Supreme Court dismisses appeal on abuse of right, upholding municipality's land claim against individual.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Thessaloniki, which rejected the municipality's claim to the disputed land. The court found that the municipality had explicitly denied the appellant's ownership in the 1970s and failed to recognize her title in subsequent administrative proceedings. Consequently, the court ruled that the appellant's claim of abuse of right was unfounded and ordered her to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR; The court held that a claim of abuse of right is unfounded when the opposing party has consistently denied the claimant's ownership and failed to recognize their title in administrative proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 102 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 102 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Ρ. του Γ. και της Χ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χορομίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Δίου - Ολύμπου (πρώην Δήμου Ανατολικού Ολύμπου), που εδρεύει στο Λιτόχωρο Πιερίας και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Παπαγγελή, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 513/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 28.2.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 513/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 9/2020 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσης, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1-2-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου πιο νόμου (147/1914), η ελληνική νομοθεσία. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού 1856), του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης σ' αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ.
και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημoσίων γαιών (εραζΐϊ - εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος έγγραφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς όχι δικαίωμα κυριότητας, αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), που ισοδυναμεί με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους - αποτελεί δε το ταπί απλό αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό.
Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος ιδιώτης καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και είτε κατέχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν κατέχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν - ιδιώτη - δωρεάν νέος τίτλος.
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σ. 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δ. Α. 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σ. 1276 και των οδηγιών της 23 Μ. 1293 ή 7.2.1921 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνον η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, που ονομάζονταν εμλάκι μιριγέ ή εμλάκι χουμουγιούν, εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου - ταπίου.
Με το Διάταγμα 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20-5-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ.
τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Α.Ν. 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και, έτσι, αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 1983/2022, ΑΠ 1931/2022).
Εξάλλου, όταν ένα ακίνητο υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί κατά κυριότητα με χρησικτησία από ιδιώτη, διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσης κυριότητας. Εάν, όμως, στο ακίνητο αυτό ο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), το οποίο μετατράπηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, τότε το ακίνητο αυτό, μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορεί να χρησιδεσποθεί, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.Δ.
της 22.4/16.5.1926, δια του οποίου απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων (απαγόρευση η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν. ΔΞΗ' /1912 δικαιοστασίων) δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, γιατί το ακίνητο κατά νόμο έπαυσε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό.
Όλα τα ανωτέρω βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι επί των εν λόγω ακινήτων ασκούνταν κατά την 20 Μαΐου 1917 δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, βάσει ταπίου που είχε προεκδοθεί της προσάρτησης των νέων χωρών, ή, προκειμένου περί αγρών, ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 854/2021).
Οι δύο αυτοί τρόποι κτήσης του δικαιώματος εξουσίασης, το οποίο, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας, διαφέρουν μεταξύ τους και δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Και αυτό γιατί η βάση της μιας αγωγής στηρίζεται στην κτήση του δικαιώματος εξουσίασης της δημόσιας γαίας με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) από το Δημόσιο στον ιδιώτη, ενώ της άλλης (αγωγής) στην πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας της καλλιεργήσιμης δημόσιας γαίας επί δέκα συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1702/2022, ΑΠ 854/2021).
Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η κυριότητά τους με την απελευθέρωση των νέων χωρών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24.7.1923 που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 Ν.Δ.), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται.
Η κυριότητα δε αυτή δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί με κατάληψη από ιδιώτη δημοσίου κτήματος και επιχείρηση πράξεων νομής σε αυτό μετά το έτος 1914, γιατί κατά το διάστημα μεν από 11.9.1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα δε της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε η χρησικτησία σε βάρος των δημοσίων κτημάτων (ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 391/2023, ΑΠ 1931/2022, ΑΠ 854/2021).
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 ν. δ/τος 31/1968, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 ν. 1416/1984, ως προς τα ακίνητα των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938. Επομένως, εφαρμόζεται το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938, κατά το οποίο τα ακίνητα του Δημοσίου και κατ' επέκταση και των Δήμων και Κοινοτήτων, είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου και γι' αυτό τα ακίνητα αυτά εξαιρούνται και είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι οι Δήμοι είναι κύριοι των εξαιρουμένων της χρησικτησίας ακινήτων πραγμάτων. Επίσης, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938, κατά την οποία "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν. Παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, αρξαμένη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε, κατά τους προϊσχύσαντας νόμους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968.
Κατά συνέπεια, επί των ακινήτων αυτών είναι επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία από εκείνον που τα διεκδικεί, για την οποία απαιτείται, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ανεπίληπτη νομή επί τριάντα (30) έτη και υπό τον Αστικό Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 1045 αυτού, συνεχής νομή επί είκοσι (20) έτη, με την προϋπόθεση ότι αυτή (έκτακτη χρησικτησία) είχε συμπληρωθεί μέχρι 2-12-1968, οπότε άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968. (ΑΠ 851/2021, ΑΠ 1227/2020, ΑΠ 1728/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1081772/7437/0010 από 25-10-2004 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ τ.
Δ αριθμ. 1015 από 5-11-2004), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή του ανισόπεδου κόμβου Πλαταμώνα από χ.θ. 8 + 500 έως χ.θ. 10+125, συνολικής έκτασης 107.775 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Ανατολικού Ολύμπου Πιερίας και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο από 17-7-2003 ακριβές αντίγραφο κτηματολογικού διαγράμματος με αριθμό σχεδίου Δ1 και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της ΕΥΔΕ/Οδικοί Άξονες Παραχώρησης, που θεωρήθηκαν από το Διευθυντή της Δ12 Διεύθυνσης του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ στις 17-11-2003.
Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, είναι και το υπ' αριθμ. κτηματολογικού πίνακα 1005 ακίνητο, συνολικής έκτασης 9.100 τ.μ. Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώθηκε συνολική έκταση 5.495 τ.μ. ενώ το επίδικο τμήμα από την έκταση αυτή εμβαδού 2.171 τ.μ., που εμφαίνεται με τα στοιχεία 11-δ98-δ97-ε20-ε19-ε18-ε17-ε16-ε15-ε14-1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-1α στο από 12-4-2010 κτηματολογικό διάγραμμα του Π.
Φ. , αγρονόμου μηχανικού, το οποίο επισυνάφθηκε στην υπό κρίση αγωγή, αποτελεί τμήμα του αρχικού υπ' αριθμ. 143 αγροτεμαχίου της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Πλαταμώνα. Το ακίνητο αυτό κατά την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στις νέες χώρες ανήκε στις δημόσιες γαίες ως αγρός ανήκων στο Τουρκικό Δημόσιο και ως τέτοιο περιήλθε μετά την απευλευθέρωση στο Ελληνικό Δημόσιο.
Δεν αποδείχθηκε ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος της Μ. Ρ. του Γ. καλλιεργούσε το επίδικο χωρίς δικαστική αμφισβήτηση επί δεκαετία συμπληρωθείσα έως 20-5-1917 ώστε να αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας και συνεπώς να μην περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Το αγροτεμάχιο αυτό περιήλθε στην κυριότητα της άλλοτε Κοινότητας Πλαταμώνα, καθολικός εκ του νόμου διάδοχος της οποίας είναι ήδη ο ενάγων Δήμος, με την υπ' αριθμ. ...-1962 απόφαση του Νομάρχη Πιερίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ ...-1962) και μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κατερίνης (άρθρ. 164§4 του Αγροτικού Κώδικα, όπως ίσχυε) στις 5-12-1969 στον τόμο 71 και αύξοντα αριθμό 10 (βλ.
προσκ. το υπ' αριθμ. ...-1997 πιστοποιητικό του μεταγραφοφύλακα Κατερίνης). Ειδικότερα στην εν λόγω απόφαση του Νομάρχη Πιερίας, η οποία προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση, αναφέρεται ότι έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων το άρθρο 164§§1,2,3,4 και του 5 του Αγροτικού Κώδικα παραχωρείται κατά πλήρη νομή και κυριότητα στην Κοινότητα Πλαταμώνα μεταξύ άλλων και το υπ' αριθμ. 143 τεμάχιο έκτασης 64.265 τ.μ.
Το γεγονός ότι η επίδικη έκταση των 2.171 τ.μ. ως τμήμα του υπ' αριθμ. 143 τεμαχίου περιήλθε αρχικά στην κοινότητα Πλαταμώνα αποδείχθηκε από την από 20-8-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Κ. Μ. , η οποία διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 226/2011 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επί της υπ' αριθμ.
εκθέσεως καταθέσεως .../2010 αγωγής του ενάγοντος Δήμου, η οποία ασκήθηκε μεταξύ άλλων και κατά της πρώτης εναγομένης και απορρίφθηκε λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων κατ' άρθρο 220§1 ΚΠολΔ με την υπ' αριθμ. 638/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Ειδικότερα κατά το συμπέρασμα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης: "τμήμα του ΚΠ 1005 εκτάσεως 2.171,00 τ.μ.
περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας, που επικαλείται ο ενάγων Δήμος Ανατολικού Ολύμπου (τον οποίο διαδέχθηκε ο Δήμος Δίου-Ολύμπου) και συγκεκριμένα του 143 αγροτεμαχίου ("κοινόν" εκτάσεως 64.265 τ.μ.) της διανομής 1936 του αγροκτήματος Πλαταμώνα".
Εξάλλου από το προσκομισθέν υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2018 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πιερίας αποδεικνύεται ότι για το υπ' αριθμ. ΚΠ 1005 ακίνητο και συγκεκριμένα για το απαλλοτριωθέν τμήμα έκτασης 2.171 τ.μ. δεν προβάλλονται δικαιώματα από το Ελληνικό Δημόσιο. Η πρώτη εναγομένη ισχυρίστηκε ότι η συνολική έκταση του υπ' αριθμ. ΚΠ 1005 ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη έκταση των 2.171 τ.μ., περιήλθε στην κυριότητα της από κληρονομία του πατέρα της Γ. Ρ. με την υπ' αριθμ. ...-1987 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κ. Σ. , η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. ...-1988 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, κληρονομία, την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../2007 έκθεση αποδοχής κληρονομίας του γραμματέα του Πρωτοδικείου Κατερίνης, που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κατερίνης στον τόμο 539 και αύξοντα αριθμό 13.
Περαιτέρω κατά τους ισχυρισμούς της πρώτης εναγομένης στην κυριότητα του πατέρα της περιήλθε το επίδικο ακίνητο λόγω αγοράς από τον αληθινό κύριο πατέρα του και παππού της διαδίκου Α. Ρ. του Β. με το υπ' αριθμ. ...-1949 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κατερίνης στον τόμο ΙΣΤ και αύξοντα αριθμό 462 και ότι στον Α.
Ρ. του Β. είχε περιέλθει από κληρονομία του επί τουρκοκρατίας αποβιώσαντος πατέρα του Β. Ρ. του Δ. μετά από διανομή επί τουρκοκρατίας της κληρονομίας και έκτοτε με τα προσόντα της χρησικτησίας λόγω της συνεχούς νομής και κατοχής του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας. Επί του ισχυρισμού αυτού της πρώτης εναγομένης πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση αφού πρόκειται για τις Νέες Χώρες, μεταξύ των οποίων η Πιερία, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60§ 1 της συνθήκης της από 30-1-1923 σύμβασης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 25-8-1923 ΝΔ και τα άρθρα 1, 7 και 27 της από 10-6-1930 συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το Ν 4793/1930.
Επομένως στο ακίνητο αυτό, ως δημόσιο, χωρεί μεν έκτακτη χρησικτησία με τις προϋποθέσεις των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4) πρ' πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυσε πριν από τον Αστικό Κώδικα και ίσχυε και επί Τουρκοκρατίας ως προς τους χριστιανούς υπηκόους του Οθωμανικού Κράτους, δηλαδή ύστερα από άσκηση νομής επ' αυτών με καλή πίστη για το χρονικό διάστημα μιας συνεχούς 30ετίας (με δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με το νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του), αλλά για να μπορεί να καταλυθεί με την εν λόγω χρησικτησία το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου, η τριακονταετής νομή, με τα προαναφερθέντα προσόντα, πρέπει να έχει συμπληρωθεί κατά τα προεκτεθέντα μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.
της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912, των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και άρθρου 21 του ν. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Με τις διατάξεις αυτές έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων επ' αυτών.
Η μετά την παραπάνω χρονολογία (11-9-1915) νομή τρίτου επί ακινήτου του Δημοσίου δεν άγει σε κτήση κυριότητας σε βάρος του τελευταίου, μέχρι μεν τις 15-6-1926, λόγω της αναστολής του χρόνου της χρησικτησίας, έκτοτε δε λόγω του ότι αποκλείστηκε η χρησιδεσποτεία των ακίνητων πραγμάτων του Δημοσίου. Δεν αποδείχθηκε άσκηση νομής επί του επιδίκου ακινήτου, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 1915 ώστε να καταλυθεί με την εν λόγω χρησικτησία το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου.
Τούτο διότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 1248 έως 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, που δεν αναγνώριζε το θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσης κυριότητας σε ακίνητα, 1 και 2 του ν. 197/1914, που επέκτεινε την ισχύ της ελληνικής νομοθεσίας σε διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες προέβλεπαν το θεσμό της χρησικτησίας, στις νέες χώρες, το ν.δ.
της 22.4/16.5.1926 σαφώς προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η από τον τρίτο κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε ακίνητα κυριότητας του Δημοσίου, που κείται στις νέες χώρες γιατί δε συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο λόγω της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος Α.
Γ., η οποία εξετάστηκε ενόρκως με επιμέλεια της πρώτης εναγομένης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 19ης Σεπτεμβρίου 2011 όταν συζητήθηκε η ήδη αναφερθείσα υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως .../2010 αγωγή του Δήμου Δίου Ολύμπου, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ.
Τούτο διότι η μάρτυρας αυτή, η οποία είναι γειτόνισσα της πρώτης εναγομένης και γεννήθηκε το έτος 1932, ανέφερε κατά την ένορκη κατάθεση της ότι περνούσε όταν ήταν σε παιδική ηλικία από το επίδικο ακίνητο, στο οποίο φύτεψε δέντρα και διατηρούσε οικόσιτα ζώα ο παππούς της πρώτης εναγομένης Α. Ρ. (βλ. τα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 226/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου).
Κατά συνέπεια με βάση όλα τα ανωτέρω δεν μπορεί να γίνει λόγος για κτήση της κυριότητας εκ μέρους των δικαιοπαρόχων της πρώτης εναγομένης αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο Α. Ρ. ήταν ο αληθής κύριος του επιδίκου ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταβίβασης του δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1949 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κ.
Σ.
Περαιτέρω η πρώτη εναγομένη επικαλούμενη τα ίδια ως άνω περιστατικά ισχυρίστηκε επικουρικά δηλ. σε περίπτωση απόρριψης της ένστασης ιδίας κυριότητας με παράγωγο τρόπο, ότι η ίδια κατέστη κυρία με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας. Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο η πρώτη εναγομένη επικαλέστηκε την κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής αφού τα επικαλούμενα περιστατικά είναι προγενέστερα σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής.
Ωστόσο ο επικαλούμενος χρόνος δεν αρκεί για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας από το έτος 1949 έως τις 2-12-1968, οπότε τέθηκε σε ισχύ το ν.δ. 31/1968 και κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 7 αυτού τα ακίνητα των Δήμων και Κοινοτήτων έπαψαν να είναι δεκτικά χρησικτησίας καθώς το επικαλούμενο και προσκομισθέν από την πρώτη εναγομένη υπ' αριθμ. ...-1949 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κ.
Σ., με το οποίο ισχυρίστηκε η ίδια ότι κατέστη κύριος ο πατέρας της Γ. Ρ. , μεταγράφηκε στις 10-6-1949, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική προσκομισθείσα βεβαίωση του υποθηκοφύλακα επί του προσκομισθέντος αντιγράφου. Παρατηρείται ωστόσο ότι κατά το χρόνο εκείνο το επίδικο ακίνητο ανήκε ακόμη κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο καθώς ο ενάγων και ήδη εκκαλών-πρώτος εφεσίβλητος δεν κατέστη κύριος παρά μόνο στις 5-12-1969 με τη μεταγραφή της υπ' αριθμ. ...-1962 απόφασης του Νομάρχη Πιερίας, που συνιστά τον τίτλο κυριότητας του.
Κατά συνέπεια ούτε η πρώτη εναγομένη ούτε οι δικαιοπάροχοι της μπορούσαν να χρησιδεσπόσουν το επίδικο ακίνητο αφού ήδη πριν από την παραχώρηση του από το Ελληνικό Δημόσιο στην άλλοτε κοινότητα Πλαταμώνα, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ο ενάγων ΟΤΑ και δη από τις 2-12-1968, οπότε δημοσιεύθηκε το ν.δ. 31/1968, όπως ήδη αναφέρθηκε, έπαψαν να είναι δεκτικά χρησικτησίας τα ακίνητα των Δήμων και Κοινοτήτων.
Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο στερείται βασιμότητας.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την σε βάρος της ασκηθείσα αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο της επίδικης έκτασης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 51 ΕισΝΑΚ, 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914 (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914), 5 του ν. ΔΣΙΓ/1913 και 60 παρ. 1 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24.7.1923, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 78 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν και 2 του διατάγματος 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το επίδικο πριν από την απελευθέρωση της Μακεδονίας, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, ήταν αγρός, δηλαδή ακίνητο που ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, ουδέποτε καλλιεργήθηκε από τον απώτατο δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, ούτε παραχωρήθηκε σ' αυτόν από το Τουρκικό Δημόσιο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), ως δημόσια γη δε ανήκε στο Τουρκικό Κράτος και περιήλθε με βάση τη Συνθήκη της Λωζάνης στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου και έκτοτε κατέστη ανεπίδεκτο χρησικτησίας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη.
Ακολούθως, το αγροτεμάχιο αυτό περιήλθε στην κυριότητα της άλλοτε κοινότητας Πλαταμώνα, καθολικός εκ του νόμου διάδοχος της οποίας είναι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος, με την υπ' αριθ. ....1962 απόφαση του Νομάρχη Πιερίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 431/29.11.1962) και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κατερίνης στις 5.12.1969 και ως εκ τούτου, το ακίνητο, ως ανήκον πλέον στην Κοινότητα Πλαταμώνα, κατέστη ομοίως ανεπίδεκτο χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 7 του ν.δ. 31/1968, και συνεπώς οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου, αλλά ούτε και η ίδια με τον επικαλούμενο παράγωγο, άλλως πρωτότυπο τρόπο.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα με την έφεσή της ισχυρισμό περί απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της βάσει του άρθρου 78 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν, του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914 και του άρθρου 2 του διατάγματος 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ως άνω προταθέντα ισχυρισμό, δεχόμενο ότι το επίδικο πριν από την απελευθέρωση της Μακεδονίας, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, ήταν αγρός, δηλαδή ακίνητο που ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, ουδέποτε καλλιεργήθηκε από τον απώτατο δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας χωρίς δικαστική αμφισβήτηση επί δεκαετία συμπληρωθείσα έως 20.5.1917, ώστε να αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης, το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους εξουσίας, ως δημόσια γη δε ανήκε στο Τουρκικό Κράτος και περιήλθε με βάση τη Συνθήκη της Λωζάνης στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Με το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την παρ. 11 του άρθρου 154 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α' 94/27-5-2016), ορίζονται τα εξής: " 1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.
Στον χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.. 2. Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση.".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, "Ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη ... όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.". Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνον αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Με τις εν λόγω διατάξεις θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ (4068)/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού, μετά την χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.
Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλης ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή, μέχρι τις 19-3-2003, επί δέκα έτη, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου του νεμόμενου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά τις 23-2-1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης, ή επί τριάντα έτη για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τμ (ή για μεγαλύτερο, εάν επ' αυτού υφίσταται κτίσμα κατά την 31-12-2002, που καλύπτει ποσοστό 30% τουλάχιστον του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης), εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, δηλαδή, εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. (ΑΠ 15/2023, ΑΠ 727/2022, ΑΠ 1725/2022, ΑΠ 1188/2022, ΑΠ 712/2020, ΑΠ 807/2019).
Η ανωτέρω όμως ρύθμιση, ως ειδική και εξαιρετική, εφαρμόζεται μόνο προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, όχι όμως και επί ακινήτων ανηκόντων στην κυριότητα των Ο.Τ.Α. ή άλλων ν.π.δ.δ. (ΑΠ 1824/2014), όπως τούτο προκύπτει από την αδιάστικτη γραμματική διατύπωση των παραπάνω διατάξεων που αναφέρονται μόνο σε ακίνητα του Δημοσίου, κατ' αποκλεισμό άλλων νομικών προσώπων, αλλά και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους.
Διασταλτική ερμηνεία των άνω ουσιαστικών διατάξεων, κατά τρόπο ώστε στο ρυθμιστικό αυτών πεδίο να εμπίπτουν και τα ακίνητα άλλων ν.π.δ.δ. δεν μπορεί να γίνει, διότι οι ρηθείσες διατάξεις, που προβλέπουν την κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτου με χρησικτησία, πρέπει να ερμηνευθούν στενά και δεν επιτρέπεται η επέκταση της εφαρμογής τους και σε άλλες περιπτώσεις, εκτός από αυτή, η οποία, ρητώς και ειδικώς, μνημονεύεται στον παραπάνω νόμο, δηλαδή στην ακίνητη περιουσία του Δημοσίου, ενώ ως προς τις λοιπές περιπτώσεις (των ακινήτων των ΟΤΑ ή των ν.π.δ.δ.) δεν υφίσταται γνήσιο κενό του νόμου, αλλά ηθελημένη από το νομοθέτη αρνητική ρύθμιση, με την έννοια ότι επί ακινήτων του Δημοσίου, και μόνο, χωρεί η υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις κτητική παραγραφή (ΑΠ 849/2021, ΑΠ 184/2018).
Κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας (ΑΠ 1724/2022, ΑΠ 473/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και εκ του αριθ. 8 του ιδίου άρθρου), αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 σε συνδυασμό με άρθρ. 1 του ν.δ. 31/1968, τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση για τους Ο.Τ.Α, όπως ο ενάγων Δήμος, προκειμένου να είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας και επί κτημάτων ανηκόντων στην κυριότητά τους, με την ειδική χρησικτησία και με τις διαλαμβανόμενες στις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεις και απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι έχει καταστεί κυρία του επιδίκου δυνάμει της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, ως μη νόμιμο, μη λαμβάνοντας υπόψη και τους προβληθέντες ισχυρισμούς της ότι η πλήρωση όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 συνιστά συγχρόνως και πλήρωση των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, για την επιβαλλόμενη αναλογικότητα μεταξύ προσβολής και επιδιωκόμενου σκοπού.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Εξάλλου η πρώτη εναγομένη ισχυρίστηκε ότι κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 ν. 3127/2003 αφού πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις αυτών.
Ο ισχυρισμός ωστόσο αυτός είναι μη νόμιμος καθώς αληθή υποτιθέμενα τα περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται στις προτάσεις της πρώτης εναγομένης προς θεμελίωση του, δεν αρκούν για να επιφέρουν την έννομη συνέπεια, την οποία η ίδια επικαλείται ήτοι την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου. Τούτο διότι κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση η ρύθμιση του άρθρου 4 ν. 3127/2003, ως ειδική και εξαιρετική, εφαρμόζεται μόνο προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, όχι όμως και επί ακινήτων ανηκόντων στην κυριότητα των Ο.Τ.Α.
ή άλλων ν.π.δ.δ.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 ν. 3127/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε αναλογικά επί ακινήτου ανήκοντος στην κυριότητα Ο.Τ.Α., καθόσον η ως άνω ρύθμιση, η οποία προβλέπει κατάργηση δικαιωμάτων ακινήτων με χρησικτησία, ως ειδική και εξαιρετική, εφαρμόζεται μόνο προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, έτι δε περαιτέρω, η μη αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 ν. 3127/2003 και για τα ακίνητα που ανήκουν σε Ο.Τ.Α και Ν.Π.Δ.Δ.
δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί προστασίας της ιδιοκτησίας διατάξεις (ΑΠ 849/2021) και ως εκ τούτου, το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη του και απέρριψε σιωπηρά τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεχόμενο τη μη αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 και για τα ακίνητα που ανήκουν σε Ο.Τ.Α.
και Ν.Π.Δ.Δ., ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 ν. 3127/2003, διότι δεν ήταν εν προκειμένω αναλογικά εφαρμοστέες. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.".
Κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 8/2001).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως, περιστατικά τα οποία ανάγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (Ολ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 747/2022, ΑΠ 383/2019, ΑΠ 764/2016).
Οι δε πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτήν τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 10/2012, ΑΠ 460/2019, ΑΠ 1058/2018, ΑΠ 143/2016).
Εξάλλου, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπόχρεο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (ΑΠ 747/2022, ΑΠ 826/2018, AΠ 200/2018, ΑΠ 841/2017).
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 8/2001). Ενόψει τούτων, για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο 281 του Α.Κ. από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να παρατίθενται στην απόφασή του σαφώς και ορισμένως ότι συνέτρεξαν στη δικαζομένη υπόθεση όλες οι ως άνω περιστάσεις και συνθήκες (ΑΠ 292/2023). Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να αντιταχθεί και κατά αγωγής διεκδικητικής ή αναγνωριστικής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, έχει δε εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξης (ΑΠ 292/2023, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 1998/2009).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με αρθρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, απορρίπτοντας εσφαλμένα ως αβάσιμη τη νομίμως προταθείσα ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα : "Περαιτέρω η πρώτη εναγομένη ισχυρίστηκε ότι η αγωγή ασκήθηκε από τον ενάγοντα ΟΤΑ κατά παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και καθ' υπέρβαση και μάλιστα προφανή των αξιολογικών ορίων, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ήτοι της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος καθώς ο ενάγων όχι μόνο επί σειρά ετών δεν όχλησε την ίδια ή τον άμεσο δικαιοπάροχο πατέρα της σχετικά με την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, στο οποίο ο δικαιοπάροχος της κατοικούσε και η ίδια χρησιμοποιεί ως αποθήκη, αλλά με θετικές ενέργειες δημιούργησε σε αυτή την εύλογη πεποίθηση ότι αναγνωρίζει την κυριότητα της επί του επιδίκου ακινήτου.
Ότι ειδικότερα η δικαιολογημένη αυτή πεποίθηση δημιουργήθηκε στην ίδια από τον αντίδικο της με την διαδικασία οριοθέτησης του οικισμού με απόφαση του Νομάρχη, στην οποία αναφέρεται ως όριο του οικισμού η οικία της, την υδροδότηση του ακινήτου, την είσπραξη δημοτικών τελών και την ασφαλτόστρωση της δημοτικής οδού έμπροσθεν του ακινήτου προς εξυπηρέτηση του.
Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος συνιστά ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, είναι παραδεκτός και νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ωστόσο από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του. Συγκεκριμένα η Κοινότητα Πλαταμώνα, αρχική κυρία του υπ' αριθμ. 143 αγροτεμαχίου, τμήμα του οποίου είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η επίδικη εδαφική έκταση, με τα υπ' αριθμ.
πρωτ. ...-1973 και ...-1977 έγγραφα της προς τη Νομαρχία Πιερίας ανέφερε τον πατέρα της εναγομένης ως κατέχοντα αυθαιρέτως έκταση 6.850 τ.μ. από το υπ' αριθμ. 143 αγροτεμάχιο, γεγονός που καταδεικνύει ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος Δήμου ήδη από τη δεκαετία του 1970 ουδόλως αναγνώριζε την κυριότητα του φερόμενου ως άμεσου δικαιοπαρόχου της εναγόμενης.
Επιπροσθέτως ο ενάγων ΟΤΑ κατά τη δικάσιμο της 6ης Δεκεμβρίου 2007 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης όταν συζητήθηκε η υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως .../2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση του επιδίκου ακινήτου, άσκησε παρέμβαση, όπως και η πρώτη εναγομένη και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για δημιουργία πεποίθησης και μάλιστα δικαιολογημένης στην πρώτη εναγομένη περί αναγνώρισης της κυριότητας της από τον αντίδικο της.
Εξάλλου δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ακολούθως ο ενάγων ΟΤΑ άσκησε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μεταξύ άλλων και κατά της εναγομένης την ήδη αναφερθείσα υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως .../2010 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητα του επί του επιδίκου ακινήτου και η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως για τυπικό λόγο.
Επιπλέον η επικαλούμενη από την εναγομένη οριοθέτηση του οικισμού Αγίου Δημητρίου Πόρρων με την νομίμως δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. ...-1986 απόφαση του Νομάρχη Πιερίας (ΦΕΚ τ. Δ', αριθ. 1110/18-11-1986), στην οποία όριο του οικισμού αναφέρεται "η οικία Γ. Ρ." δεν έγινε κατόπιν ελέγχου των τίτλων των ενδιαφερομένων αλλά συνιστούσε απλή αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης.
Το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε αρμοδίως ένσταση κατά τη διαδικασία της οριοθέτησης δεν αρκεί για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση. Ομοίως η υδροδότηση του επιδίκου ακινήτου και η είσπραξη δημοτικών τελών γι' αυτό από τον ενάγοντα ΟΤΑ δεν είναι ικανά από μόνα τους να δημιουργήσουν την εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι ο αντίδικος της αναγνωρίζει την κυριότητα της.
Τούτο διότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου για την υδροδότηση και την είσπραξη των δημοτικών τελών δεν προβαίνουν σε έλεγχο των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του ενώ ακόμη και αν κατά τη σύνδεση του ακινήτου με δημοτικά δίκτυα προσκομίζονται από τους ενδιαφερομένους τίτλοι ιδιοκτησίας των ακινήτων, οι αρμόδιες υπηρεσίες αφενός μεν δεν είναι σε θέση, αφετέρου δε στερούνται της αρμοδιότητας να προβούν σε έλεγχο κύρους ή της ορθότητας των προσκομισθέντων τίτλων.".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος ως ουσία αβάσιμη, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η Κοινότητα Πλαταμώνα, με τα υπ' αριθ.
πρωτ. ...-1973 και ...-1977 έγγραφά της προς τη Νομαρχία Πιερίας, ανέφερε τον πατέρα της αναιρεσείουσας ως κατέχοντα αυθαιρέτως έκταση 6.850 τ.μ. από το υπ' αριθ. 143 αγροτεμάχιο, γεγονός που καταδεικνύει ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου Δήμου, ήδη από τη δεκαετία του 1970, ουδόλως αναγνώριζε την κυριότητα του φερόμενου ως άμεσου δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας.
Επιπροσθέτως ο αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α. κατά τη δικάσιμο της 6ης Δεκεμβρίου 2007 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, όταν συζητήθηκε η υπ' αριθ. .../2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση του επιδίκου ακινήτου, άσκησε παρέμβαση και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για δημιουργία πεποίθησης και μάλιστα δικαιολογημένης στην αναιρεσείουσα περί αναγνώρισης της κυριότητάς της από τον αντίδικό της, ενώ και η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα οριοθέτηση του οικισμού Αγίου Δημητρίου Πόρων, με την υπ' αριθ. ...-1986 απόφαση του Νομάρχη Πιερίας, στην οποία όριο του οικισμού αναφέρεται "η οικία Γ.
Ρ.", δεν έγινε κατόπιν ελέγχου των τίτλων των ενδιαφερομένων, αλλά συνιστούσε απλή αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης, η δε υδροδότηση του επιδίκου ακινήτου και η είσπραξη δημοτικών τελών από τον αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α. δεν είναι ικανά από μόνα τους να δημιουργήσουν την εύλογη πεποίθηση στην αναιρεσείουσα ότι ο αντίδικός της αναγνωρίζει την κυριότητά της, διότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου για την υδροδότηση και την είσπραξη των δημοτικών τελών δεν προβαίνουν σε έλεγχο των εμπραγμάτων δικαιωμάτων.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 ν. 3463/2006, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.2.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 513/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ