Legislator Case Law & Legislation
1030/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to excessive delay and death of parties not interrupting the limitation period.

Case Number 1030/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple heirs against a second-instance judgment regarding inheritance distribution. The appellants argued that the death of the original parties interrupted the limitation period, but the court found the appeal was filed after the excessive limitation period expired in 2014. The court ruled that the deaths of the original parties did not benefit the heirs as they were not included in the appeal and the limitation period had already lapsed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 74, 75, 146, 152, 176, 183, 495 of the Code of Civil Procedure; The excessive limitation period for appeal cannot be extended by the death of the original parties if the heirs are not included in the appeal, and such periods are not subject to restoration.

Keywords

AI generated
excessive limitation period inadmissible appeal inheritance dispute death interruption Code of Civil Procedure heirs rights court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 74 of the Code of Civil Procedure
Article 75 of the Code of Civil Procedure
Article 146 of the Code of Civil Procedure
Article 152 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1030 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1030/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. συζύγου Σ. Μ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ... ως ειδικής διαδόχου του Σ. Μ. του Β., 2) Β. Κ. του Α., 3) Δ. Χ. και Ε. Κ., κατοίκου ..., 4) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., απάντων τούτων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Ε. Κ. του Α., 5) Ε. χήρας Χ. Κ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., 6) Γ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 7) Σ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου του Δ. Γ. του Σ., καθολικού διαδόχου της Β. συζύγου Σ. Γ. το γένος Α. Κ., 8) Χ. χήρας Ε. Κ., το γένος Σ. Β., κατοίκου ... και 9) εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστομένη Τσουκαλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στο .... Παραστάθηκε με το νόμιμο εκπρόσωπό της Α. Σ., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Λάμπρο Κιτσαρά. Κοινοποιουμένη προς: 1) Ι. Β. του Ν., 2) Κ. Β. του Ν., 3) Τ. Β. του Ν., 4) Δ. Β. του Ν., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας μητέρας τους Π. συζύγου Δ. Γ., 5) Α. Θ. του Α., 6) Α. Θ. του Α., ως εξ αδιαθέτου και αναγκαίων κληρονόμων της άνω Ι. Ν. Β., όλων αυτών αγνώστου διαμονής, 7) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Σ. Σ. το γένος Δ. Κ., 9) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ... και 10) Α. Σ. του Δ., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2006 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3185/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2311/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-1-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 74 ΚΠολΔ, "περισσότερα πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν από κοινού, ως ομόδικοι, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζουν άλλες διατάξεις, 1) αν, σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς, έχουν κοινό δικαίωμα ή κοινή υποχρέωση ή αν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία, ή 2) αν αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ιστορική και νομική βάση και συγχρόνως το δικαστήριο έχει αρμοδιότητα για τον καθένα από τους εναγομένους", ενώ κατά το άρθρο 75 παρ. 1 του ίδιου κώδικα "κάθε ομόδικος, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους.

Οι πράξεις και οι παραλείψεις κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν, ούτε ωφελούν τους άλλους." Περαιτέρω, επί αγωγής καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, είναι δυνατόν ως ενάγοντες ή εναγόμενοι να νομιμοποιούνται περισσότερα πρόσωπα, όταν αντιστοίχως τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης είναι αντιστοίχως περισσότερα.

Αυτό μπορεί να συμβαίνει στην περίπτωση που η αρχική αξίωση (ή αντίστοιχα η υποχρέωση) προς δήλωση βουλήσεως ανήκει δυνάμει δικαιοπραξίας σε περισσότερα πρόσωπα. Πλειονότητα υποκειμένων της δίκης μπορεί να υπάρχει και στις περιπτώσεις που η επίδικη έννομη σχέση είναι εξ αρχής πολυπρόσωπη, όπως συμβαίνει όταν περισσότεροι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι, έχοντες αναθέσει με σύμβαση εργολαβίας σε εργολάβο την ανοικοδόμηση πολυώροφης οικοδομής επί του κοινού ακινήτου τους με το σύστημα της αντιπαροχής, ζητούν με αγωγή του άρθρου 949 ΚΠολΔ να καταδικασθεί αυτός (λόγω λύσεως της εργολαβίας κατόπιν εκπτώσεώς του) σε δήλωση βουλήσεως (ανα) μεταβιβάσεως στον καθένα των ιδανικών μεριδίων που του είχαν μεταβιβάσει ως εργολαβική αμοιβή.

Οι περισσότεροι δικαιούχοι μπορούν να συνενάγουν τον εργολάβο προς επιχείρηση της οφειλόμενης δηλώσεως βουλήσεως προς τον καθένα ως απλοί και όχι ως αναγκαίοι ομόδικοι, αφού τα δικαιώματά τους στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία (άρθρο 74 αριθ. 1 τελευταία περίπτωση ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 146 ΚΠολΔ, "1.

Αν κάποιος διάδικος πεθάνει, ενώ διαρκεί η προθεσμία, αυτή, διακόπτεται. 2. Αν η προθεσμία που διακόπηκε είχε αρχίσει με την επίδοση εγγράφου, η νέα προθεσμία αρχίζει με τη νέα επίδοση σ' αυτούς που κατά το νόμο διαδέχθηκαν εκείνον που πέθανε. Αν η προθεσμία που διακόπηκε είχε αρχίσει με κάποιο άλλο γεγονός, η νέα προθεσμία αρχίζει με την επίδοση σχετικής δήλωσης στα παραπάνω πρόσωπα".

Επίσης, κατά το άρθρο 564 παρ. 4 ΚΠολΔ "αν εκείνος που έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση πέθανε, η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει μόνο από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη στους καθολικούς διαδόχους ή τους κληροδόχους." Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας η διακοπή της (γνήσιας ή καταχρηστικής) προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης αφορά τον ομόδικο στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο θάνατος και όχι όλους τους ομοδίκους.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (καταχρηστική προθεσμία). Για αποφάσεις δε που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η ως άνω τριετής προθεσμία (ΟλομΑΠ 10/2018).

Το εκπρόθεσμο της αναιρέσεως ερευνάται και αυτεπαγγέλτως με βάση τα έγγραφα της δικογραφίας, οπότε και απορρίπτεται αυτή ως απαράδεκτη (ΟλομΑΠ 412/1981). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 155 παρ. 1, 156 και 158 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου, με το ίδιο ή χωριστό δικόγραφο ή ακόμη και με τις προτάσεις.

Οι καταχρηστικές όμως προθεσμίες δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, διότι αυτές τάσσονται από το νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών, το δε χρονικό διάστημα που προβλέπεται σ' αυτές αποτελεί αποσβεστικό λόγο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων που συνιστούν την ανώτερη βία ή το δόλο του αντιδίκου, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την ανωτέρω προθεσμία.

Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι η τριετής προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εξασφαλίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και κατοχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου για δίκαιη δίκη και προσφυγή στο δικαστήριο (ΑΠ 264/2013, ΑΠ 2064/2009).

Τέλος, νομιμοποιούμενοι προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως είναι όσοι αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 556 ΚΠολΔ. Επομένως, εκείνος που δεν ήταν διάδικος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει δικαίωμα αναιρέσεως. Οι ειδικοί διάδοχοι όμως έχουν δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση αν η διαδοχή έλαβε χώρα μετά την άσκηση της αγωγής. (άρθρο 556 παρ.1 ΚΠολΔ).

Εν προκειμένω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθ. 2311/2011 του Εφετείου Αθηνών δημοσιεύθηκε την 18η Μαΐου 2011. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί αγωγής δώδεκα συγκυρίων ενός οικοπέδου οι οποίοι είχαν αναθέσει στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, με σύμβαση έργου, την ανέγερση επ' αυτού πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής.

Ακολούθως, με οριστικό συμβόλαιο της μεταβίβασαν τα 77/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με τις αναλογούσες σ' αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες ως εργολαβική αμοιβή, πλην όμως η εργολάβος κατέστη υπερήμερη ως προς την εκτέλεση του έργου, λόγο για τον οποίο την κήρυξαν έκπτωτη, με αποτέλεσμα τη λύση της συμβάσεως και τη γένεση υποχρεώσεώς του να αναμεταβιβάσει σε καθένα από τους οικοπεδούχους τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά του οικοπέδου, που αυτός της είχε μεταβιβάσει μαζί με τις αναλογούσες οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Για το λόγο αυτό ζήτησαν με την ένδικη κοινή αγωγή τους να καταδικασθεί η εναγομένη εργολάβος, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, σε δήλωση βουλήσεως περί αναμεταβιβάσεως στον καθένα από αυτούς των ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστών του. Η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης με την προσβαλλόμενη απόφαση και η διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία.

Επομένως, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, οι ενάγοντες τελούσαν μεταξύ τους σε απλή ομοδικία. Η εν λόγω απόφαση του Εφετείου δεν έχει επιδοθεί και γι' αυτό η καταχρηστική προθεσμία των τριών ετών, που ισχύει εν προκειμένω για τις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, παρήλθε την 19η Μαΐου 2014, χωρίς εν τω μεταξύ κάποιος από τους διαδίκους να ασκήσει αναίρεση.

Η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε την 30.1.2018, δηλαδή μετά την πάροδο της ανωτέρω καταχρηστικής προθεσμίας, από: α) Τους καθολικούς διαδόχους του πρώτου ενάγοντος-εφεσιβλήτου Ε. Κ., που απεβίωσε την 27.4.2011, δηλαδή μετά τη συζήτηση της εφέσεως αλλά πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (πρώτη, δεύτερος, τρίτη και τέταρτος αναιρεσείοντες).

β) Τη δεύτερη ενάγουσα-εφεσίβλητη Ε. Κ. (πέμπτη αναιρεσείουσα). γ) Τον έβδομο ενάγοντα-εφεσίβλητο Γ. Γ. (έκτο αναιρεσείοντα). δ) Τον ένατο ενάγοντα-εφεσίβλητο Σ. Γ. (έβδομο αναιρεσείοντα). ε) Την Χ. Κ. (όγδοη αναιρεσείουσα), η οποία δεν υπήρξε διάδικος ούτε καθολικός διάδοχος κάποιου διαδίκου. Και στ) Την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕΕΓΑ" (ένατη αναιρεσείουσα) η οποία κατέστη ειδική διάδοχος του αρχικού ενάγοντος Σ. Γ. του Δ. (ένατου ενάγοντος-εφεσιβλήτου) την 8.12.2010, δηλαδή μετά την άσκηση της αγωγής. Επομένως: 1) Η Χ. Κ. (όγδοη αναιρεσείουσα), η οποία δεν υπήρξε διάδικος ούτε καθολικός διάδοχος κάποιου διαδίκου, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και η αίτησή της για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη. 2) Οι λοιποί αναιρεσείοντες έχουν μεν δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση ως διάδικοι ή διάδοχοι διαδίκων, πλην όμως η αίτησή τους είναι εκπρόθεσμη και γι' αυτό απαράδεκτη διότι ασκήθηκε την 30.1.2018, δηλαδή μετά την πάροδο της ανωτέρω καταχρηστικής προθεσμίας που έληξε την 19η Μαΐου 2014.

Ο θάνατος της διαδίκου Π. χήρας Δ. Γ. (όγδοης ενάγουσας-εφεσίβλητης) που έλαβε χώρα την 4.10.2012, δηλαδή πριν από την πάροδο της ως άνω προθεσμίας, - οι καθολικοί διάδοχοι της οποίας δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των αναιρεσειόντων, - δεν τους ωφελεί και δεν αποτελεί υπέρ αυτών λόγο διακοπής της προθεσμίας, κατά τα άρθρα 146 και 564 παρ. 4 ΚΠολΔ, διότι, εφόσον κατά τα προαναφερόμενα τελούν μεταξύ του σε σχέση απλής ομοδικίας, αφορά αποκλειστικά τον ομόδικο στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο θάνατος και όχι όλους τους ομοδίκους.

Ομοίως και ο θάνατος του Σ. Γ. του Β. (έκτου ενάγοντος-εφεσιβλήτου), που έλαβε χώρα την 4.2.1017, δηλαδή μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας, οι καθολικοί διάδοχοι του οποίου δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των αναιρεσειόντων, δεν τους ωφελεί και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι κατά το θάνατό του ήδη είχε συμπληρωθεί η ως άνω καταχρηστική προθεσμία.

Τέλος, ούτε και ο θάνατος του πρώτου ενάγοντος - εφεσιβλήτου Ε. Κ., που έλαβε χώρα την 27.4.2011, δηλαδή μετά τη συζήτηση της εφέσεως αλλά πριν από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, διακόπτει την ανωτέρω προθεσμία υπέρ των καθολικών διαδόχων του (πρώτης, δεύτερου, τρίτης και τέταρτου εκ των αναιρεσειόντων), διότι το δικαίωμα αναιρέσεως γεννήθηκε υπέρ αυτών και η προθεσμία άρχισε να τρέχει σε βάρος τους από την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας.

Τέλος, η κατά τα άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση την οποία οι αναιρεσείοντες υποβάλλουν με το αναιρετήριο, επικαλούμενοι τους ανωτέρω θανάτους ως γεγονότα ανώτερης βίας που τους εμπόδισαν να ασκήσουν εμπρόθεσμα την ένδικη αίτηση για αναίρεση, πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι καταχρηστικές προθεσμίες δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με αίτηση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Ιανουαρίου 2018 αίτηση των Δ. Μ., Β. Κ., Δ. Κ., Α. Κ., Ε. Κ., Γ. Γ., Σ. Γ., Χ. Κ. και ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2311/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ