1030/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπόκειται, όπως και η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού.
Legislator headnote
AI generated1030/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπόκειται, όπως και η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1030 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Κατάχρηση δικαιώματος κατά την επιδίωξη μισθών υπερημερίας μετά την πάροδο 10 ετών από την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες δικηγόρου με πάγια αντιμισθία. Ορθή εφαρμογή σχετικών διατάξεων και επαρκής αιτιολογία. Απορρίπτει την αίτηση.
Αριθμός 1030/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Γ. Ξ. Α., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΤΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Φωκά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 269/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1140/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-9-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπόκειται, όπως και η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος, μετά την άκυρη καταγγελία, παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την ανεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να εξασφαλίσει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, με σκοπό να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.
Ως εκ τούτου, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί το ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 197/2009). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι, κατά το Μάρτιο 1986, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), που είναι δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, είχε προσληφθεί από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), για να προσφέρει στην επιχείρησή της, που τότε είχε έδρα στην Αθήνα, τις υπηρεσίες του ως νομικός σύμβουλος με πάγια αντιμισθία.
Ότι η εναγομένη, επικαλούμενη οικονομική δυσχέρεια, είχε σταματήσει να τον πληρώνει από το Σεπτέμβριο 1991. Ότι, κατά το Μάρτιο 1993, η εναγομένη μετέφερε την έδρα της στη Θεσσαλονίκη και δήλωσε προφορικά στον ενάγοντα ότι στο εξής δεν θα αποδέχεται τις νομικές του υπηρεσίες, διότι, πλέον, δεν τις είχε ανάγκη.
Ότι η εναγομένη παρέλειψε να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση εργασίας. Ότι με τον τρόπο αυτό, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, η εναγομένη είχε περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη, γεγονός που έκτοτε διαγνώστηκε δικαστικώς κατ' επανάληψη και οδήγησε στην επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, για προηγούμενα ή διαφορετικά σε σχέση με τα ένδικα χρονικά διαστήματα, όπως προέκυπτε από σειρά δικαστικών αποφάσεων που είχαν προσκομισθεί από τον ενάγοντα.
Ότι ο ενάγων, με την ένδικη, από 20-2-2008 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή, ζητεί εκ νέου αποδοχές υπερημερίας για τα χρονικά διαστήματα από 2-10-2004 μέχρι 9-6-2005 και από 9-6-2006 μέχρι 9-6-2008. Ότι κατά τα εν λόγω χρονικά διαστήματα, ο ενάγων, ως δικηγόρος, θα μπορούσε ευχερώς να ανεύρει και να προσφέρει ανάλογη εργασία σε νέο εργοδότη, αφού επί 10 και πλέον χρόνια ήταν δεδομένη, ως εκ των δικαστικών αντιδικιών, η άρνηση της εναγομένης να τον απασχολεί, λόγω μεταβολής του τόπου άσκησης της δραστηριότητάς της.
Ότι, παρά ταύτα, ο ενάγων απέφυγε αδικαιολόγητα την εξεύρεση νέας θέσεως εργασίας και προτίμησε να παραμείνει άνεργος, με σκοπό να εισπράττει από την εναγομένη τους μισθούς υπερημερίας, χωρίς να προσφέρει πραγματικές υπηρεσίες σ' αυτήν. Ότι με τον τρόπο αυτό, ο ενάγων επιδίωκε τη ματαίωση του δικαιώματος της εναγομένης για καταλογισμό της ωφέλειάς του από τη νέα εργασία, την οποία μπορούσε να προσφέρει, στις αποδοχές υπερημερίας, τις οποίες εκείνη ήταν υποχρεωμένη να του πληρώνει.
Ότι τα ως άνω περιστατικά δεν είχαν αντικρουσθεί από τον ενάγοντα, που "δεν επικαλέσθηκε, αλλά ούτε και απέδειξε" ότι είχε προσπαθήσει να ανεύρει νέα θέση εργασίας. Ότι υπό τα εν λόγω περιστατικά προέκυπτε προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του ενάγοντος να εξακολουθήσει την αναζήτηση αποδοχών υπερημερίας, μετά την πάροδο 10 και πλέον ετών από την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε κατ' ουσίαν δεκτή την, παραδεκτώς προταθείσα, ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος να αξιώσει αποδοχές υπερημερίας κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα και, αφού εξαφάνισε εν μέρει την τότε εκκαλουμένη 269/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό κεφάλαιο της ένδικης αγωγής.
Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 281 και 656 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι διέλαβε στην απόφασή του συνοπτικές μεν, αλλά πλήρης και χωρίς αντιφάσεις αναφορές στα συνιστώντα την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος περιστατικά και στην υπαγωγή αυτών στις ως άνω διατάξεις.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
2. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπ' όψη, αν και προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα, με την ως άνω έννοια, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο από τους λόγους αναιρέσεως, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο αυτός είχε προσφερθεί να μετακινηθεί από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου η αναιρεσίβλητη να έχει τη δυνατότητα να εξακολουθήσει να τον απασχολεί πραγματικά στη νέα της έδρα, ως νομικό σύμβουλο με πάγια αντιμισθία και β) δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς απόδειξη, τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τον οποίο αυτός είχε παραλείψει, κακόβουλα, να καταβάλει προσπάθειες για την ανεύρεση νέας θέσης εργασίας, με σκοπό να παρατείνει τις συνέπειες της υπερημερίας της.
Παρατηρείται, όμως, ότι ο υπό στοιχείο (α) ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ως ενάγοντος, δεν είναι αυτοτελής και δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά επιχείρημα, με το οποίο αμφισβητείται, ως εκ περισσού, το κίνητρο της καταγγελίας, η οποία στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, ούτως ή άλλως, είναι αναιτιώδης. Επίσης, παρατηρείται ότι ο υπό στοιχείο (β) ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, ως εναγομένης, αποτέλεσε αντικείμενο απόδειξης, υπό την έννοια που αυτή διεξάγεται στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών, και το περί του εν λόγω ισχυρισμού πόρισμα προέκυψε από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατονομάζονται στην οικεία θέση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και αρ.10 ΚΠολΔ, ως προς το πρώτο μέρος αυτού είναι απαράδεκτος και ως προς το δεύτερο μέρος είναι αβάσιμος.
3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, δεν γεννάται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ' είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 502/2007). Και ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός ή τα πραγματικά γεγονότα για την απόδειξη των οποίων έγινε η επίκληση και προσκομιδή των αποδεικτικών αυτών μέσων, δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.13 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον υπέρ του διαδίκου στον οποίο επιβλήθηκε το βάρος αποδείξεως και όχι υπέρ του αντιδίκου αυτού, ο οποίος δεν βλάπτεται, διότι μπορεί, κατ' ανταπόδειξη, να αποδείξει το αντίθετο, χωρίς να χρειάζεται αυτό να έχει διαταχθεί από το δικαστήριο.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο από τους λόγους αναιρέσεως, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπ' όψη τα διαδικαστικά έγγραφα της προηγούμενης αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων (αγωγές, προτάσεις και δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες προσδιορίζονται λεπτομερώς στο αναιρετήριο), από τα οποία προκύπτει, σε παλαιότερο σε σχέση με τον ένδικο χρόνο, η απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να αξιώσει την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για την ίδια αιτία, την οποία (ένσταση ΑΚ 281) και τότε είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη προς απόκρουση των κατ' αυτής αγωγών και β) αντέστρεψε το βάρος της απόδειξης ως προς την εκ μέρους του αναιρεσείοντος δόλια παράλειψη να ανεύρει νέα θέση εργασίας κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης, με το να δεχθεί ότι τα σχετικά περιστατικά "δεν αντικρούονται από τον εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος ούτε επικαλείται ούτε και απέδειξε ότι προσπάθησε ν' ανεύρει εργασία" (βλ.
για την αναφορά αυτή και παραπάνω, σκέψη αρ.1). Παρατηρείται, όμως, ότι ο υπό στοιχείο (α) αρνητικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ως ενάγοντος, ότι, δηλαδή, η ένσταση της αναιρεσίβλητης είχε απορριφθεί στο παρελθόν, δεν ήταν ουσιώδης για την έκβαση της παρούσας δίκης, διότι η προηγηθείσα αποφατική κρίση των δικαστηρίων ως προς τη βασιμότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος αναφερόταν σε διαφορετικά, προηγούμενα χρονικά διαστήματα και δεν επηρέαζε την ουσιαστική κρίση στην τρέχουσα φάση της αντιδικίας.
Άλλωστε, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη την προηγούμενη αντιδικία των μερών, αφού πέραν της γενικής αναφοράς στα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα, γίνεται ειδική μνεία και στις δικαστικές αποφάσεις που είχαν προεκδοθεί κατά τη διάρκεια της αντιδικίας αυτής.
Επίσης, παρατηρείται ότι η υπό στοιχείο (β) αιτίαση στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι το δικαστήριο της ουσίας, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, δεν επέρριψε βάρος απόδειξης στον αναιρεσείοντα, ως ενάγοντα, περί των πραγματικών περιστατικών που στήριζαν την ένσταση της αναιρεσίβλητης, ως εναγομένης, αλλά από τη μη ειδική απάντησή του επ' αυτών συνήγαγε σιωπηρή ομολογία (ΚΠολΔ 261) και, για να αιτιολογήσει την παραδοχή του, διέλαβε τη φράση ότι ο αναιρεσείων "ούτε επικαλείται ούτε και απέδειξε [υπό την έννοια της ανταπόδειξης] ότι προσπάθησε ν' ανεύρει εργασία".
Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' (κατ' ορθή εκτίμηση) και αρ.13 ΚΠολΔ, ως προς το πρώτο μέρος αυτού είναι προεχόντως απαράδεκτος και ως προς το δεύτερο μέρος είναι αβάσιμος.
4. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι και οι ενστάσεις, με την προϋπόθεση ότι, εφ' όσον προβάλλονται από τον εναγόμενο, διατυπώνονται με τρόπο ορισμένο και περιλαμβάνουν αίτημα απόρριψης της αγωγής για τη συγκεκριμένη αιτία. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο από τους λόγους αναιρέσεως, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) έλαβε υπ' όψη την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να αξιώσει την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, παρά το γεγονός ότι στο δικόγραφο των προτάσεων αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν περιλαμβάνονταν ούτε περιστατικά, θεμελιωτικά της καταχρήσεως ούτε αίτημα απορρίψεως της αγωγής, δια την αιτία αυτή και β) έκανε δεκτό το λόγο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο εκφραζόταν παράπονο για την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι ο λόγος αυτός ήταν αόριστος, διότι δεν εξειδίκευε το σφάλμα που αποδιδόταν στην τότε εκκαλουμένη απόφαση.
Παρατηρείται, όμως, ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων, ο περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περιλάμβανε όλα, όσα αναφέρονται ως παραδοχές του Εφετείου στην παραπάνω, με αρ. 1, σκέψη της παρούσας και, επί πλέον, το αίτημα να απορριφθεί η αγωγή ως καταχρηστικώς ασκούμενη.
Και περαιτέρω, ο σχετικός λόγος της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο πληττόταν η ουσιαστική κρίση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, περιλάμβανε το, δικονομικώς επαρκές κατά τον προσδιορισμό του, παράπονο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε οδηγηθεί στην κατ' ουσίαν απόρριψη της ενστάσεως λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων που είχαν προσκομισθεί.
Επομένως, ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' και αρ. 9 περ. α' (κατ' ορθή εκτίμηση μόνο του αρ. 8 περ. α') ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-9-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 1140/ 2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ