1030/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1030/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1030 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1030/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Δ. Π. του Κ., κατοίκου ... 2. Χ. Α. του Ι., κατοίκου ... και 3. Σ. Α. του Ι., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4989/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ε. Γ. του Π., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, 2. Κ. Γ. του Λ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Ηλιόπουλο, 3. Κ. Γ. του Ν., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, 4. Ε. Κ. του Α., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καλφούντζο και 5. Β. Μ. του Δ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καλφούντζο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Ιανουαρίου 2016 αιτήσεις αναίρεσης, που επιδόθηκαν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26 Ιανουαρίου 2016 οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 156/2016.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται, αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, από πράξη του δράστη, ενέργεια ή παράλειψη, η οποία να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα που επήλθε, κατά τις αρχές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων (conditio sine qua non) που επικρατεί στον χώρο του ποινικού δικαίου, ώστε να είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα προήλθε από την αμελή συμπεριφορά του δράστη και δεν θα επερχόταν, αν ο δράστης τηρούσε την ενδεδειγμένη συμπεριφορά (ΑΠ 726/2015).
Υποκειμενικά δε απαιτείται, α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια).
Έτσι από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όταν αυτή δεν είναι ενσυνείδητη, απαιτείται: α) ο δράστης να μην έχει καταβάλει την επιβαλλόμενη, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχή (περίσκεψη-επιμέλεια), την οποία, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, συνήθους καταβάλλει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του οικείου τομέα κοινωνικής δραστηριότητας με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συναλλακτικές συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική, β) ο δράστης να είχε τη δυνατότητα, με βάση τις ατομικές ιδιότητες, ικανότητες, γνώσεις και λοιπές προσωπικές περιστάσεις, που συνάπτονται ιδίως με το επάγγελμα ή την υπηρεσία που ασκεί, να προβλέψει και να αποφύγει το συγκεκριμένο αξιόποινο αποτέλεσμα, δηλαδή (να προβλέψει και να αποφύγει) την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος που τελέσθηκε, (και όχι οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος ή επιβλαβούς αποτελέσματος) και γ) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως του δράστη, ενέργειας ή παραλείψεως, και του επελθόντος αποτελέσματος της θανατώσεως άλλου, υπό την εκτεθείσα έννοια.
Εάν δε η αμελής πράξη δεν συνίσταται μόνο σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του εγκληματικού αποτελέσματος, για την ανθρωποκτονία από αμέλεια που διαπράττεται με αυτόν τον τρόπο και συνιστά έγκλημα που τελείται με παράλειψη, απαιτείται (επιπλέον των όρων του άρθρου 28 ΠΚ) και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του (με παράλειψη) τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.
Από την τελευταία διάταξη αυτή συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου να προβεί σε ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Δεν αρκεί δηλαδή η ύπαρξη απλής ηθικής υποχρεώσεως, ούτε γενικής νομικής υποχρεώσεως για συνδρομή, ώστε να προληφθεί το επιβλαβές αποτέλεσμα, αλλά απαιτείται ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωση, η οποία επιφορτίζει τον υπαίτιο της παραλείψεως με την δημιουργία και διασφάλιση πραγματικής καταστάσεως, που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος.
Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου που επιβάλλει συγκεκριμένη ενέργεια ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου για ενέργεια ή από ειδική έννομη σχέση που απορρέει από σύμβαση ή από προηγούμενη μονομερή ενέργεια του υπόχρεου, με την οποία αυτός αυτοβούλως αναδέχεται την αποτροπή μελλοντικών κινδύνων για έννομα αγαθά τρίτων ή από προγενέστερη συμπεριφορά του υπαιτίου που δημιούργησε τον κίνδυνο επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως και του εγκληματικού αποτελέσματος που επήλθε, όταν, με μεγάλη πιθανότητα (και όχι βεβαιότητα, όπως συμβαίνει στα άλλα εγκλήματα αμελείας και στα εγκλήματα δόλου), θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (θανάτωση προσώπου, σωματική βλάβη κλπ.), εάν ο υπόχρεος πραγματοποιούσε την ενέργεια, στην οποία είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί και την οποία παρέλειψε.
Για τη θεμελίωση δε αιτιώδους συνδέσμου, αρκεί η σχετική παράλειψη να ήταν ένας μόνο από τους περισσότερους όρους παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο το αποτέλεσμα αυτό δεν θα επερχόταν (ΑΠ 469/2016). Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 438 εδ. α’ του ΠΚ "Με πρόστιμο ή με κράτηση μέχρι δύο μηνών τιμωρείται όποιος σε μέρη όπου συχνάζουν άνθρωποι:
α) αφήνει ασκέπαστα, απερίφρακτα ή με άλλο τρόπο αφύλακτα πηγάδια, υπόγεια, λάκκους, γκρεμούς ή άλλες εκβαθύνσεις, τεχνητές ή φυσικές έτσι ώστε να μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άλλον". Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, το οποίον τελεί σε αληθή κατ’ ιδέαν συρροή με εκείνο της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας (ΟλΑΠ 1110/1982), αρκεί αμέλεια του υπαιτίου, στο δε "μέρος" που βρίσκεται, εκτός άλλων, το πηγάδι, απαιτείται να συχνάζουν άνθρωποι, υπό την έννοια να επισκέπτονται αυτό ή να διέρχονται πλησίον του άνθρωποι όχι με σπανιότητα απρόβλεπτη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Έτσι, ενόψει της κατά το ως άνω άρθρο 28 του ΠΚ, διακρίσεως της αμελείας σε μη συνειδητή και σε ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφαση του με σαφήνεια ποίο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμελείας δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά στα εγκλήματα από αμέλεια, που τελούνται με παράλειψη του υπόχρεου (κατά το άρθρο 15 ΠΚ) σε ορισμένη ενέργεια αποτροπής του εγκληματικού αποτελέσματος, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται η πηγή προέλευσης της ειδικής νομικής υποχρέωσης και να μνημονεύεται η αντίστοιχη επιτακτική διάταξη, όταν αυτή είναι η πηγή της σχετικής υποχρέωσης.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.
Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του.
Επίσης, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από την λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 469/2016).
Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή την μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά, κατά τρόπο ορισμένο και πλήρη ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 4989/2015 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (επί πλημμελημάτων) Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, δέχθηκε, κατά λέξη, ότι: "Aπό τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών Ε. Κ. και Β. Μ., τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, την ανάγνωση των πρακτικών και απόφασης της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, καθώς και όλων των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσης δίκης, τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή τελεσθείσας δια παραλείψεως.
Ειδικότερα στις 9-6-2008 και περί ώρα 21:00 περίπου τα δύο αδέλφια Θ. Γ. και Ν. Γ., ηλικίας τότε 44 και 47 ετών αντίστοιχα αναχώρησαν από την οικία του δεύτερου εξ αυτών (περιοχή Μεταμόρφωσης Αττικής) με το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του τελευταίου, προκειμένου να μεταβούν σε καφετέρια που σύχναζαν της περιοχής ...
Αττικής. Περί ώρα 3:00 π.μ. οι οικείοι αυτών ανησύχησαν γιατί δεν είχαν επιστρέφει στις οικίες τους και δεν απαντούσε το κινητό του δεύτερου από αυτούς (ο πρώτος δεν είχε κινητό μαζί του). Έτσι βγήκαν σε αναζήτηση τους και στις 12:30 της 10-6- 2008 εντόπισαν το ανωτέρω IXΕ αυτοκίνητο εγκατελειμμένο και ανασφάλιστο στην περιοχή ...
Αττικής, επί της συμβολής της οδού .... .... Στη συμβολή των άνω οδών και ειδικότερα στο οικοδομικό τετράγωνο του σχεδίου της πόλεως ... Αττικής υφίσταται - οικόπεδο - επιφανείας 1.696,33 τ. μ, φέρον αριθμό …, ιδιοκτησίας, κατά τον παραπάνω χρόνο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...". Νόμιμοι εκπρόσωποι της άνω ανώνυμης εταιρίας ήταν κατά τον άνω χρόνο οι κατηγορούμενοι, ήτοι ο πρώτος ως Πρόεδρος Γενικός και Τεχνικός Διευθυντής, ο δεύτερος ως Αντιπρόεδρος και ο τρίτος ως Διευθύνων Σύμβουλος.
Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης δημόσιας έκτασης, συνολικής έκτασης 137.000 τ. μ ,με αριθμό ..., που βρίσκεται στο ... Αττικής, στην περιοχή του πρώην ..., της οποίας κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, δυνάμει του ...29-12-1999 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευτυχίας Κασκαρέλη, η ως άνω ανώνυμη εταιρία και οι ανώνυμες εταιρίες με επωνυμία "..." και "...", το οποίο υπογράφηκε μεταξύ της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου (ΚΕΔ) και των άνω αγοραστριών εταιριών, κατόπιν δημοπρασίας εκποίησης αυτής (μείζονος δημόσιας έκτασης), στην οποία ανακηρύχθηκαν πλειοδότες οι ως άνω εταιρίες, εν συνεχεία δε μετά από διανομή που επιτεύχθηκε μεταξύ των συγκυριών, για την οποία συντάχθηκε το υπ’ αριθ.
…5-1-2005 πρακτικό επίλυσης διαφοράς, νομίμως μεταγραφέντος στο Υποθηκοφυλακείο Μαραθώνος, το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά αποκλειστική κυριότητα στην άνω εταιρία (...). Να σημειωθεί ότι την προαναφερθείσα μείζονα δημόσια έκταση ,η οποία αποτελούνταν από ογδόντα πέντε (85) αυτοτελή οικόπεδο ,άρτια και οικοδομήσιμα απέκτησαν οι ως άνω αγοράστριες εταιρίες για να την αξιοποιήσουν με το κτίσιμο κατοικιών.
Κατά τον άνω χρόνο το προαναφερόμενο οικόπεδο ήταν απερίφρακτο και είχε πυκνή βλάστηση, αποτελούμενη από πεύκα, βελανιδιές και θαμνώδη φυτά. Επί της οδού ..., (η οποία να σημειωθεί έχει πλάτος 6 περίπου μέτρων και είναι ασφαλτοστρωμένη) και γύρω στα δέκα πέντε (15) περίπου μέτρα από τη συμβολή της με την Λ. ...
υπήρχε σημείο χωρίς βλάστηση που καθιστούσε δυνατή την είσοδο οποιοδήποτε περαστικού στο ως άνω οικόπεδο. Σε απόσταση δύο (2) περίπου μέτρων από το αριστερό έρεισμα της οδού ... ξεκινούσε μικρό ανάχωμα ύψους 0,5 περίπου μέτρων και μήκους 1,5 και 2 μέτρων περίπου αντίστοιχα. Εν συνεχεία του αναχώματος υπήρχε πηγάδι που βρίσκονταν στο επίπεδο του εδάφους, με διάμετρο περίπου 1,2 μέτρα, χτισμένο με τούβλα, είχε βάθος 45 περίπου μέτρων, εκ των οποίων 30-35 μέτρα με νερό.
Το πηγάδι αυτό ήταν ασκέπαστο, απερίφρακτο, αλλά και αφύλακτο, δίχως να έχει τοποθετηθεί επί αυτού κάλυμμα, δίχως να είναι περιφραγμένο περιμετρικά και δίχως να έχει ληφθεί κανένα μέτρο φύλαξης αυτού, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος πτώσης στον πυθμένα αυτού προσώπων, προσεγγιζόντων τούτο. Περιμετρικά του εν λόγω πηγαδιού υπήρχαν τέσσερις (4) παλαιοί στύλοι περίφραξης σκουριασμένοι, χωρίς σύρμα περίφραξης, πλησίον δε αυτού υπήρχε πυκνή βλάστηση, ενώ το στόμιο του ήταν καλυμμένο εν μέρει με κλαδιά.
Στο ύψος της ως άνω συμβολής και συγκεκριμένα επί της οδού ..., σε απόσταση 15 περίπου μέτρων από την Λ. ... οι Θ. και Ν. Γ. σταμάτησαν το αυτοκίνητο που επέβαιναν και ο πρώτος από αυτούς εισήλθε στο προαναφερθέν οικόπεδο ιδιοκτησίας της εταιρίας ..., από το υπάρχον εκεί χωρίς βλάστηση σημείο αυτού, προφανώς για να κάνει τη φυσική του ανάγκη.
Προσεγγίζοντας όμως αυτός στο χώρο του προαναφερθέντος αφύλακτου πηγαδιού, λόγω της νύκτας δεν μπόρεσε να το αντιληφθεί και να το αποφύγει και γλυστρώντας έπεσε σ’ αυτό, προφανώς όμως κρατήθηκε για λίγο από το χείλος του πηγαδιού και όταν έφθασε ο δεύτερος από αυτούς να τον βοηθήσει, - χωρίς και αυτός να αντιληφθεί την ύπαρξη του πηγαδιού - αντιληφθείς ότι κάτι του είχε συμβεί, παρασύρθηκαν και οι δύο μαζί στον πυθμένα του πηγαδιού, με αποτέλεσμα να προκληθεί ο θάνατος αυτών και συγκεκριμένα του πρώτου συνεπεία πνιγμού και του δεύτερου συνεπεία κάκωσης κεφαλής - πρωτίστως πνιγμού.
Ο θάνατος των άνω προσώπων οφείλεται σε αμέλεια των κατηγορουμένων οι οποίοι από έλλειψη της προσοχής, που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα τους, των νομίμων εκπροσώπων της ως άνω εταιρίας με την επωνυμία ..., αποκλειστικής κυρίας του άνω οικοπέδου δεν προέβλεψαν το προαναφερόμενο αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την παράλειψη τους και επέφεραν το θάνατο άλλων, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψουν αυτό.
Ειδικότερα, η αμέλεια τους συνίσταται στο ότι αυτοί, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από την άνω ιδιότητα τους να λάβουν τα προβλεπόμενα από το νόμο (άρθ. 438 Π. Κ και 108 παρ. 3 ν. δ 3030/1954) και απαιτούμενα στη συγκεκριμένα περίπτωση προφυλακτικά μέτρα ασφαλείας, προς αποφυγή ατυχημάτων άφησαν το επίμαχο πηγάδι - το οποίο βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το δρόμο και σε μέρος από όπου προφανώς διέρχονταν άνθρωποι, είτε πεζή, είτε με τα οχήματα τους, αφού αποδεδειγμένα σε απόσταση 300 περίπου μέτρων από το σημείο αυτό υπήρχε οικισμός - ασκέπαστο, απερίφρακτο, αλλά και αφύλακτο και για το λόγο αυτό οι ως άνω αποβιώσαντες, που προσέγγισαν το χώρο κοντά στο πηγάδι, για να κάνει τη φυσική του ανάγκη ο πρώτος από αυτούς και ο δεύτερος για να τον βοηθήσει, όταν αντιλήφθηκε ότι κάτι του είχε συμβεί, δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν, λόγω της νύκτας, την ύπαρξη του και να προφυλακτούν από τον επικίνδυνο χώρο, με αποτέλεσμα να καταπέσουν εντός αυτού, που καλύπτονταν με νερό σε ύψος 30- 35 περίπου μέτρων και να επέλθει ο θάνατος αυτών, αποτέλεσμα το οποίο δεν προείδαν αυτοί (κατηγορούμενοι), ένεκα της έλλειψης της προσήκουσας ως άνω προσοχής ,την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν.
Από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 α’ Π.Κ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη ,αν αυτός, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη, δηλαδή η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιο περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξης ,αίρει τον καταλογισμό του.
Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποιά υπήρξε η πηγή της άγνοιας του ή της εσφαλμένης αντίληψης του. Από το εδ. β όμως της αυτής διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 1 Π.Κ, κατά την οποία αν η άγνοια αυτών των περιστατικών μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαίτιου, η πράξη του καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη αποκλείει ,καταρχήν, το δόλο αυτού, όχι όμως και την αμέλεια του, εν αντιθέσει προς τη συγγνωστή πλάνη, η οποία αποκλείει και την εξ αμελείας τέλεση.
Συνεπώς, αν η άγνοια από το δράστη των περιστάσεων για κάποιο συστατικό όριο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος οφείλεται σε αμέλεια αυτού, η πράξη καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, εφόσον η πράξη αυτού τιμωρείται και εξ αμελείας (ΑΠ 120/2010 δημ. Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι μεταξύ άλλων ισχυρίστηκαν ότι δεν πρέπει να τους καταλογιστεί η πράξη που τους αποδίδεται λόγω πραγματικής πλάνης, διότι αγνοούσαν την ύπαρξη του επίμαχου πηγαδιού, το οποίο άλλωστε θα τους χρησίμευε και στο έργο τους, καθόσον δεν αναφέρονταν αυτό σε κανένα από τα επικαλούμενα και αναγνωσθέντα έγγραφα (διακήρυξη υπόμνημα υφιστάμενης κατάστασης, και δεδομένων ακινήτου, τοπογραφικά διαγράμματα συνημμένα στο συμβόλαιο αγοράς κ λ π), ούτε ήταν δυνατό να εντοπιστεί αυτό από οιοδήποτε με γυμνό μάτι, λόγω της πραγματικής του κατάστασης, αφού το στόμιο του ήταν στο επίπεδο του εδάφους, περιβαλλόμενο από πυκνή βλάστηση.
Ο ισχυρισμός αυτός των κατηγορουμένων τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, αφού στο αρχικό συμβόλαιο αγοράς της μείζονος δημόσιας έκτασης (σελ. 102) οι αγοράστριες εταιρίες δηλώνουν, διά των νομίμων εκπροσώπων τους ότι προτού παραλάβουν τα ως άνω οικόπεδα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο εξέτασαν επιτόπου αυτά και γνωρίζουν την πραγματική και νομική τους κατάσταση, σε κάθε δε περίπτωση, η τυχόν άγνοια εκ μέρους τους της ύπαρξης του εν λόγω πηγαδιού, δεν δικαιολογείται και οφείλεται σε αμέλεια τους, καθόσον εκ της ως άνω ιδιότητας τους, της μακρόχρονης εμπειρίας τους σε κατασκευαστικά έργα, αλλά και της παλαιότερης χρήσης της μείζονος περιοχής ως στρατοπέδου (πρώην ...) - γεγονός που σημαίνει ότι θα μπορούσε να υπάρχουν στο χώρο αυτό και άλλα επικίνδυνα υλικά - και της ύπαρξης στην απέναντι πλευρά του δρόμου άλλου πηγαδιού σε οικοπέδου της εταιρίας "...", το οποίο ήταν περιφραγμένο με στύλους περίφραξης και συρματόπλεγμα, όφειλαν αυτοί και μπορούσαν να έχουν ελέγξει επιμελώς την περιοχή, οπότε και θα εντόπιζαν τα επικίνδυνα σημεία αυτής και ειδικότερα το επίμαχο πηγάδι, ο εντοπισμός του οποίου ήταν δυνατός υπό συνθήκες φωτός ημέρας, με μία απλή θεώρηση της περιοχής, λόγω της προαναφερθείσας πραγματικής του κατάστασης (θέση πηγαδιού πολύ κοντά στο δρόμο, πεσμένοι παλιοί στύλοι περίφραξης πέριξ αυτού, διάμετρος αυτού 1, 2 περίπου μέτρα, στόμιο μερικώς σκεπασμένο με κλαδιά) - εντοπισμός ο οποίος έγινε, όπως προαναφέρθηκε, ευχερώς, την επόμενη ημέρα του συμβάντος ήτοι στις 10-6-2008 γύρω στις 12:30 από τους μάρτυρες κατηγορίας, οικείους των θανόντων, οπότε και επικεντρώθηκαν οι έρευνες της αστυνομίας στο σημείο αυτό και στον περιβάλλοντα χώρο - έλεγχο τον οποίο προφανώς δεν έκαναν, και έτσι άφησαν τα επίμαχο πηγάδι, το οποίο βρισκόταν σε απερίφρακτο οικόπεδο και ήταν προσβάσιμο από το επίμαχο σημείο, ασκέπαστο, απερίφρακτο και γενικά με κάθε άλλο τρόπο αφύλακτο, παρόλο που σύμφωνα με τα παραπάνω υποχρεούνταν ειδικώς στις παραπάνω ενέργειες, με συνέπεια εκ των παραλείψεων τους αυτών να επιφέρουν το θάνατο των προαναφερθέντων αδελφών Θ.
και Ν. Γ.. Σημειώνεται ότι στη λήψη των πιο πάνω μέτρων ασφαλείας, αναφορικά με το επίμαχο πηγάδι ήταν υποχρεωμένοι οι κατηγορούμενοι, έχοντες ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση, εφόσον ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι της κυρίας και κατόχου του άνω οικοπέδου εταιρίας, επί του οποίου υπήρχε το εν λόγω πηγάδι, όσα δε αυτοί ισχυρίζονται περί αποξενώσεως τους από το εν λόγω οικόπεδο κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, εφόσον στο επικαλούμενο από αυτούς και αναγνωσθέν υπ’ αριθ. .../2002 προσύμφωνο μεταβίβασης ακινήτων και εργολαβικό για εκτέλεση έργου δεν περιλαμβάνεται το ως άνω οικόπεδο.
Με βάση τα ανωτέρω στοιχειοθετείται πλήρως τόσον από αντικειμενική, όσον και από υποκειμενική άποψη η αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους πράξη και πρέπει να κηρυχθούν αυτοί ένοχοι, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.". Στην συνέχεια εκήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, ωσαύτως κατά λέξη, του ότι: "Στις 09/06/2008 στο ...
Αττικής, από αμέλεια τους, δηλ. έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και κατά τις περιστάσεις ηδύναντο να καταβάλλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους, καίτοι υποχρεούντο από επιτακτικές διατάξεις νόμων σε επίδειξη ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής, δι’ επιδείξεως θετικής ενεργούς συμπεριφοράς και ειδικότερα, υπό την ιδιότητα τους ως νομίμων εκπροσώπων της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "...." στην κυριότητα της οποίας ανήκει το περιελθόν σε αυτή δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...29-12-1999 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών κας Ευτυχίας Κασκαρέλη ακίνητο με αριθμό ..., στο ...
Αττικής, και κατά τα εκεί περιγραφέντα όρια και το εκεί αναφερόμενο ποσοστό, αποκτήσασα την αποκλειστική κυριότητα επ’ αυτού, βάσει του υπ’ αριθμ. … 5-1-2005 πρακτικού συμβιβασμού, νομίμως μεταγραφέντος στου Υποθηκοφυλακείο Μαραθώνος, στα όρια του οποίου υπήρχε πηγάδι βάθους 45 μέτρων, άφησαν αυτό ασκέπαστο, απερίφραχτο αλλά και αφύλακτο, δίχως να τοποθετήσουν επ’ αυτού κάλυμμα, δίχως να περιφράξουν περιμετρικά το χώρο και δίχως να λάβουν κανένα μέτρο φύλαξης αυτού, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος πτώσης στον πυθμένα προσώπων, προσεγγιζόντων τούτο, καίτοι υποχρεούντο ειδικώς στις παραπάνω ενέργειες, με συνέπεια να επιφέρουν τοιουτοτρόπως το θάνατο στους Θ.
Γ. και Ν. Γ., οι οποίοι επέπεσαν στον πυθμένα, μη αντιληφθέντες την ύπαρξή του, που καλύπτονταν με νερό σε ύψος 35 μέτρων, προκληθέντος έτσι του θανάτου αυτών.". Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποία καταδίκασε τους αναιρεσείοντες -κατηγορουμένους, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 302 παρ.1 και 438 εδ.
α’ του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση και αιτιολογούνται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι εξής, κρίσιμες και αναγκαίες για την θεμελίωση της καταδικαστικής κρίσεως, ουσιαστικές και νομικές παραδοχές, ήτοι: 1) Ότι ο θάνατος των παθόντων Θ.
Γ. και Ν. Γ., επήλθε εξ αιτίας της πτώσεώς τους και του εν συνεχεία πνιγμού τους σε πηγάδι, στο οποίο κατά τον χρόνο αυτού (θανάτου των παθόντων) δεν είχε τοποθετηθεί κάλυμμα, δεν ήταν περιφραγμένο περιμετρικά και δεν είχε ληφθεί κανένα μέτρο φυλάξεώς του, ότι το πηγάδι αυτό είχε διάμετρο 1,2 μέτρα και βάθος 45 μέτρα, το δε ύψος του νερού ανερχόταν στα 30-35 μέτρα, ότι την ύπαρξη του (πηγαδιού) οι παθόντες δεν την αντελήφθησαν εγκαίρως λόγω της νυκτός, της ελλείψεως περιφράξεως και φυλάξεώς του, της υπάρξεως πλησίον του πυκνής βλαστήσεως, του ότι το στόμιο του ήταν στο επίπεδο του εδάφους και εκαλύπτετο εν μέρει με κλαδιά. 2) Ότι το εν λόγω πηγάδι βρισκόταν σε οικόπεδο απερίφρακτο, με πυκνή βλάστηση, αποτελούμενη από πεύκα, βελανιδιές και θαμνώδη φυτά, κείμενο επί της συμβολής της, πλάτους δέκα πέντε (15) περίπου μέτρων και εμφανιζούσης κίνηση πεζών και οχημάτων, λόγω και του υπάρχοντος σε απόσταση 300 μέτρων οικισμού, οδού ...
με την Λεωφόρο ... της περιοχής ... Αττικής και αμέσως μετά από μικρό ανάχωμα ύψους 0,5 μέτρων και μήκους 1,5 έως 2 μέτρων, απέχον από την οδό ... περίπου δύο (2) μέτρα, στο οποίον (οικόπεδο αυτό) οι παθόντες εισήλθαν, ο μεν πρώτος προς ικανοποίηση σωματικής του ανάγκης ο δε δεύτερος προκειμένου να τον βοηθήσει αντιληφθείς ότι πρώτος περιήλθε σε κίνδυνο, από σημείο αυτού, χωρίς βλάστηση, που καθιστούσε δυνατή την είσοδο σε τούτο (οικόπεδο) οποιουδήποτε περαστικού και απείχε δέκα πέντε (15) μέτρα περίπου από την συμβολή των ως άνω οδών. 3) Ότι υπό το φως της ημέρας ο εντοπισμός του εν λόγω πηγαδιού ήταν ευχερής, αφού την επομένη ημέρα εκείνης του επιδίκου συμβάντος, τούτο εντοπίσθηκε και επικεντρώθησαν σε αυτό οι έρευνες ανευρέσεως των παθόντων. 4) Ότι κατά τον εν λόγω κρίσιμο χρόνο θανάτου των παθόντων, το οικόπεδο αυτό, στο οποίο υπήρχε το εν λόγω πηγάδι, ανήκε κατ’ αποκλειστική κυριότητα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ως και ότι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής ήσαν οι αναιρεσείοντες, όντες ο εξ αυτών Χ.
Α., Πρόεδρος Γενικός και Τεχνικός Διευθυντής, ο εξ αυτών Δ. Π., Αντιπρόεδρος και εκ τούτων τρίτος Σ. Α., Διευθύνων Σύμβουλος. 5) Ότι όλοι οι αναιρεσείοντες, υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους, από της, κατά το έτος 1999, δια υπ’ αριθμ. ...29-12-1999 νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευτυχίας Κασκαρέλη, κτήσεως αρχικώς της συγκυριότητος του οικοπέδου αυτού (μαζί με άλλα) και εν συνεχεία από της, δια του υπ’ αριθμ.
…5-1-2005 νομίμως μεταγραφέντος πρακτικού επιλύσεως διαφοράς, κτήσεως της αποκλειστικής κυριότητας αυτού (οικοπέδου) από την ως άνω εταιρεία, της οποίας ήσαν νόμιμοι εκπρόσωποι, εγνώριζαν την ύπαρξη σε αυτό του εν λόγω πηγαδιού, ως εξετάσαντες επιτόπου τούτο, ως και τα λοιπά οικόπεδα και παραλαβόντες και αυτό εν γνώσει της νομικής και της πραγματικής καταστάσεως του, την δε τοιαύτη γνώση της νομικής και πραγματικής αυτής καταστάσεώς του, διατύπωσαν ρητώς και περιέλαβαν στο ως άνω υπ’ αριθμ. ...29-12-1999 συμβόλαιο και επομένως εγνώριζαν έκτοτε αφ’ ενός μεν ότι το πηγάδι αυτό ήταν ασκέπαστο και απροφύλακτο, αφ’ ετέρου ότι το εν λόγω οικόπεδο, εντός του οποίου ευρίσκετο το πηγάδι αυτό, ήταν επίσης απερίφρακτο, ήταν όμορο της οδού ..., στην οποίαν, λόγω και του υπάρχοντος πλησίον οικισμού, κυκλοφορούσαν πεζή και εποχούμενοι, άνθρωποι, προδήλως όχι με σπανιότητα απρόβλεπτη, αφού τέτοια παραδοχή δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση, οποιοσδήποτε των οποίων (διερχομένων ανθρώπων) είχε άμεση και ευχερή και για οποιαδήποτε αιτία δυνατότητα προσβάσεως σε αυτό (οικόπεδο) από την ανωτέρω ελεύθερη βλαστήσεως είσοδο, αμέσως μετά την οποίαν, και εγγύτατα της προαναφερομένης οδού, κατά τα προεκτεθέντα, βρισκόταν το ως άνω πηγάδι.
Ότι (εκτίθεται επί πλέον), αφ’ ενός μεν οι αναιρεσείοντες δεν εφρόντισαν να σκεπάσουν και να περιφράξουν τούτο (πηγάδι), όπως, λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς τους, είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, κατά την διάταξη του άρθρου 438 εδ. α’ του ΠΚ, ώστε να μη προκύπτει κίνδυνος καταπτώσεως σε αυτό ανθρώπου και εξ αυτού του λόγου πρόκληση της θανατώσεώς του, αφ’ ετέρου δε ότι η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωσή τους υπήρχε κατά τον χρόνο θανάτου των παθόντων, αφού η ως άνω εταιρεία "..." εξακολουθούσε να είναι αποκλειστική κυρία του εν λόγω οικοπέδου, το οποίον, κατά τις οικείες παραδοχές της (αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), δεν περιελαμβάνετο στο υπ’ αριθμ. .../2002 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ακινήτων και εργολαβικό για την εκτέλεση έργου, με το οποίο είχε αναθέσει σε τρίτη εταιρεία την ανέγερση οικοδομών σε άλλα οικόπεδά της. 3) Ότι ωσαύτως άπαντες οι αναιρεσείοντες είχαν την δυνατότητα να προβλέψουν το εν λόγω αξιόποινο αποτέλεσμα των παραλείψεων τους αυτών, δηλαδή την, εν όψει των ανωτέρω συνθηκών και περιστάσεων, κατάπτωση των παθόντων στο ως άνω πηγάδι και του ένεκα αυτής από πνιγμό θανάτου τους, 4) Ότι η μορφή υπαιτιότητας πάντων των αναιρεσειόντων στην πρόκληση του εν λόγω εγκληματικού αποτελέσματος ήταν η μη ενσυνείδητη αμέλεια, υπό την σαφή παραδοχή, τόσον στο σκεπτικό, όσον και στο διατακτικό, ότι αυτοί δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα των ως άνω παραλείψεων τους, καίτοι όφειλαν και μπορούσαν να το προβλέψουν και να το αποτρέψουν.
Και 5) Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεων αυτών (πάντων των αναιρεσειόντων) και του συγκεκριμένου εγκληματικού αποτελέσματος, ο οποίος προκύπτει από τις παραδοχές, ότι ο θάνατος των παθόντων επήλθε εκ της παραλείψεώς των να λάβουν τα προαναφερόμενα συγκεκριμένα προφυλακτικά μέτρα, στις οποίες (παραδοχές αυτές) λογικώς και αναγκαίως περιέχονται και εκείνες ότι εάν ελαμβάνοντο τα μέτρα αυτά με πιθανότητα, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας το εγκληματικό αυτό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει.
Η αιτίαση, που προβάλλεται ταυτοσήμως με τον πρώτο λόγο εκάστης των τριών δηλώσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε αιτιολογημένα με την προσβαλλομένη απόφασή του στον, κατά τους ίδιους χαρακτηριζόμενο ως αυτοτελή, ισχυρισμό τους, ότι έκαστος αγνοούσε την ύπαρξη του εν λόγω πηγαδιού εκ του λόγου ότι δεν είχε καταγραφεί σε κανένα έγγραφο, συμβόλαιο, τοπογραφικό διάγραμμα ή πρακτικό των αρμοδίων Αρχών (Δήμου, Νομαρχίας κλπ) βάσει των οποίων η ως άνω κυρία του εν λόγω οικοπέδου εταιρεία "..." απέκτησε την κυριότητά του και επομένως τελούσε σε πραγματική πλάνη περί την ύπαρξη του ως άνω πηγαδιού, με συνέπεια η επίδικη αξιόποινη πράξη να μη είναι καταλογιστή σε έκαστον αυτών, είναι απορριπτέα ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενη.
Και τούτο γιατί, κατά το άρθρο 30 παρ. 1 του ΠΚ, η πραγματική πλάνη αποτελεί λόγο αποκλεισμού του καταλογισμού, δηλαδή αποκλείει τον δόλο και την ενσυνείδητη αμέλεια και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στα εγκλήματα που τελούνται από μη ενσυνείδητη αμέλεια (ΑΠ 71/2007), όπως εν προκειμένω συμβαίνει, αφού κατά τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως η αμέλεια των αναιρεσειόντων περί την πρόκληση της θανατώσεως των παθόντων ήταν μη ενσυνείδητη.
Ως εκ τούτων ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και δεν απαιτείτο το δικαστήριο να απαντήσει, στην περίπτωση απορρίψεώς του, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εν πάση περιπτώσει όμως το Εφετείο με τις παραδοχές του, όπως αυτές ανωτέρω εξετέθησαν, απέρριψε εκ του πράγματος τον ισχυρισμό τους αυτόν αιτιολογημένα.
Περαιτέρω, η αιτίαση, που επίσης ταυτοσήμως προβάλλεται από έκαστον των αναιρεσειόντων, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της, κατά τις ως άνω διατάξεις απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ’ όψει του και, παρά την ρηματική αναφορά τους, δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα κατωτέρω επ’ ακροατηρίω αναγνωσθέντα έγγραφα και περαιτέρω δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα περιστατικά, διάφορα εκείνων, που προέκυψαν από αυτά (αναγνωσθέντα αυτά έγγραφα) και δη το υπ’ αριθμ. .../10-10-2002 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ακινήτων και εργολαβικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών με το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, ανέθεσαν οι ιδιοκτήτριες εταιρείες στην εταιρεία "..." την ανοικοδόμηση του εν λόγω οικοπέδου, στο οποίο υπήρχε το ως άνω πηγάδι, το τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 1991 των Α. - Α., στο οποίο αποτυπώνονταν τα εν λόγω οικόπεδα, το υπ’ αριθμ. ...1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευτυχίας Κασκαρέλη, με το οποίο, επίσης κατά τους ισχυρισμούς τους, η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (ΚΕΔ) μεταβίβασε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου στην ως άνω εταιρεία τους (...), το υπ’ αριθμ.
…5-1-2005 πρακτικό εξωδίκου επιλύσεως διαφοράς, με το οποίο, ως επίσης ισχυρίζονται, η εν λόγω εταιρεία τους απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα του οικοπέδου αυτού και το υπ’ αριθμ. πρωτ: .../21-7-2008 έγγραφο του Δημάρχου ... Σ. Δ., στο οποίο, όπως ωσαύτως ισχυρίζονται, αναφερόταν ως ιδιοκτήτης του οικοπέδου που βρισκόταν το πηγάδι η ανωτέρω εταιρεία "...", και ειδικότερα δέχθηκε ότι εγνώριζαν από της αρχικής ως άνω κτήσεως της συγκυριότητος και ακολούθως της αποκλειστικής κυριότητος του οικοπέδου αυτού από την εταιρεία "..." την ύπαρξη σε τούτο του ως άνω πηγαδιού, καίτοι δεν ανεφέρετο ούτε περιεγράφετο στα ανωτέρω έγγραφα, επί πλέον δε είχαν αποξενωθεί του οικοπέδου αυτού με την, δια του ως άνω υπ’ αριθμ. .../10-10-2002 προσυμφώνου μεταβιβάσεως ακινήτων και εργολαβικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, ανάθεση της οικοδομήσεώς του στην εταιρεία "...", και ότι το πηγάδι αυτό ήταν εμφανές, ενώ εκαλύπτετο από πυκνή βλάστηση και δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό, είναι απαράδεκτη (η αιτίαση αυτή), αφού ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του.
Η, κατ’ εκτίμηση εκάστης των δηλώσεων αναιρέσεως συναγομένη, αιτίαση εκάστου των αναιρεσειόντων ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ’ όψη του και δεν συνεκτίμησε τα ανωτέρω έγγραφα κατά το σύνολο του περιεχομένου τους και σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται η διαβεβαίωση, ότι προς σχηματισμό της κρίσεώς του για το αποδεικτικό πόρισμά του έλαβε υπ’ όψει του "τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών Ε.
Κ. και Β. Μ., τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, την ανάγνωση των πρακτικών και απόφασης της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, καθώς και όλων των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσης δίκης, τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων", δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση της αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών τούτων μέσων μεταξύ τους, η δε εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως, καθ’ όσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 486/2015).
Περαιτέρω αβάσιμη είναι η αιτίαση, εκάστου των αναιρεσειόντων, ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια, που στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, και συνιστάται στο ότι παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 του ΠΚ, με το να δεχθεί ότι εκ μόνης της ιδιότητος αυτών ως νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας "..." καθιδρύεται η ιδιαιτέρα νομική υποχρέωση αυτών προς λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, η παράλειψη των οποίων στοιχειοθετεί κατά τις ανωτέρω διατάξεις την ποινική ευθύνη τους στην πρόκληση του θανάτου των ως άνω παθόντων, παρά το ότι, αφ’ ενός μεν, όπως αποδεικνυόταν από το από 31-12-2007 οργανόγραμμα της εταιρείας αυτής που προσκόμισαν στο δικαστήριο της ουσίας, προς λήψη των εν λόγω μέτρων ασφαλείας είχαν εξουσιοδοτηθεί άλλα πρόσωπα και οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) ουδέποτε ενημερώθησαν για την ύπαρξη του εν λόγω πηγαδιού, αφ’ ετέρου είχαν αποξενωθεί της εκμεταλλεύσεως του οικοπέδου στο οποίο ευρίσκετο το πηγάδι αυτό, με την ανάθεση της έργου κατασκευής οικοδομών στην ως άνω εταιρεία "...".
Και τούτο (αβάσιμο της αιτιάσεως αυτής) γιατί οι ιδιότητες των αναιρεσειόντων ως προέδρου γενικού και τεχνικού διευθυντή του εξ αυτών Χ. Α., ως αντιπροέδρου του εκ τούτων Δ. Π. και διευθύνοντος συμβούλου του εκ τούτων Σ. Α. και πάντων ως όντων νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας "...", όπως προαναφέρεται, συνδέονταν με την εποπτεύουσα διευθυντική θέση καθενός από αυτούς στην εταιρεία αυτή, που ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου στο οποίο ευρίσκετο το πηγάδι, και την υποχρέωση, λόγω των καθηκόντων τους, να λαμβάνουν τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας προς αποτροπή κινδύνου πρόκλησης καταπτώσεως ανθρώπων στο πηγάδι αυτό, όπως τα μέτρα αυτά ασφαλείας περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και θεμελιώνουν την κατά το άρθρο 15 ΠΚ ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή τους για τη λήψη μέτρων πρόληψης (και αποτροπής) του θανάτου των παθόντων στην ένδικη υπόθεση, τα οποία και αυτοί, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, από μη ενσυνείδητη αμέλειά τους παρέλειψαν να λάβουν.
Η αιτίαση, με την οποίαν πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της κατά τις ως άνω διατάξεις απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απήντησε στον ισχυρισμό τους ότι με βάση το από 31-12-2007 οργανόγραμμα της εταιρείας "..." προς λήψη των εν λόγω μέτρων ασφαλείας είχαν ορισθεί άλλοι υπεύθυνοι και συνεπώς έκαστος αυτών δεν είχε ιδιαιτέρα νομική υποχρέωση αποτροπής του εν λόγω αξιοποίνου αποτελέσματος, είναι αβάσιμη, γιατί ο ισχυρισμός αυτός είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής (ΑΠ 1473/2010), όπως αβασίμως επομένως έκαστος των αναιρεσειόντων ισχυρίζεται, και ως εκ τούτου δεν έχρηζε αιτιολογήσεως.
Η αιτίαση, με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση επίσης για έλλειψη της κατά τα ανωτέρω απαιτουμένης αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι δεν υπήρχε ιδιαιτέρα νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων προς λήψη των ως άνω μέτρων ασφαλιστικών του ως είρηται πηγαδιού μέτρων ασφαλείας εκ του λόγου, ότι η υπ’ αυτών ιδιοκτήτρια του οικοπέδου, στο οποίο ευρίσκετο το εν λόγω πηγάδι, ως άνω εταιρεία είχε αποξενωθεί της εκμεταλλεύσεώς του με την ανάθεση του έργου κατασκευής οικοδομών στην ως άνω εταιρεία "...", είναι απαράδεκτη (η αιτίαση), αφού ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του, ότι το ως άνω πηγάδι περιλαμβάνεται σε οικόπεδο, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο υπ’ αριθμ. .../2002 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ακινήτων και εργολαβικό με το οποίο, όπως προαναφέρεται η υπό των αναιρεσειόντων εκπρσωπουμένη εταιρεία και ιδιοκτήτρια του οικοπέδου αυτού "...", ανέθεσε την κατασκευή οικοδομών σε άλλα οικόπεδά της στην εταιρεία "...".
Περαιτέρω, η αιτίαση εκάστου των αναιρεσειόντων, με την οποίαν ωσαύτως πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 438 του ΠΚ και 108 παρ. 3 του ν.δ. 3030/1954, εκ του λόγου ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έκαστος αυτών (αναιρεσειόντων) είχε ιδιαιτέρα νομική υποχρέωση από τις διατάξεις αυτές να λάβει τα απαιτούμενα για την φύλαξη του εν λόγω πηγαδιού προφυλακτικά μέτρα, ενώ τέτοια υποχρέωσή τους δεν υπήρχε, δεδομένου ότι κατά τα προκύπτοντα και από την από 11-6-2008 έκθεση αυτοψίας της Υποδιευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής τα υπ’ αριθμ. ...
αναγνωσθέντα έγγραφα της προσβαλλομένης αποφάσεως, εννέα φωτογραφίες σε φωτοτυπία και την από 12-6-2008 του site ... το εν λόγω οικόπεδο, στο οποίο υπήρχε το πηγάδι αυτό, βρισκόταν σε μη αγροτική περιοχή, ήταν σε ερημική τοποθεσία και δυσπρόσιτο μέρος με έντονη βλάστηση και βάτα, ήταν "περικυκλωμένο" από θάμνους και δεν διέρχονταν άνθρωποι ούτε καν με σπανιότητα που μπορούσε να προβλεφθεί με τα δεδομένα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτη, γιατί υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ίδια αυτή αιτίαση, καθ’ ο μέρος της πλήττεται η απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 108 παρ. 3 του ν.δ. 3030/1954, συνισταμένη στο ότι αυτή εφαρμόζεται μόνον επί αγροτικών εκτάσεων και όχι και επί του εν προκειμένω ακινήτου, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της (προσβαλλομένης αποφάσεως) υπό την παραδοχή ότι "......ότι αυτοί, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από την άνω ιδιότητα τους να λάβουν τα προβλεπόμενα από το νόμο (άρθ. 438 Π.
Κ και 108 παρ. 3 ν. δ 3030/1954) και απαιτούμενα στη συγκεκριμένα περίπτωση προφυλακτικά μέτρα ασφαλείας, προς αποφυγή ατυχημάτων άφησαν το επίμαχο πηγάδι - το οποίο βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το δρόμο και σε μέρος από όπου προφανώς διέρχονταν άνθρωποι, είτε πεζή, είτε με τα οχήματα τους, αφού αποδεδειγμένα σε απόσταση 300 περίπου μέτρων από το σημείο αυτό υπήρχε οικισμός...", στηρίζεται αυτοτελώς και στην διάταξη του άρθρου 438 εδ.
α’ του ΠΚ, που, κατά τα σχετικώς προαναφερόμενα, επιβάλει την λήψη προφυλακτικών μέτρων για τα πηγάδια, που ευρίσκονται σε μη περιφραγμένα μη αγροτικά ακίνητα, όπως είναι το εν προκειμένω οικόπεδο, την οποίαν εν προκειμένω ερμήνευσε και εφήρμοσε ορθώς το δικαστήριο της ουσίας, κατά τα σχετικώς προεκτεθέντα.
Επειδή, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ` του ΚΠΔ ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου.
Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358, 369 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν υφίσταται υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση, όπως, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την ανάγνωση κάθε εγγράφου, δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις μαρτύρων που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και σχετικές με τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση και επομένως, από την παράλειψη αυτή του διευθύνοντος, δεν δημιουργείται ακυρότητα.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ` αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση.
Επομένως, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και την ανάγνωση των εγγράφων, ότι ο συνήγορος υπερασπίσεως των κατηγορουμένων ή οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι ζήτησαν το λόγο από την Πρόεδρο, για να υποβάλουν δηλώσεις και παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση των μαρτύρων και την ανάγνωση των αναφερομένων σ’ αυτήν (απόφαση) εγγράφων, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ και δεν τους δόθηκε.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ΚΠΔ συναφής τελευταίος λόγος εκάστης των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορό τους και στους ίδιους του όντες παρόντες στην δίκη αναιρεσείοντες για να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικές με τις καταθέσεις των μαρτύρων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που εξετάσθησαν είναι αβάσιμος (ΑΠ 1028/2012).
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου κύριου και πρόσθετου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη από 4-12-2015 δήλωση αναιρέσεως και οι επ’ αυτής από 20-1-2016 πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις επιδοθείσες την 26-1-2016 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από 21-1-2016 δηλώσεις των Δ. Π. του Κ., Χ. Α. του Ι. και Σ. Α. του Ι., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 4989/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ