμό δικασίμου προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την ορισθείσα δικάσιμο της 22.05.2020, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους.

Κατά την ως άνω δικάσιμο (22.05.2020), η συζήτηση αναβλήθηκε (οίκοθεν), για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (22.01.2021). Κατά τη νέα αυτή μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο οι ως ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' Κ ΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ.) αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστούν κατά την πιο πάνω αρχική δικάσιμο δεν χρειάζεται νέα κλήση τους. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.

[II] Η κρινόμενη από 28.02.2017 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 93/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δ. Λ. άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, την από 01.12.2015 αίτηση, για υπαγωγή του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητος και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, την οποία έστρεψε κατά των πιστωτών του, ήτοι:

(1) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.»,

(2) του Ελληνικού Δημοσίου, δη αναιρεσείοντος και

(3) του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ» (ΟΓΑ) ήδη «ΕΦΚΑ», επιδιώκοντας τη ρύθμιση των χρεών του έναντι αυτών. Σημειωτέον εδώ, ότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 01.12.2015 αιτήσεώς του αιτούντος οφειλέτη, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, Δ. Λ., μεταξύ των συνολικών οφειλών του προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο (που ανέρχονται σε 3.557,66 ευρώ), περιλαμβάνονται και οφειλές συνολικού ποσού 938,10 ευρώ, και δη : 140,71 ευρώ, 132,87 ευρώ και 664,52 ευρώ, οι οποίες είχαν βεβαιωθεί στις 27.03.2015, 22.07.2015 και 20.10.2015, αντίστοιχα, ήτοι εντός του τελευταίου έτους πριν την υποβολή της ως άνω αίτησης, υπαγωγής στον ν. 3869/2010 (24.12.2015).

Επί της ως άνω αιτήσεως, που συζητήθηκε κατά την εκουσία δικαιοδοσία, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθμό 93/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ'ουσίαν και ρύθμισε τις οφειλές του αιτούντος κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της. Κατά της εν λόγω αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, το δεύτερο των καθ’ ων, Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την ένδικη από 28.02.2017 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενο κατά του αιτούντος οφειλέτη Δ.

Λ., χωρίς να κλητεύσει τους λοιπούς των καθ’ ων η αίτηση, πιστωτές του οφειλέτη αναιρεσίβλητου, παρότι τούτο ήταν αναγκαίο, λόγω της μεταξύ τους σχέσης, ήτοι της οιονεί αναγκαστικής (παθητικής) ομοδικίας. Για το λόγο αυτό, αφού διαπιστώθηκε, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, ότι δεν κλητεύθηκαν η πρώτη και το τρίτο των καθ’ ων (ούτε από το αναιρεσείον ούτε από τον αναιρεσίβλητο), ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμό 436/2018 απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως, ως προς όλους τους διαδίκους.

Ήδη με τις προαναφερθείσες κλήσεις και μετά από τις προαναφερθείσες νόμιμες και εμπρόθεσμες κλητεύσεις, επαναφέρθηκε η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της 93/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, με την οποία πλήττεται μόνον, το κεφάλαιό της για ρύθμιση των προαναφερομένων οφειλών του αιτούντος –αναιρεσιβλήτου προς το καθ’ ου – αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ύψους 938,10 ευρώ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518 παρ. 1, 553 παρ. 1 εδάφιο β’ και 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών αποφάσεων, που κατέστησαν τελεσίδικες και ασκείται από τον διαμένοντα στην Ελλάδα διάδικο μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών, η οποία αρχίζει, αν η απόφαση μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, από την πάροδο άπρακτης της προς έφεση προθεσμίας, που είναι επίσης, για τους διαμένοντες στην Ελλάδα, τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης (ΑΠ 2165/2013, ΑΠ 680/1996). Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά ως άνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010). Επομένως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου, επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 09.01.2017, η προθεσμία προς άσκηση εφέσεως κατ’ αυτής που άρχισε να τρέχει από την επόμενη της επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 241 εδ. α ΑΚ) δηλ. από τις 10.01.2017, έληξε παρελθούσα άπρακτη στις 08.02.2017 (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, και συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, στις 28.02.2017, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας έφεσης (που άρχισε στις 09.02.2017 και συμπληρώθηκε στις 10.03.2017).

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 577 και 769 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο του μοναδικού λόγου της.

[III] Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1, 4 περ. α' του ν. 3869/2010, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του ν. 4336/2015, ορίζεται ότι:

«1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν.3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

[...]

4. Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οι οποίες: είτε (α) έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε (β) [...],κλπ».

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το «νόμιμο τίτλο» είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ΠΟΛ 1103/12-4-2004 του Υπουργείου Οικονομικών, η βεβαίωση των δημοσίων εσόδων πραγματοποιείται σε δύο στάδια.

Το πρώτο στάδιο χαρακτηρίζεται ως βεβαίωση με την ευρεία έννοια του όρου ή φορολογική βεβαίωση. Το δεύτερο στάδιο χαρακτηρίζεται ως βεβαίωση με τη στενή έννοια του όρου ή ταμειακή βεβαίωση ή βεβαίωση κατά ΚΕΔΕ. Βεβαίωση με την ευρεία έννοια είναι η διαδικασία προσδιορισμού από τις κατά νόμο διοικητικές ή άλλες αρχές, της χρηματικής απαίτησης του Δημοσίου, του είδους της, της προέλευσής της, της αιτίας, για την οποία φέρεται, του έτους που αφορά και τον υπόχρεο προς πληρωμή.

Η βεβαίωση του εσόδου με την ευρεία έννοια του όρου, δεν παρέχει το δικαίωμα στο Δημόσιο να επιδιώξει την είσπραξη από τον υπόχρεο. Το έσοδο έχει μεν προσδιοριστεί (έχει αποκτηθεί ο νόμιμος τίτλος είσπραξης), όμως το Δημόσιο δεν έχει ακόμη αποκτήσει τίτλο ενεργοποιήσεως της εν γένει διαδικασίας εισπράξεως του εσόδου.

Για να προχωρήσει το Δημόσιο στην επιδίωξη είσπραξης συγκεκριμένου εσόδου, πρέπει το έσοδο αυτό να βεβαιωθεί και με την στενή έννοια του όρου, ήτοι να βεβαιωθεί ταμειακά. Με άλλη διατύπωση, με την βεβαίωση εν ευρεία εννοία, το χρέος προς το Δημόσιο γεννάται και γίνεται απαιτητό, αλλά δεν έχει ακόμα καταστεί εισπράξιμο με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 352/2020).

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, στη διαδικασία ρύθμισης του νόμου δύνανται να υπαχθούν οι οφειλές προς το Δημόσιο, εφόσον έχουν γεννηθεί ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης και βεβαιώνονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης αίτησης ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου κατά τον παρόντα νόμο, εφόσον οι υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων και διοικητικών αρχών και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η οφειλή προς το Δημόσιο θα πρέπει να έχει βεβαιωθεί εν ευρεία εννοία ένα χρόνο τουλάχιστον πριν την κατάθεση της αίτησης και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης θα πρέπει, σωρευτικά, να έχει βεβαιωθεί και εν στενή εννοία. Ο χρόνος της εν στενή εννοία βεβαίωσης συνεπώς δεν απαιτείται να είναι τουλάχιστον ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης, αρκεί βέβαια κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης οι οφειλές του αιτούντος να έχουν βεβαιωθεί και εν στενή εννοία (βλ.

και υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1036/2016/22-03-2016 Παροχή οδηγιών σχετικά με το χειρισμό υποθέσεων υπαγωγής οφειλετών στις διατάξεις του ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» του Προϊσταμένου του Αυτοτελούς Τμήματος Διοίκησης – Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων Γ.Π.).

[IV] Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα:

«Ο αιτών είναι 59 ετών, διαζευγμένος δύο φορές, έχει ένα ενήλικο τέκνο ηλικίας 34 ετών από τον πρώτο του γάμο και δύο ακόμα ενήλικα τέκνα 30 και 21 ετών από τον δεύτερο γάμο του [...]. Από το έτος 1992 έως και το τέλος του 2012, οπότε προέβη σε διακοπή εργασιών, απασχολείτο με οικοδομικές εργασίες και συγκεκριμένα με εργασίες κατασκευής στεγών (βλ.την από 09.01.2013 βεβαίωση διακοπής εργασιών από το τμήμα μητρώο της Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας). Για την εργασία του δε αυτή δεν αποδείχθηκε ότι απασχολούσε εργατικό προσωπικό, ούτε ότι διέθετε μηχανικές ή άλλες εγκαταστάσεις με συνακόλουθη συνέπεια ο αιτών να υπάγεται στην προστατευτική ρύθμιση του Ν. 3869/2010.

Αναφορικά με τις οφειλές του αιτούντος προς το Δημόσιο, αυτές ανέρχονται συνολικά, μαζί με τις προσαυξήσεις, στο ποσό των 3.557,66 ευρώ (βλ. την από 24.11.2015 κατάσταση βεβαιωμένων οφειλών της ΔΟΥ Καλαμάτας). Υπάγονται δε, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, αφού γεννήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο του τελευταίου έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως, απορριπτομένου, συνεπώς,του σχετικού ισχυρισμού του Δημοσίου περί μη υπαγωγής ορισμένων οφειλών στη ρύθμιση, λόγω της ταμειακής τους βεβαίωσης εντός του έτους».

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στις προδιαληφθείσες νομικές σκέψεις της παρούσης, το Ειρηνοδικείο Καλαμάτας που έκρινε τελεσίδικα, ότι όλες οι οφειλές του αιτούντος (συμπεριλαμβανομένων και των προαναφερομένων τριών – για ποσά 140,71, 132,87 και 664,52 ευρώ, που βεβαιώθηκαν εντός του 2015, συνολικού ποσού 938,10 ευρώ), υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία ή κακή εφαρμογή τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 4 περ. α' του Ν. 3869/2010, ούτε αυτές των άρθρων 2 και 5 του ΚΕΔΕ και, επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

[V] Ενόψει όλων των παραπάνω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του ίδιου Ν. 3869/2010, κατά το οποίο «... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται», που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019), ανεξαρτήτως και επιπλέον του γεγονότος ότι οι αναιρεσίβλητοι ερημοδίκησαν και επομένως δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.02.2017 και με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 1/28-2-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 93/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης

αποχωρησάσης

από την Υπηρεσία

η αρχαιότερη της

συνθέσεως Αρεοπαγίτης

και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΦΛΟΥΡΗ - ΧΑΛΕΒΙΔΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ