Supreme Court allows appeal against employer termination due to criminal complaint, ruling non-payment of severance invalidates the dismissal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the employer's appeal against a lower court ruling that reinstated a terminated employee. The court found the first instance court erred by considering facts not raised in the original lawsuit regarding the employee's criminal complaint and subsequent acquittal. Consequently, the dismissal was deemed invalid because the employer failed to pay the statutory severance required for a valid written termination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 3, 5 of Law 2112/1920 and Articles 1, 2, 5 of Law 3198/1955; A termination of an indefinite-term employment contract is valid only if made in writing and accompanied by the payment of statutory severance, and a dismissal based on a criminal complaint without such payment is void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1030 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1030/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Α. Ανώνυμη Εταιρία Εμπορικών, Τουριστικών και Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. συζύγου Κ. Σ., το γένος Β. Χ., κατοίκου ... Κρήτης, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Νικηφοράκη, ο οποίος ανακάλεσε την κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωσή του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου με αριθμό Γ.Α. ...11-3-2008. Εκδόθηκαν η 599/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης και αντέφεσης κατ' αυτής, η 36/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης 17/2-4-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 5 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 1, 2, 5 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στον εργαζόμενο η νόμιμη αποζημίωση, η οποία πρέπει να καταβάλλεται, ασχέτως του λόγου που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στο νόμο περιπτώσεις, ήτοι της υποβολής μήνυσης ή άσκησης ποινικής δίωξης για αξιόποινη πράξη και της συνδρομής περιστατικών ανώτερης βίας (ΑΠ 341/2011, ΑΠ 171/2013). Η καταγγελία που δεν γίνεται εγγράφως και δεν ακολουθείται από την καταβολή αποζημίωσης, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΚ 180). Ο εργοδότης, που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού, γίνεται υπερήμερος (ΑΚ 349, 350) και υποχρεούται στην πληρωμή του μισθού του (ΑΚ 656). Ο μισθωτός, αντίστοιχα, δικαιούται ή να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας ή, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη κα να ζητήσει την καταβολή της αποζημίωσης (ΑΠ 1462/2007, ΑΠ 590/1994).
2.Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 2112/1920, ο εργοδότης δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας χωρίς την τήρηση προθεσμίας, εάν εναντίον του υπαλλήλου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη, που διαπράχθηκε κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του, ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα εν γένει που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, υπάλληλος που απαλλάχθηκε με βούλευμα ή δικαστική απόφαση των ως άνω κατηγοριών, δικαιούται να ζητήσει την κατά το άρθρο 3 αποζημίωση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του ν. 3198/1955, οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής μήνυσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα από την παρ.1 του άρθρου 5 του ν. 2112/1920 ή την παρ.1 του άρθρου 6 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920. Εάν, όμως, επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, οι διατάξεις του παρόντος έχουν εφαρμογή και επ' αυτού από την κοινοποίηση στον εργοδότη εκ μέρους του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απόφασης.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της καταγγελίας, συνεπεία υποβολής μήνυσης ή απαγγελίας κατηγορίας, η αναγραφή των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται ο εργαζόμενος, αλλά αρκεί να γνωστοποιείται εγγράφως ότι η απόλυσή του γίνεται μετά από μήνυση ή απαγγελία κατηγορίας για αξιόποινες πράξεις.
Σε περίπτωση που η μήνυση στρέφεται κατ' αγνώστων, η καταγγελία είναι έγκυρη, εάν προηγουμένως έχει απαγγελθεί κατηγορία κατά του εργαζομένου. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε από τον εργοδότη χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, επειδή υποβλήθηκε εναντίον του εργαζομένου μήνυση για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για πλημμέλημα, τότε, μετά την απαλλαγή του τελευταίου, δεν αναβιώνει αυτόματα η σύμβαση, αλλά η έκτακτη καταγγελία μετατρέπεται σε τακτική και, συνεπώς, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.
Αν την καταβάλει μέσα σε εύλογο χρόνο μετά την κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απόφασης, η καταγγελία παραμένει έγκυρη, ενώ αν δεν την καταβάλει, η καταγγελία καθίσταται άκυρη και αναβιώνει η εργασιακή σχέση (ΑΠ 991/2015, ΑΠ 1237/2003).
3.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγιναν δεκτά και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, ο δε αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2014).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ.1, 335, 337 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου δεν είναι στοιχείο της αγωγής ούτε και δεσμεύει το δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από το διάδικο, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδοντας στην επικαλούμενη με την αγωγή έννομη σχέση τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και την υπάγει στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, με βάση την ιστορική βάση και το αίτημα της αγωγής.
Επομένως, δεν ιδρύεται, κατ' αρχήν, ο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στην περίπτωση που το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα επικαλούμενα με την αγωγή περιστατικά, καταλήγει σε διαφορετικό νομικό συμπέρασμα από εκείνο του διαδίκου. Αντιθέτως, όμως, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης, αφενός από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ στην περίπτωση εσφαλμένης υπαγωγής στον προσήκοντα κανόνα των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο ότι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, αφετέρου και από τον αρ.8 του ίδιου άρθρου, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή και αυτά επιδρούν στην κρίση για τη νομική βασιμότητα, καθόσον τότε πρόκειται περί προσθήκης αυτεπαγγέλτως βάσης εναγωγής, χωρίς να την έχει επικαλεσθεί ο ενάγων (ΑΠ 952/2000, ΑΠ 373/1989, ΑΠ 1017/1988).
4.Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 10-3-2008 (με αριθμό κατάθεσης .../11-3-2008) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η ενάγουσα εξέθεσε ότι, την 1-2-1980, προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως λογίστρια, και παρείχε έκτοτε τις υπηρεσίες της στην επιχείρηση της τελευταίας, με αντικείμενο δραστηριότητας τουριστικές και ξενοδοχειακές εργασίες, εργαζόμενη επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως και Σάββατο) και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως (από 08:00 έως 16:00), έναντι των νομίμων αποδοχών που προβλέπονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Ότι την 11-12-2007 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση, χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, επικαλούμενη την άσκηση σε βάρος της μήνυσης, πλην όμως η εναγομένη δεν είχε υποβάλει προσωποπαγή μήνυση, αλλά κατ' αγνώστων δραστών και για το λόγο αυτό προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενη για τη συμπεριφορά της εναγομένης, όπου πληροφορήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της τελευταίας την κατηγορία, που δεν φερόταν να διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, την οποία αρνήθηκε ως ψευδή και συκοφαντική.
Ότι η εναγομένη, την 30-1-2008, κατήγγειλε εγγράφως εκ νέου τη σύμβαση εργασίας της, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, επικαλούμενη ότι είχε υποβάλει μήνυση εναντίον της. Ότι η κατά τα ανωτέρω γενόμενη καταγγελία, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, είναι άκυρη, διότι δεν υποβλήθηκε σε βάρος της προσωποπαγής έγκληση, που να αφορά αδίκημα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, ούτε της απαγγέλθηκε κατηγορία τουλάχιστον για πλημμέλημα, είναι δε και ανυπόστατη, διότι δεν υπεγράφη από τον, κατά το καταστατικό, νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, αλλά από αναρμόδιο μη επιτετραμμένο πρόσωπο.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε α) να αναγνωρισθεί, για τους προαναφερόμενους λόγους, η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, στην οποία προέβη η εναγομένη τόσο δια του από 11-12-2007 εγγράφου όσο και δια του από 30-1-2008 μεταγενέστερου εγγράφου της, και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 50.933,25 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από 11-12-2007, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 599/2009 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αντιφατικότητας των αιτημάτων της. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση, η δε εναγομένη άσκησε αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η 36/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, αφού εκτιμήθηκε ότι με αυτή η ενάγουσα ζήτησε "να αναγνωρισθεί ο χαρακτήρας της από 11-12-2007 και 30-1-2008 καταγγελίας σύμβασης εργασίας της ως τακτικής" και να της επιδικασθεί η αποζημίωση απόλυσης.
Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση κατ' ουσία και, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ως τακτικές τις από 11-12-2007 και 30-1-2008 καταγγελίες της σύμβασης εργασίας και επιδίκασε στην ενάγουσα, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 50.927,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 12-12-2007.
5.Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ως άνω 36/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα), την 1-2-1980, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως λογίστρια στην επιχείρηση της τελευταίας, που διατηρεί στο ..., με αντικείμενο δραστηριότητας τουριστικές, εμπορικές και ξενοδοχειακές εργασίες.
Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, απασχολήθηκε στην ως άνω επιχείρηση, επί 27 και πλέον έτη, με επιμέλεια και ευσυνειδησία. Ότι την 31-10-2007 η ενάγουσα ζήτησε από το λογιστήριο της εναγομένης μία βεβαίωση αποδοχών της, την οποία θα χρησιμοποιούσε για να πάρει δάνειο από την Τράπεζα. Ότι την 2-11-2007 ειδοποιήθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης από την ..., με την οποία είχε συνεργασία και οι υπάλληλοι της οποίας γνώριζαν το προσωπικό της επιχείρησης, ότι εμφανίσθηκε μία γυναίκα με το όνομα Α.
Κ. του Ν., η οποία δήλωσε υπάλληλος της εναγομένης και ζήτησε καταναλωτικό δάνειο, προσκομίζοντας συγχρόνως τη βεβαίωση αποδοχών, που η εναγομένη είχε χορηγήσει την 31-10-2007 στην ενάγουσα, πλαστογραφημένη ως προς το ονοματεπώνυμό της. Ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης κατήγγειλε την 5-11-2007 στην Ασφάλεια Ηρακλείου το παραπάνω γεγονός και δήλωσε ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη κάθε εμπλεκομένου.
Ότι την 7-11-2007 η ενάγουσα προσήλθε στην εργασία της, μετά από κανονική άδεια, αλλά η εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεν της επέτρεψε να εργασθεί ούτε να εισέλθει στο γραφείο της. Ότι την ίδια ημέρα κατέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, θεωρώντας την άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί την εργασία της ως καταγγελία της εργασιακής σύμβασης.
Ότι την 10-12-2007 η πληρεξούσια δικηγόρος της εναγομένης, μετά από πρόσκληση της Επιθεώρησης Εργασίας για τη διευθέτηση της διαφοράς, δήλωσε ότι η ενάγουσα από 6-11-2007 έως 10-12-2007 βρισκόταν σε κανονική άδεια και δεν λύθηκε η εργασιακή σχέση. Ότι στη συνέχεια, την 11-12-2007, η εναγομένη κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 10-12-2007 καταγγελία σύμβασης εργασίας, με την οποία της γνωστοποίησε ότι καταγγέλλει τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης "λόγω υποβολής μήνυσης".
Ότι η εναγομένη κατέθεσε μήνυση την 29-1-2008, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου, δηλώνοντας συγχρόνως και παράσταση πολιτικής αγωγής, κατά των Κ. Σ. (ενάγουσας), Α. Κ. και κάθε άλλου υπευθύνου, με την οποία κατηγορούσε την ενάγουσα για τις πράξεις της πλαστογραφίας, της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απόπειρας απάτης.
Ότι, μετά την υποβολή της μήνυσης, η εναγομένη κοινοποίησε στην ενάγουσα δεύτερη έγγραφη καταγγελία σύμβασης εργασίας την 30-1-2008, χωρίς καταβολή αποζημίωσης "λόγω υποβολής μήνυσης για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος". Ότι από τα παραπάνω προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, την 11-12-2007, προηγήθηκε της υποβολής της έγκλησης και της άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον της και, συνεπώς, πρόκειται για τακτική καταγγελία, η οποία για να είναι έγκυρη, με δεδομένο ότι η εναγομένη δεν επικαλείται άλλο λόγο καταγγελίας, που να δίδει τη δυνατότητα σε αυτή να καταγγείλει έγκυρα τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, έπρεπε να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση λόγω απόλυσης.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι, με βάση την υποβληθείσα κατά της ενάγουσας έγκληση, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της και παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου για να δικασθεί, την 8-3-2012, ως υπαίτια τέλεσης της πράξης της άμεσης συνέργειας σε πλαστογραφία. Ότι η ενάγουσα αθωώθηκε για την πράξη αυτή με την 3637/2012 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, η οποία ήδη κατέστη αμετάκλητη, ενώ με την ίδια απόφαση οι συγκατηγορούμενοί της καταδικάσθηκαν για τις πράξεις της πλαστογραφίας και της χρήσης πλαστού εγγράφου.
Ότι, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η ενάγουσα αθωώθηκε, η έκτακτη καταγγελία μετατρέπεται σε τακτική και αναβιώνει η υποχρέωση της εργοδότριας να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωσή της, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εναγομένη έλαβε γνώση της απόφασης, αφού ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, Ι. Α., κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας στην προαναφερόμενη δίκη.
Ότι η ενάγουσα, η οποία απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης επί 27 έτη και 9 μήνες, δικαιούται να λάβει αποζημίωση απόλυσης, η οποία υπολογίζεται με βάση το σύνολο των τακτικών αποδοχών της κατά τον τελευταίο πριν την απόλυσή της μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Ότι ο μισθός της ενάγουσας, κατά το χρόνο της καταγγελίας, ανερχόταν σε 1.897,91 ευρώ και, συνεπώς, δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 50.927,25 ευρώ [ήτοι 1.897,91 Χ 23 = 43.651,93 + (1/6 για αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας) 7.275,32].
Κατόπιν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ανωτέρω (με αριθμό 4).
6.Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος τους, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη, αντίστοιχα, α) ότι η ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή της, ζήτησε σαφώς να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των από 11-12-2007 και 30-1-2008 καταγγελιών, μη αποδεχόμενη ότι αυτές ήταν έγκυρες, ούτε παραιτήθηκε του αιτήματος για αναγνώριση της ακυρότητας αυτών, πλην όμως το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο του δικογράφου αυτής, προσέτι δε, ενώ διέγνωσε την ακυρότητα της από 11-12-2007 καταγγελίας, δεχόμενο ότι αυτή προηγήθηκε της υποβολής της έγκλησης και της άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον της και, συνεπώς, πρόκειται για τακτική καταγγελία, για την εγκυρότητα της οποίας έπρεπε να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, με το να επιδικάσει παρά ταύτα αποζημίωση απόλυσης παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 3 ν. 2112/1920, 5 ν. 3198/1955, 180 και 656 ΑΚ, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, και β) ότι το Εφετείο, με την κρίση ότι η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, την οποία και επιδίκασε, επειδή απολύθηκε λόγω της υποβολής κατ' αυτής μήνυσης και της εν συνεχεία αθώωσής της, με την 3637/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, για την αξιόποινη πράξη για την οποία είχε καταμηνυθεί πριν από την άσκηση της από 30-1-2008 δεύτερης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με το δικόγραφο της αγωγής, καθόσον το δικαίωμα για αποζημίωση απόλυσης λόγω αθώωσης δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ένδικης αγωγής και ότι έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, αληθώς, από τον αριθμό 8 (και όχι 9 που αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, διότι το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι συνιστούν την ιστορική βάση αυτής, δεν υπήχθησαν στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, επιπλέον δε, δεχόμενο ότι η από 11-12-2007 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η οποία προηγήθηκε της υποβολής της μήνυσης, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ήταν άκυρη, εσφαλμένα οδηγήθηκε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δικαιούται αποζημίωση απόλυσης (την οποία και επιδίκασε με το νόμιμο τόκο από 12-12-2007), ως συνέπεια της ως άνω άκυρης καταγγελίας, η οποία, κατ' άρθρο 180 ΑΚ, θεωρείται ως μη γενομένη, παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με την κρίση ότι η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση, επειδή απολύθηκε λόγω της υποβολής κατ' αυτής μήνυσης πριν από τη δεύτερη καταγγελία (30-1-2008) και της εν συνεχεία αθώωσής της, με αποτέλεσμα τη μετατροπή της έκτακτης καταγγελίας σε τακτική και την αναβίωση της υποχρέωσης της εργοδότριας να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, παρά το νόμο έλαβε υπόψη με την έννοια του "πράγματος" τα ανωτέρω περιστατικά, ως θεμελιωτικά του αγωγικού αιτήματος, καίτοι δεν έγινε επίκληση αυτών με το δικόγραφο της αγωγής και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του, από την προαναφερόμενη διάταξη, είναι βάσιμος. 7.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 36/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2020.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ