1030/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1030/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1030 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1030/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ", "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", που εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 843/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4766/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-10-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση - όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) - πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.
Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (μισθοδοτικών καταστάσεων, αποδείξεων πληρωμής) περί του ότι πληρώθηκε ο μισθωτός όλες τις απαιτήσεις του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός και αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μία αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινήσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία έτσι του εργαζόμενου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρ. 3, 174, 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 Ν. 4020/1959).
Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, με το άρθρο 18 παρ. 1 Ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας, που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ' αυτών κρατήσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι: Με την ένδικη από 10-4-2003 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι στις 7-7-1998 προσλήφθηκε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία τεχνικών εταιρειών, της οποίας μέλη είναι οι λοιπές εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες, για να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στο έργο που κατασκεύαζε η κοινοπραξία στην Κάτω Τιθορέα Φθιώτιδας και ότι προσέφερε σ' αυτή τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του, κατά τις αναφερόμενες ημέρες και ώρες του χρονικού διαστήματος από 7-7-1998 έως 25-10-2002, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του και απολύθηκε.
Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες - αναιρεσίβλητες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 199.076 ευρώ, το οποίο οφείλουν σ' αυτόν για διαφορές μεταξύ νομίμου και καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού, για αμοιβή πρόσθετης εργασίας, αμοιβή υπερεργασίας και από 1-4-2001 ιδιόρρυθμης υπερωρίας, αμοιβή (αδικαιολόγητο πλουτισμό και πρόσθετη αποζημίωση) λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, αμοιβή λόγω νυκτερινής εργασίας και τοιαύτης κατά τις Κυριακές, αποζημίωση λόγω στερήσεως της εβδομαδιαίας αναπαύσεως και διαφορές επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αποδοχών αδείας μετά του οικείου επιδόματος.
Οι εναγόμενες - αναιρεσίβλητες, προς απόκρουση της αγωγής αυτής, προέβαλαν παραδεκτώς την ένσταση της ολοσχερούς εξοφλήσεως των ως άνω ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, διατεινόμενες ότι, με βάση τις αντίστοιχες καρτέλες εργασίας μισθωτού, τις μηνιαίες καταστάσεις μισθοδοσίας και τις αποδείξεις πληρωμής, φέρουσες την ιδιόχειρη υπογραφή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, κατέβαλαν σ' αυτόν, για την απασχόλησή του στην Κοινοπραξία από 7-7-1998 έως 25-10-2002, το συνολικό ποσό των 22.953.937 δραχμών ή 67.362,99 ευρώ, ενώ εδικαιούτο να λάβει 20.048.007 δραχμές ή 58.834,94 ευρώ (έλαβε δηλαδή επί πλέον ποσό 2.905.930 δραχμών ή 8.528,04 ευρώ), παραθέτοντας στη συνέχεια πίνακες με τα ποσά που εδικαιούτο κατά μήνα ο ενάγων - αναιρεσείων για μισθό, υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και για νυκτερινή εργασία, το συνολικό ποσό που συναποτελούσαν τα ως άνω ποσά και το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον αντίδικό τους, τον ίδιο μήνα, για όλες μαζί τις απαιτήσεις του από την παραπάνω εργασία του, χωρίς περαιτέρω ανάλυση και εξειδίκευση του καταβληθέντος συνολικού ποσού, χωρίς δηλαδή να προσδιορίζονται τα μερικότερα ποσά που του καταβλήθηκαν για κάθε αιτία.
Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4766/2007 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου επαναφέρθηκε προς επανεξέταση η ως άνω ένσταση εξοφλήσεως των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, διατυπωθείσα με τις προτάσεις τους κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, έκρινε ότι η εν λόγω ένσταση ήταν ορισμένη και στη συνέχεια δέχθηκε την ένσταση αυτή ως νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αφού η ένσταση εξοφλήσεως, υπό την ανωτέρω διατύπωσή της, ήταν αόριστη, διότι δεν διελάμβανε τα καταβληθέντα επί μέρους ποσά για κάθε μία επίδικη αξίωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορούσε να συμπληρωθεί παραδεκτά από τις αποδείξεις.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ορθώς εκτιμάται, παρελκούσης της έρευνας του άλλου (πρώτου) λόγου της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς την παραδοχή της ως άνω ένστασης εξοφλήσεως.
Σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4766/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ