102/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated102/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 114/2016).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 102 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 102/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: E. Μ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τσαμάνδουρα.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Δρόσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3331/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-12-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 114/2016).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον, συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή των οποίων ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη, η έλλειψή τους δε συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αιτήσεως δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.
Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, και η οποία έχει, ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια, δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Ως έννομη δε σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ` αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η ρυθμιζόμενη από την έννομη τάξη βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προσώπου προς αγαθό (ΑΠ 356/2013). Δεν αποτελούν έννομη σχέση, υπό την ως άνω έννοια, τα απλά πραγματικά περιστατικά ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα, χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση, της οποίας ζητείται διά της αγωγής η προστασία (ΑΠ 941/1997).
Επίσης, δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων, χωρίς καθορισμό των προσαπτόμενων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, που υπάγονται τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 508/2013). Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ακόμη, ότι για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσεως, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές μ` αυτό, παρούσες ή μέλλουσες, δικαστικές διενέξεις, και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου.
Συνεπώς, αποφάσεις που δεν διαλευκαίνουν οριστικώς την έννομη σχέση, αλλά μόνο στοιχεία αυτής ή προδικαστικά της ζητήματα, δεν είναι ικανές για παραγωγή δεδικασμένου και άρα ούτε και για αναγνώριση των εν λόγω μεμονωμένων στοιχείων, διότι πρέπει να προστεθούν και άλλα γεγονότα για την οριστική απόφαση επί της όλης έννομης σχέσεως (ΑΠ 941/1997). Μεμονωμένα δηλαδή στοιχεία της έννομης σχέσεως ή προδικαστικά αυτής στοιχεία δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής (ΑΠ 1154/2019, ΑΠ 134/2015). Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής έννομου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας και η παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 (Ολ ΑΠ 25/2008, Ολ ΑΠ 18/2005, ΑΠ 656/2020, ΑΠ 40/2018, ΑΠ 2068/2017, ΑΠ 458/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 70 ΚΠολΔ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω τμήμα της, ότι είναι ιδιοκτήτης δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών και συγκεκριμένα του υπό στοιχεία Κ-6 καταστήματος του ισογείου ορόφου, στο οποίο ανήκει και η αποκλειστική χρήση του Ρ-9 χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου, καθώς και της υπό στοιχείο ΑΚ6 αποθήκης του υπογείου, η δε εναγομένη του υπό στοιχεία Κ-7 καταστήματος του ισογείου ορόφου της αναφερόμενης πολυώροφης οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί και διέπεται από τις διατάξεις του ΑΚ και του ν. 3741/1929 για την ιδιοκτησία κατ' ορόφους, δυνάμει της μνημονευόμενης πράξεως συστάσεως οροφοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Πειραιώς Αντωνίου Γκόνη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί.
Ότι, έμπροσθεν όλων των καταστημάτων του ισογείου της ανωτέρω πολυκατοικίας, υπάρχει ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου, μεταξύ των άκρων ορίων του κτηρίου (οικοδομική γραμμή) και της απαρχής των οδών Αγ. Τριάδος και Δημοκρατίας (ρυμοτομική γραμμή), πλάτους τεσσάρων μέτρων. Ότι τμήμα της ανωτέρω κοινόχρηστης πρασιάς, έμπροσθεν του καταστήματος Κ-7, επιφάνειας 30,80 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από Απρίλιο 2013 σχέδιο κάτοψης τμήματος ισογείου πολυκατοικίας του πολιτικού μηχανικού Μ.
Μ., που προσαρτάται στην αγωγή, έχει καταλάβει η εναγομένη με την τοποθέτηση σταθερής κατασκευής από αλουμίνιο και ξύλο, περίκλειστης με νάιλον, με ξύλινο πάτωμα, τέντα και ξύλινη οροφή, το οποίο λειτουργεί ως ενιαίο σύνολο με το υπό στοιχεία Κ-7 κατάστημα, αποτελώντας τον κύριο χώρο εστίασης πελατών. Ότι με την κατασκευή αυτή η εναγομένη κατέλαβε παράνομα κοινόχρηστο χώρο του οικοπέδου, αποκλείοντας από τη χρήση του τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, και μετέβαλε παράνομα τη χρήση και τον συνήθη προορισμό του χώρου αυτού από χώρο ελεύθερης πρασιάς σε στεγασμένο οικοδομημένο χώρο, που λειτουργικά ανήκει στο κατάστημά της, παραβλάπτοντας και παραβιάζοντας τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έχει διαπράξει παράβαση του νόμου και του κανονισμού της οικοδομής, καταλαμβάνοντας κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο και μεταβάλλοντας τη χρήση του έμπροσθεν του καταστήματος Κ-7 τμήματος της κοινόχρηστης πρασιάς. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο ο τελευταίος παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματος αυτού ως απαράδεκτου, με την ακόλουθη αιτιολογία: ''...
η αγωγή....... τυγχάνει απαράδεκτη όσον αφορά το πρώτο αίτημα, για το διπλό λόγο ότι λείπουν και οι δυο απαιτούμενες ειδικές διαδικαστικές προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, ήτοι δεν υπάρχει έννομη σχέση, της οποίας να ζητείται η αναγνώριση και δεν υπάρχει έννομο συμφέρον.
Ειδικότερα, με την παραπάνω αγωγή δεν ζητείται η αναγνώριση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας έννομης σχέσης, που να συνδέει τον εκκαλούντα -ενάγοντα με την εφεσίβλητη-εναγομένη ή με άλλο πρόσωπο ή πράγμα, αλλά αντιθέτως η αναγνώριση πραγματικών γεγονότων μη δυναμένων, να αποτελέσουν παραδεκτό αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, αφού δεν μπορούν, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να αποτελέσουν αυτοτελές αντικείμενο δικαιοδοτικής κρίσης.
Το εάν διέπραξε παράβαση του νόμου και του κανονισμού η εναγομένη καταλαμβάνοντας τον επίδικο χώρο της πρασιάς, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών/ενάγων, δεν συνιστά έννομη σχέση, με την έννοια που αναφέρθηκε, ώστε να ζητείται παραδεκτά η αναγνώριση της υπάρξεως της, αλλά αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής και αντίστοιχα, στοιχείο του αιτιολογικού της εκδοθησόμενης απόφασης και όχι αντικείμενο του διατακτικού της και η δικαστική κρίση αναφορικά με τη διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να εξοπλιστεί με δεδικασμένο.
Συνακόλουθα, δεν έχει έννομο συμφέρον ο εκκαλών προς άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, αφού το αντικείμενο του αναγνωριστικού αιτήματος δεν μπορεί να είναι και αντικείμενο του δεδικασμένου, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος όσον αφορά το ως άνω αγωγικό αίτημα δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, απορριπτόμενων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου υποστηριζόμενων με την κρινόμενη έφεση".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 του ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή της, κρίνοντας το με το προαναφερθέν περιεχόμενο, ρητώς διατυπωθέν στο δικόγραφο της αγωγής, πρώτο αίτημα αυτής, ως απαράδεκτο. Τούτο δε διότι, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν ζητείται, όπως έπρεπε κατά νόμο, η αναγνώριση έννομης σχέσεως, αλλά η αναγνώριση νομικής καταστάσεως, τυχόν δε αποδοχή του αιτήματος τούτου από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς προσθήκη και άλλων στοιχείων επί της όλης έννομης σχέσεως, δεν ήταν ικανή να αποτρέψει παρούσα ή μέλλουσα δικαστική διένεξη, και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, απορριπτομένου του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι, παρά τη γραμματική διατύπωση του αιτήματός του, το Εφετείο όφειλε να εκτιμήσει ότι πραγματικό νόημα αυτού ήταν να αναγνωρισθεί ότι το επίδικο τμήμα της πρασιάς είναι κοινόχρηστο και ότι ο ίδιος είναι συγκύριος, συννομέας και συγκάτοχος αυτού.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, οι κανόνες δε αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Παράβαση δε των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, προς τούτο, κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας, με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ.
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους.
Αυτό συμβαίνει ιδίως, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό περισσότερων όρων της συμβάσεως, ή στη λήψη στοιχείων εκτός της συμβάσεως ή όταν αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παραβάσεως των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 896/2019, 968/2018, 849/2017, 113/2017).
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επειδή 1) προσέφυγε στην εφαρμογή τους, χωρίς προηγουμένως να έχει διαπιστώσει ότι υφίσταται κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και 2) εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο πόρισμα ότι επί του έμπροσθεν κάθε καταστήματος χώρου της πρασιάς συνεστήθη ενοχικό δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του εκάστοτε κυρίου του καταστήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι κύριος του υπ' αριθμ.
Κ-6 καταστήματος επιφανείας 26 τ.μ., και της υπ' αριθμ. ΑΚ6 αποθήκης του υπογείου, εμβαδού 26 τ.μ., πολυκατοικίας κείμενης στην περιφέρεια της Δημοτικής Κοινότητας Αγίας Παρασκευής του Δήμου Αγίας Παρασκευής, της Περιφερειακής Ενότητας Βορείου Τομέα της Περιφέρειας Αττικής, στη θέση "Δέσκληα" ή "Δέσηλα" ή "Κοντόπευκο", στο υπ'αριθμό 276 οικοδομικό τετράγωνο και επί της διασταυρώσεως τω οδών Δημοκρατίας και Αγ.
Τριάδος αρ. 23. Το ως άνω κατάστημα επικοινωνεί με την αποθήκη με εσωτερική κλίμακα, ανήκει δε σ' αυτό και η υπό στοιχείο Ρ-9 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, η οποία έχει τεθεί στην αποκλειστική του χρήση. Την κυριότητα τους απέκτησε κατά ψιλή μεν κυριότητα με γονική παροχή του πατρός του Δ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Μπρε - Σάκκου, κατά δε την επικαρπία με γονική παροχή της μητρός του Ε. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβ/φου Αγίας Παρασκευής Πέτρου Χρηστάκη, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί. Από την άλλη πλευρά η εναγομένη είναι κυρία του υπ' αριθμ. Κ-7 καταστήματος επιφανείας 39 τ.μ., της ιδίας πολυκατοικίας.
Την κυριότητα του απέκτησε με γονική παροχή των γονιών της Χ. και Α. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Βιργινίας Γεωργιάδη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Οι τελευταίοι ανήγειραν την ως άνω οικοδομή σε οικόπεδο εμβαδού 1.093 τ.μ., που απέκτησαν με αγορά από τους Χ. Σ. και Σ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Δημητρίου Καραγιάννη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Η πολυκατοικία αυτή έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ με την υπ' αριθμ. ... πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβ/φου Πειραιώς Αντωνίου Γκόνη, στην οποία προέβησαν οι δικαιοπάροχοι γονείς της εναγομένης, κύριοι του οικοπέδου και της όλης οικοδομής, από κοινού με τους εργολάβους κατασκευαστές, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθμ. ...
πράξεις του ιδίου συμβ/φου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί. Με βάση την ως άνω σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας στο ισόγειο της οικοδομής βρίσκονται 14 καταστήματα με αρίθμηση (και υπό στοιχεία) Κ-1 έως Κ-14, μεταξύ των οποίων και τα καταστήματα των διαδίκων, ως προαναφέρθηκε. Στα πρώτα έξι καταστήματα ανήκουν κατά χρήση και οι εννέα χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων (πάρκινγκ) υπό στοιχεία Ρ-1 έως Ρ-9, που έχουν προβλεφθεί και καταλαμβάνουν μέρος του κοινόκτητου, μη στεγασμένου, χώρου πλάτους 4 μ., περίπου, μεταξύ της οικοδομικής και ρυμοτομικής γραμμής (πρασιάς) της οικοδομής.
Συγκεκριμένα στο κατάστημα Κ-1 ανήκει ο χώρος στάθμευσης Ρ-1, στο κατάστημα Κ-2 οι χώροι στάθμευσης Ρ-2 και Ρ-3 (σημειώνεται ότι μέρος του Ρ-2 χώρου στάθμευσης ανήκει στο Κ-1 κατάστημα, υπό την έννοια ότι καταλαμβάνει τμήμα της έμπροσθεν αυτού πρασιάς, όπως προκύπτει από την πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας), στο κατάστημα Κ-3 οι χώροι στάθμευσης Ρ-4 και Ρ-5, στο κατάστημα Κ-4 οι χώροι στάθμευσης Ρ-6 και Ρ-7, στο κατάστημα Κ-5 ο χώρος στάθμευσης Ρ-8 και στο κατάστημα Κ-6 ο χώρος στάθμευσης Ρ-9.
Οι ως άνω χώροι στάθμευσης κείνται έμπροσθεν των ως άνω καταστημάτων, στον ως άνω προσδιορισμένο χώρο της πρασιάς, όπως τούτοι αποτυπώνονται (σε κάτοψη) στο από Δεκεμβρίου του 1986 σχεδιάγραμμα του ισογείου της πολυκατοικίας του πολιτικού μηχανικού Δ. Ρ., που προσαρτάται στο ... προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβ/φου.
Δυνάμει ρητού όρου της πιο πάνω πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας συμφωνήθηκε ότι "ο έμπροσθεν των καταστημάτων χώρος ανήκει κατ' αποκλειστικήν και αναγκαίαν (δια το κατάστημα) χρήσιν εις ταύτα επιφυλλασσομένου του δικαιώματος των άνω καταστημάτων επί των εις αυτά ανηκόντων ως άνω πάρκινγκ". Δυνάμει επίσης του άρθρου 3 του κανονισμού της πολυκατοικίας, "οι κοινόχρηστοι χώροι επιφυλλασσομένων των εν τη παρούση εξαιρέσεων καθ' ας υφίσταται δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης υπέρ ορισμένης οριζοντίου ιδιοκτησίας, δέον να είναι πάντοτε ελεύθεροι απαγορεύεται δε η εν αυτοίς εναπόθεσις αντικειμένων ή χρησιμοποίησις των πέραν του αναγκαιούντος χρόνου".
Δυνάμει της υπ' αριθμ... άδειας οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αγ. Παρασκευής του Τομέα Ανατολικής Αττικής της Νομαρχίας Αθηνών, έγινε αλλαγή χρήσης του ισογείου καταστήματος Κ-7, ιδιοκτησίας της εναγομένης, σε ψητοπωλείο και χορηγήθηκε άδεια προσθήκης πέργκολας στην πρασιά, έμπροσθεν του καταστήματος, στον μισθωτή αυτού Γ.
Δ.. Ο τελευταίος λειτουργούσε από το έτος 2002 ψητοπωλείο στο κατάστημα αυτό δυνάμει της 26721/9-10-2003 άδειας λειτουργίας του Δήμου Αγ. Παρασκευής. Εν συνεχεία, και συγκεκριμένα στις 15-4-2008, το κατάστημα μίσθωσε ο αλλοδαπός Π. Μ. (Ρ. Μ.), ο οποίος επίσης λειτούργησε το ψητοπωλείο με την επωνυμία ... δυνάμει της 23089/8-9-2008 άδειας ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος (σε αντικατάσταση της προγενέστερης) του Δήμου Αγ.
Παρασκευής. Με βάση την άδεια ο ανωτέρω μπορούσε να αναπτύξει στον εξωτερικό, έμπροσθεν του καταστήματος, χώρο της πρασιάς 28 καθίσματα. Επί του κοινόκτητου χώρου της πρασιάς έμπροσθεν του καταστήματος της εναγομένης, εμβαδού 30,80 τ.μ., όπως το τμήμα αυτό απεικονίζεται υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από Απριλίου 2013 σχέδιο κάτοψης τμήματος ισογείου πολυκατοικίας του πολιτικού μηχανικού Μ.
Μ. που προσαρτάται στην αγωγή, ο προηγούμενος μισθωτής κατασκεύασε περίκλειστο χώρο με κλείσιμο πέργκολας περιμετρικά με νάιλον και ξύλινη οροφή με τέντα και ξύλινο δάπεδο, την οποία διατήρησε ο αλλοδαπός Π. Μ. Ρ. Μ.). Η κατασκευή αυτή κρίθηκε αυθαίρετη με την από 9-3-2012 έκθεση αυτοψίας των αρμοδίων υπαλλήλων Π.
Θ. και Α. Μ. του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Αγ. Παρασκευής, διότι έγινε καθ' υπέρβαση της ως άνω 602/2002 οικοδομικής άδειας. Από το έτος 2005 τουλάχιστον υπήρχαν παράπονα από τον ενάγοντα και έτερο συνιδιοκτήτη για την κατάληψη του χώρου αυτού με την κατασκευή πέργκολας από τον προηγούμενο μισθωτή Γ.
Δ.. Την κατασκευή αυτή καθαίρεσε η εναγομένη το μήνα Αύγουστο του 2015, ήτοι προ της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όταν ο μισθωτής του καταστήματος είχε ήδη αποχωρήσει από το μίσθιο. Για το λόγο τούτο ο ενάγων παραιτήθηκε των σχετικών αιτημάτων της αγωγής του, όπως αναφέρθηκε ειδικότερα ανωτέρω.
Ωστόσο από το μήνα Δεκέμβριο του 2015 το κατάστημα μίσθωσε η Ά. Κ., η οποία το λειτουργεί ως αναψυκτήριο με παρασκευαστήριο πρόχειρου γεύματος, δυνάμει της 11288/7-6-2016 άδειας ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος του Δήμου Αγ. Παρασκευής. Αρχικά η νέα μισθώτρια τοποθέτησε στον επίδικο χώρο της πρασιάς όρθιους πάγκους, εν συνεχεία δε τραπέζια με καρέκλες, ενώ οριοθέτησε το χώρο με ξύλινες ορθογώνιες ζαρντινιέρες συνεχεία των οποίων εκτείνονται σε ορισμένο ύψος, γυάλινα παραπετάσματα το οποία οριοθετούν το χώρο πάνω από τον οποίο τοποθέτησε τρεις τέντες για σκίαση.
Τα ως άνω παραπετάσματα αφαιρεί το καλοκαίρι και επανατοποθετεί το χειμώνα για προστασία των πελατών της από βροχή, ανέμους και κρύο. Ο χώρος αυτός, στις δύο κάθετες προς την πρόσοψη του καταστήματος πλευρές του, φέρει δυο αντικριστά μεγάλα ανοίγματα, εν είδη θύρας εισόδου-εξόδου, που διευκολύνουν την κίνηση των πελατών και οιονδήποτε τρίτων από και προς τον ελεύθερο υπόλοιπο χώρο της πρασιάς της εν λόγω οικοδομής.
Μετά ταύτα ο ενάγων άσκησε εναντίον της ως άνω μισθώτριας την από 14-3-2017 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, με την οποία ζήτησε -μεταξύ άλλων και- την αφαίρεση των ως άνω κινητών πραγμάτων από τον επίδικο χώρο της πρασιάς. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε για έλλειψη κατεπείγοντος με την 44/2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, και όσον αφορά την έννοια του όρου της ως άνω πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, στην οποία προέβησαν οι δικαιοπάροχοι γονείς της εναγομένης με τους εργολάβους της οικοδομής, κατά τα προεκτιθέμενα και με βάση τον οποίο όρο "ο έμπροσθεν των καταστημάτων χώρος ανήκει κατ' αποκλειστικήν και αναγκαίαν (δια το κατάστημα) χρήσιν εις ταύτα επιφυλλασσομένου του δικαιώματος των άνω καταστημάτων επί των εις αυτά ανηκόντων ως άνω παρκινγκ", ο μεν ενάγων υποστηρίζει ότι ο τεθείς όρος επιφυλάσσει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του έμπροσθεν των καταστημάτων χώρου της πρασιάς στους εκάστοτε ιδιοκτήτες των καταστημάτων από κοινού, αποκλείοντας από τη χρήση του χώρου τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων, αντίθετα δε η εναγομένη ότι ο χώρος της πρασιάς που κείται έμπροσθεν εκάστου καταστήματος ανήκει στην αποκλειστική χρήση του εκάστοτε ιδιοκτήτη αυτού, αποκλείοντας οιονδήποτε άλλο συνιδιοκτήτη.
Το Δικαστήριο τούτο, ερμηνεύοντας, όπως η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη απαιτούν, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, άρθρα 173 και 200 ΑΚ την πραγματική βούληση των οικοπεδούχων δικαιοπαρόχων της εναγομένης, όπως αυτή εκφράστηκε στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη, άγεται στην κρίση ότι επί του έμπροσθεν κάθε καταστήματος χώρου της πρασιάς πλάτους 4μ., περίπου, συνεστήθη ενοχικό δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του εκάστοτε κυρίου του καταστήματος.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στην γραμματική διατύπωση του όρου, ειδικότερα δε της εντός παρένθεσης περικοπής αυτής "(δια το κατάστημα)" [σημειώνεται εδώ ότι ο ενάγων εσφαλμένως παραφράζει την σχετική περικοπή ως "(δια τα καταστήματα)"], σε συνδυασμό με τις καταθέσεις του μάρτυρα πατρός της εναγομένης και την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ.
Γ., εργολάβου ο οποίος κατασκεύασε και την επίμαχη οικοδομή. Ενισχύεται δε έτι περαιτέρω η κρίση αυτή και από το περιεχόμενο του άρθρου 3 περ. β του κανονισμού της οικοδομής, με βάση το οποίο οι κοινόχρηστοι χώροι θα πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθεροι, επιφυλασσομένων των εξαιρέσεων με βάση τις οποίες υφίσταται δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης υπέρ ορισμένης οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με τον επίδικο χώρο της πρασιάς.
Ενόψει τον ως άνω αποδειχθέντων η εναγομένη και κάθε τρίτος που έλκει από αυτήν δικαιώματα, όπως ο μισθωτής του Κ-7 καταστήματος της ιδιοκτησίας της, δικαιούται να ποιείται ανεμπόδιστη και αποκλειστική χρήση του επίδικου κοινόκτητου χώρου της πρασιάς, βάσει του ως άνω όρου της συστατικής της οροφοκτησίας πράξης, ο οποίος δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των αρχικώς συμβληθέντων κυρίων του οικοπέδου και της ανεγερθείσης επ' αυτού οικοδομής και των εργολάβων κατασκευαστών.
Μάλιστα η ισχύς του όρου αυτού δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν περιλαμβανόταν αυτούσιος στον συμβολαιογραφικό τίτλο κυριότητας της εναγομένης (υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Βιργινίας Γεωργιάδη), η οποία μετά σχετική διόρθωση της με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβ/φου Χαλανδρίου Αναστασίας Σοφού, προέβη σε σχετική καταχώρηση του δικαιώματος της προς αποκλειστική χρήση του επιδίκου κοινόκτητου χώρου της πρασιάς στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου που φέρει τον αριθμό ...
και στο πεδίο με την επικεφαλίδα Πρόσθετες Πληροφορίες/Λοιποί Χώροι. Επίσης η ισχύς του όρου δεν θίγεται από το γεγονός ότι ο επίδικος χώρος δεν περιγράφεται κατά έκταση και διαστάσεις στην συστατική της οροφοκτησίας πράξη και το συνοδεύον αυτή διάγραμμα, ενόψει του ότι είναι αρκετή και ακριβής η οριοθέτηση του με βάση σταθερά και αμετάβλητα στοιχεία (έμπροσθεν του καταστήματος, δηλαδή σε μήκος όσο και η πρόσοψη του, χώρος της πρασιάς δεδομένου και σταθερού, επίσης, πλάτους), παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο ενάγων.
Περαιτέρω η τοποθέτηση μικρού αριθμού τραπεζιών και η οριοθέτηση με ζαρντινιέρες και γυάλινα παραπετάσματα μικρού ύψους, του επίδικου χώρου της πρασιάς, που ανήκει στην αποκλειστική χρήση της εναγομένης, δεν προέκυψε ότι αντιβαίνει στον σχετικό Κανονισμό ούτε ότι βλάπτει τους κοινόχρηστους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής ή την ιδιοκτησία του ενάγοντος ή ότι, τέλος, δεν είναι η προσήκουσα για την αισθητική της οικοδομής.
Ομοίως και η εκ μέρους της εναγομένης τοποθέτηση τεντών έμπροσθεν του καταστήματος της δεν αντιβαίνει στον εν λόγω Κανονισμό, κάτι το οποίο σήμερα θεωρείται αναγκαίο, για τη διαβίωση των ανθρώπων, ιδίως στην πόλη των Αθηνών. Τέλος η κατά τα ανωτέρω διαμόρφωση του χώρου αυτού της πρασιάς δεν αποστερεί τη θέαση της οριζοντίου ιδιοκτησίας (Κ-6 καταστήματος) του ενάγοντος από την εν δυνάμει πελατεία του, προξενώντας σ' αυτόν αντίστοιχη βλάβη, καθόσον τα δύο όμορα καταστήματα και η όλη οικοδομή κείνται επί της συμβολής των οδών Δημοκρατίας και Αγ.
Τριάδος, πράγμα το οποίο καθιστά δυνατή τη θέαση και εντοπισμό του κατά τη δέουσα έκταση και πληρότητα. Ωστόσο όλη η πορεία της έως σήμερα αντιδικίας των διαδίκων καταδεικνύει ότι υφίσταται ο κίνδυνος, είτε σε περίπτωση εγκατάστασης νέου μισθωτή στο κατάστημα της εναγομένης, είτε και από το σημερινό χρήστη του καταστήματος, να μεταβληθεί η σημερινή κατάσταση επί του επιδίκου χώρου της πρασιάς με την τοποθέτηση εκ νέου ξύλινου πατώματος και στέγης, με νάιλον περιμετρικά, είτε και άλλων υλικών, έστω και μη σταθερά προσδεδεμένων με το έδαφος, κατά τρόπο όμως που να δημιουργείται περίκλειστη κατασκευή, την οποία η εναγομένη δεν δικαιούται να κατασκευάσει.
Και τούτο διότι το ότι έχει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του εν λόγω χώρου της πρασιάς δεν της χορηγεί και το δικαίωμα να αλλάξει τον προορισμό του κοινόκτητου αυτού χώρου της πρασιάς, που λειτουργεί ως προκήπιο, αυλή για τις ανάγκες του καταστήματος της εναγομένης, σε στεγασμένο χώρο, εν είδη συνέχειας του στεγασμένου εσωτερικού χώρου του καταστήματος, κατά τα αναφερόμενα στο οικείο τμήμα της αμέσως ανωτέρω νομικής σκέψης.
Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το εξεταζόμενο αυτής μέρος και να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραλείπει την τοποθέτηση στο μέλλον επί του επιδίκου χώρου κινητών πραγμάτων, έστω και μη σταθερά προσδεδεμένων με το έδαφος, τα οποία ως σύνολο διαμορφώνουν τον επίδικο χώρο σε περίκλειστο στεγασμένο χώρο, όπως λ.χ.
ξύλινου δαπέδου, ξύλινης οροφής, νάιλον περιμετρικά κ.ο.κ., εξαιρουμένης βεβαίως της διαμόρφωσης του επιδίκου ως αυτή έχει σήμερα (με τραπεζοκαθίσματα, ζαρντινιέρες με γυάλινα αφαιρούμενα παραπετάσματα μικρού σχετικά ύψους και τέντα).....". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στον όρο της πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά τον οποίο "ο έμπροσθεν των καταστημάτων χώρος ανήκει κατ' αποκλειστικήν και αναγκαίαν (δια το κατάστημα) χρήσιν εις ταύτα επιφυλλασσομένου του δικαιώματος των άνω καταστημάτων επί των εις αυτά ανηκόντων ως άνω πάρκινγκ", για την άρση δε αυτής της ασάφειας και το σχηματισμό του πορίσματός του, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους ορθά εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.
Το ερμηνευτικό δε πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, ότι επί του έμπροσθεν κάθε καταστήματος χώρου της πρασιάς συνεστήθη ενοχικό δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του εκάστοτε κυρίου του καταστήματος, είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών. Δεν ήταν δε αναγκαίο, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να αναφέρεται ρητά στην απόφαση η διαπίστωση ότι ο ως άνω όρος είναι ασαφής, αφού η ύπαρξη της ασάφειας προκύπτει από το γεγονός ότι το Εφετείο αναγκάστηκε να καταφύγει σε ερμηνεία αυτού, συσχετίζοντάς τον με άλλο όρο του κανονισμού (άρθρο 3 περ.
β' αυτού), σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Μ. και Χ. Γ., οικοπεδούχου και εργολάβου- κατασκευαστή της οικοδομής αντίστοιχα. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, υπό την έννοια ότι αποφάσισε χωρίς σχετικό αίτημα ή για περισσότερο του αιτηθέντος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποτελεί κύρωση της αρχής της διαθέσεως που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που αυτοί υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, καθιερώνοντας έτσι στην πολιτική δίκη την αρχή της διαθέσεως και την αρχή της συζητήσεως ως θεμελιώδεις δικονομικές αρχές.
Η αρχή της διαθέσεως αποτελεί το δικονομικό συμπλήρωμα της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως και περιεχόμενό της είναι ότι η δικαστική προστασία παρέχεται μόνο αν ζητείται, στην έκταση που ζητείται, και εφόσον εξακολουθεί να ζητείται από τους διαδίκους. Το δικαστήριο δεσμεύεται από τις αιτήσεις των διαδίκων, ώστε, και αν το ίδιο έχει πεισθεί για το αντίθετο, δεν επιτρέπεται να επιδικάσει κάτι περισσότερο ή διάφορο από αυτό που ζητήθηκε ή να επιδικάσει κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς, παρά μόνον ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου.
Αν δε, παρά ταύτα, προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή (ΑΠ 1174/2020).
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο συμπεριέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του διάταξη, χωρίς να υφίσταται σχετικό αίτημα στην αγωγή του. Όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, δικόγραφο της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εμπεριέχεται σ' αυτή, μεταξύ άλλων, το αίτημα, επί λέξει: "Να παύσει η εναγόμενη αλλά και κάθε πρόσωπο που έλκει από αυτήν δικαιώματα στο μέλλον να τοποθετεί οιοδήποτε αντικείμενο επί της κοινόχρηστης πρασιάς αλλά και κάθε άλλη πράξη που παραβαίνει τον Κανονισμό και το Νόμο".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι η εναγομένη- ήδη αναιρεσίβλητη έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως στο τμήμα της πρασιάς που βρίσκεται μπροστά από το κατάστημά της, η δε οριοθέτηση του τμήματος τούτου της πρασιάς με ζαρντινιέρες και γυάλινα παραπετάσματα μικρού ύψους, και η τοποθέτηση σ' αυτό τεντών και μικρού αριθμού τραπεζιών, δεν αντιβαίνει τον Κανονισμό και δεν βλάπτει τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής και την ιδιοκτησία του ενάγοντος, περιέλαβε διάταξη με το ακόλουθο, αυτολεξεί, περιεχόμενο: "ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να παραλείπει την τοποθέτηση στο μέλλον επί του περιγραφόμενου στο ιστορικό της παρούσης επιδίκου χώρου κινητών πραγμάτων, έστω και μη σταθερά προσδεδεμένων με το έδαφος, τα οποία ως σύνολο διαμορφώνουν τον επίδικο χώρο σε περίκλειστο στεγασμένο χώρο, όπως λ.χ.
ξύλινου δαπέδου, ξύλινης οροφής, νάιλον περιμετρικά κ.ο.κ., εξαιρουμένης της διαμόρφωσης του επιδίκου ως αυτή έχει σήμερα (με τραπεζοκαθίσματα, ζαρντινιέρες με γυάλινα αφαιρούμενα παραπετάσματα, μικρού σχετικά ύψους και τέντα)". Με τη διάταξη όμως αυτή το Εφετείο δεν "επιδίκασε" κάτι που δεν ζητήθηκε, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αλλά έκανε εν μέρει δεκτό το προαναφερθέν αίτημα της αγωγής.
Συγκεκριμένα, ενώ ο ενάγων- αναιρεσείων ζητούσε με την αγωγή του να παύσει η εναγομένη- αναιρεσίβλητη να τοποθετεί στο επίμαχο τμήμα της πρασιάς οποιοδήποτε αντικείμενο, το Εφετείο την υποχρέωσε να παραλείπει την τοποθέτηση μόνο όσων αντικειμένων διαμορφώνουν τον επίδικο χώρο σε περίκλειστο στεγασμένο χώρο, διευκρινιστικά δε και προς συγκεκριμενοποίηση των ενεργειών με τις οποίες παραβιάζεται ο Κανονισμός, αναφέρει τις ενέργειες που δεν αντιβαίνουν σ' αυτόν και δεν βλάπτουν τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής και την ιδιοκτησία του ενάγοντος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.12.2018 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 908/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3331/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ