1030/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-1991 αγωγή των Χ1 και Χ2, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1030/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Full text
Απόφαση 1030 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1030/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: ...... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Βερβανιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Χ2, ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Φλώρα Τριανταφύλλου, Γεώργιο Στεφανάκη και Ιωάννη Καμηλάκη, οι οποίοι δήλωσαν ότι η 1η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 21-2-2005, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .... προσκομισθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου και κληρονομήθηκε από την μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Ζ1, η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη, παρίσταται στο ακροατήριο και διορίζει τους ίδιους πιο πάνω πληρεξούσιους δικηγόρους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-1991 αγωγή των Χ1 και Χ2, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 4052/1991 πράξη και οι αποφάσεις 2968/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6019/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως για τον πρώτο λόγο και να απορριφθεί για τους υπόλοιπους. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η πρώτη αναιρεσίβλητη Χ1, όπως προκύπτει από την ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Αθηναίων, απεβίωσε στις 21.2.2005, η δε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Ζ1 γνωστοποίησε δια των πληρεξουσίων της δικηγόρων το ως άνω γεγονός με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως τη διακοπείσα λόγω του θανάτου δίκη (άρθρα 286 περ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ). Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ της ανωτέρω αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμού" έχει όμως εφαρμογή και για επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.
Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Ειδικότερα η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβαθμίου δίκης, δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη την ειδικώς αναφερόμενη 1116/2003 απόφαση του Ε' ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η από 8-2-2002 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας κατά της 1419/2001 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε αυτή για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην κακουργηματική πλαστογραφία της ένδικης διαθήκης σε φυλάκιση δύο ετών.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες ως διαδικαστικό έγγραφο παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), αυτοί περιορίστηκαν στην απλή και μόνο ενσωμάτωση των προτάσεών τους που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, άνευ περαιτέρω ειδικής επικλήσεως στο τέλος των από 5.2.2003 προτάσεών τους της προσκομιζόμενης από αυτούς 1116/18.4.2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου ή παραπομπής σε συγκεκριμένο μέρος των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων αποφάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Η επίκληση αυτής από τους αναιρεσιβλήτους το πρώτον με την προσθήκη των ως άνω προτάσεών τους με ημερομηνία 3.6.2003, που κατατέθηκε μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, είναι απαράδεκτη (άρθρο 524 παρ. 1 σε συνδ. με το άρθρο 237 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ).
Συνεπώς, εφ' όσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του άνευ νομίμου επικλήσεως την ανωτέρω προσκομισθείσα από τους αναιρεσίβλητους απόφαση του Αρείου Πάγου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο προς τούτο πρώτο λόγο της αναιρέσεως.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6019/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαϊου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ