Legislator Case Law & Legislation
102/2020 AI generated

102/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 102/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

102/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σ. Δ. απεβίωσε στις 16-4-2018, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε στις 5-4-2018, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε πλησιέστερους συγγενείς του και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Σ. Ι. Σ. και τα τέκνα του Δ. Σ. και Β. Σ., τέταρτο και πέμπτο από τους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα.

Keywords

AI generated
standing against building permit stay of building permit unpermitted structures zoning violation definitive building permit building setback violation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 102 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 102/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. Π., κατοίκου ... και 2) Δ. πρώην συζύγου Γ. Κ., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσείων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 6-12-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. Δ., 2) Κ. Κ. Δ., 3) Ι. Σ. Δ., 4) Δ. Σ. Ι. και 5) Β. Σ. Ι., απάντων κατοίκων .... Ο 3ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ οι 1η, 2η, 4ος και 5ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Κ., ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 3ος των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε στις ...2018, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ... και κληρονομήθηκε από τους Σ. Σ. Ι., Δ. Σ. Ι. και Β. Σ. Ι., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7164/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 569/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-4-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α' , 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ' αριθ. ...2018 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου ..., ο τρίτος αναιρεσίβλητος Ι.

Σ. Δ. απεβίωσε στις 16-4-2018, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε στις 5-4-2018, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε πλησιέστερους συγγενείς του και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Σ. Ι. Σ. και τα τέκνα του Δ. Σ. και Β. Σ., τέταρτο και πέμπτο από τους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα.

Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ι. Κ., τον θάνατο του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και την εκουσία στο όνομά τους επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσης δίκης.

Κατόπιν τούτου, και αφού δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων των θανόντος τρίτου αναιρεσίβλητου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές). Επομένως πρόκειται για αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (ΑΠ 585/2017, 623/2016, ΑΠ 511/2016).

Πρόσφορη δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία (ΑΠ 1380/2018, ΑΠ 322/2018, ΑΠ 604/2015).

Η κρίση περί του ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη απετέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δε βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1029/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τα υπ' αριθ. 48896/1986 και 49968/1990 αγοραπωλητήρια συμβόλαια και την αριθ. 50160/1991 διευκρινιστική πράξη του συμβολαιογράφου ... οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) κατέστησαν κύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός οικοπέδου, εμβαδού 323 τετρ.

μέτρων, που βρίσκεται στον οικισμό... του Δήμου ... του νομού .... Με το υπ' αριθ. ...67/1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... περιήλθε λόγω δωρεάς από τον Κ. Κ. στις δύο πρώτες των εναγομένων (δύο πρώτες των αναιρεσιβλήτων) η ψιλή κυριότητα ενός διαιρετού και αυτοτελούς οικοπέδου εμβαδού 500 τετρ. μέτρων... το οποίο είναι όμορο αυτού των εναγόντων.

Επίσης, με το υπ' αριθ. ...72/2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... περιήλθε λόγω πώλησης από τους Φ. - Η. Α. Κ. και Β. Κ. ... στους λοιπούς τρεις των εναγομένων (τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων) η κυριότητα ενός διαιρετού και αυτοτελούς οικοπέδου εμβαδού 300 τετρ. μέτρων... το οποίο ομοίως είναι όμορο αυτού των εναγόντων.

Οι τελευταίοι (ενν. ενάγοντες) κατά την εγκατάστασή τους στο ανωτέρω ακίνητο διαπίστωσαν ότι ο μεν Κ. Κ. (δικαιοπάροχος των δύο πρώτων εναγομένων) είχε αφαιρέσει παρανόμως από τη δική τους ιδιοκτησία και κατείχε τμήματα, εμβαδού 18,41 τετρ. μέτρων και ειδικότερα είχε καταλάβει τμήμα του πωληθέντος σε αυτούς οικοπέδου, εμβαδού 11,41 τ.μ., που προσάρτησε στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου του και τμήμα 7 τ.μ., που προσάρτησε στη δυτική πλευρά του οικοπέδου του, ενώ ο Α.

Κ. (απώτερος δικαιοπάροχος των λοιπών τριών εναγομένων) είχε αφαιρέσει παρανόμως από την ιδιοκτησία τους και κατείχε τμήματα εμβαδού 29,20 τετρ. μέτρων και συγκεκριμένα είχε καταλάβει ήδη από το έτος 1975 τμήμα του πωληθέντος σε αυτούς (ενάγοντες) οικοπέδου, εμβαδού 25,95 τ.μ., που προσάρτησε στη νότια πλευρά του οικοπέδου του και τμήμα 3.25 τ.μ., που προσάρτησε στη δυτική πλευρά του οικοπέδου του.

Μετά την ως άνω διαπίστωση οι ενάγοντες ζήτησαν από τους προαναφερομένους να περιορίσουν τα όρια των οικοπέδων τους στις διαστάσεις, που όριζαν τα συμβόλαιά τους, ήτοι στο εμβαδόν των 500 και 300 τετρ. μέτρων, αντίστοιχα, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν, οπότε οι ενάγοντες άσκησαν κατ' αυτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την... 184/ Μ/26/7-1-1992 αγωγή, η οποία όμως απορρίφθηκε ως αόριστη με την.... 3317/1998 απόφαση του Δικαστηρίου...

Εν τω μεταξύ το έτος 1980 η Γ. Π., κυρία, κατά τον ανωτέρω χρόνο, του οικοπέδου, που μεταγενέστερα περιήλθε στην κυριότητα αυτών (εναγόντων), εξέδωσε στο όνομά της οικοδομική άδεια και ανήγειρε επ' αυτού μία διώροφη οικοδομή, την οποία όμως κατέλειπε ημιτελή στο στάδιο του σκελετού... Η οικοδομική αυτή άδεια και το τοπογραφικό διάγραμμα, που τη συνόδευε, εκδόθηκαν με βάση τα όρια που είχαν διαμορφωθεί μετά την κατάληψη των προαναφερόμενων τμημάτων από τον Α.

Κ.. Το έτος 2000 οι πρώτη και δεύτερη εναγόμενες, διάδοχοι του Κ. Κ., διά της εντολοδόχου αυτών μητέρας τους Γ. Κ., καθαίρεσαν την πρόχειρη περίφραξη, με την οποία ο δικαιοπάροχός τους είχε οριοθετήσει το οικόπεδό του, καταλαμβάνοντας και τα προαναφερόμενα τμήματα του οικοπέδου, που μεταγενέστερα περιήλθε στην κυριότητα των εναγόντων, και την αντικατέστησαν με νέα, αποτελούμενη από τσιμεντένιο τοιχίο, συρματόπλεγμα και σιδηροσωλήνες.

Με τον τρόπο αυτόν συμπεριέλαβαν πάλι στην ιδιοκτησία τους τα τμήματα που είχε αφαιρέσει παρανόμως ο δικαιοπάροχός τους και μάλιστα αύξησαν περαιτέρω την έκταση του ακινήτου τους σε βάρος αυτού των εναγόντων. Ήδη οι ενάγοντες είχαν ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βασιλικών τις... 83/1999 και 90/11-5-2004 αγωγές τους, με τις οποίες ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι των προπεριγραφέντων οικοπεδικών τμημάτων που κατείχαν πλέον οι εναγόμενοι και αρνούνταν να τους τα αποδώσουν, μολονότι γνώριζαν ότι παρανόμως είχαν αφαιρεθεί από τους δικαιοπαρόχους τους.

Με την υπ' αριθ. 108/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βασιλικών, οι αγωγές έγιναν δεκτές ως κατ' ουσία βάσιμες και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να αποδώσουν στους ενάγοντες τα ως άνω κατεχόμενα από αυτούς τμήματα. Η ως άνω απόφαση επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 9994/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν οι κατ' αυτής ασκηθείσες εφέσεις.

Όπως προαναφέρθηκε, τόσον οι δύο πρώτες εναγόμενες όσο και οι λοιποί των εναγομένων γνώριζαν ότι οι δικαιοπάροχοί τους είχαν καταλάβει τμήματα του οικοπέδου των εναγόντων, εφόσον κατείχαν έκταση μεγαλύτερη από την αναγραφόμενη στους τίτλους κυριότητάς τους, καθώς επίσης γνώριζαν ότι οι δικαιοπάροχοί τους βρίσκονταν σε δικαστικούς αγώνες με τους ενάγοντες, οι οποίοι ζητούσαν να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους επί των καταληφθέντων από τους πρώτους τμημάτων...

Ενώ άπαντες οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι οι δικαιοπάροχοί τους είχαν αφαιρέσει παρανόμως από την ιδιοκτησία των εναγόντων τα προπεριγραφέντα οικοπεδικά τμήματα, εντούτοις συνέχισαν και οι ίδιοι να... κατέχουν αυτά εν γνώσει τους ότι δεν έχουν δικαίωμα επ' αυτών και παρά ταύτα αρνούμενοι να τα αποδώσουν προσβάλλοντας έτσι το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας των εναγόντων επ' αυτών.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ότι παρανόμως βρίσκονται στην κατοχή των εν λόγω τμημάτων, οι εναγόμενοι εξακολούθησαν τον δικαστικό αγώνα που είχαν αρχίσει οι ενάγοντες με τους δικαιοπαρόχους τους. Επιπλέον και μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 9994/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την έφεσή τους, οι εναγόμενοι δεν τους απέδωσαν εκουσίως τα παρανόμως από αυτούς κατεχόμενα τμήματα, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση και να υποβληθούν σε δαπάνες.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εξαιτίας της χρόνιας αντιδικίας τους με τους εναγόμενους και τους δικαιοπαρόχους αυτών δεν αποπεράτωσαν το έτος 1992, όπως σκόπευαν, την ανωτέρω διώροφη οικοδομή, που η Γ. Π. είχε αρχίσει να ανεγείρει και κατέλειπε ημιτελή στο οικόπεδο, που κατόπιν περιήλθε στην κυριότητά τους, με αποτέλεσμα, όταν το έτος 2009 περατώθηκαν οι μεταξύ τους δικαστικοί αγώνες και μπορούσαν να συνεχίσουν τις οικοδομικές εργασίες, έπρεπε να υποβληθούν σε επί πλέον δαπάνες λόγω της εν τω μεταξύ αύξησης του κόστους των απαιτουμένων οικοδομικών υλικών και των εργασιών και ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων υπέστησαν ζημία ποσού 120.408,93 ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του (αντίστοιχου σε ευρώ) ποσού των 92.357,63 ευρώ που απαιτούνταν το έτος 1992 για την αποπεράτωση της οικοδομής και του ποσού των 212.766,56 ευρώ που απαιτούνταν αντίστοιχα το έτος 2009.

Από τα προσκομισθέντα όμως αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια των δικαστικών αγώνων τους με τους εναγομένους αποτράπηκαν με οποιοδήποτε τρόπο να συνεχίσουν τις οικοδομικές εργασίες. Εξάλλου και οι ενάγοντες δεν επικαλούνται κάποιο γεγονός (πλην των δικαστικών αγώνων) που εμπόδιζε αυτούς να συνεχίσουν οικοδομικές εργασίες στην ημιτελή οικοδομή....

Συνεπώς δεν υπήρχε ανάγκη να αναμείνουν το πέρας των δικαστικών αγώνων, εφόσον δεν επρόκειτο να προβούν σε κάποια διαφοροποίηση ως προς την έκταση, τη θέση και τον όγκο της οικοδομής που εσκόπευαν να αποπερατώσουν. Συνακόλουθα η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων δεν ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή να επιφέρει την επικαλούμενη από αυτούς ζημία όσον αφορά την επελθούσα αύξηση του κόστους των υλικών και της αμοιβής των τεχνιτών κατά το έτος 2009 και ως εκ τούτου το σχετικό αίτημα της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο.

Επίσης, πρέπει να αποριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο με την ίδια αιτιολογία και το αίτημα της αγωγής που αφορά τα επικαλούμενα από τους ενάγοντες διαφυγόντα κέρδη, ήτοι τα μισθώματα που απώλεσαν κατά την τελευταία πριν από την άσκηση της κρινομένης αγωγής πενταετία, ποσού 67.500 ευρώ. Εφόσον οι ενάγοντες είχαν κάθε δυνατότητα να συνεχίσουν τις οικοδομικές εργασίες και να κατασκευάσουν τις θερινές κατοικίες, όπως σκόπευαν να πράξουν, δεν κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι η προαναφερόμενη ζημία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την οποιαδήποτε αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων.

Το γεγονός βέβαια ότι οι εναγόμενοι κατείχαν παρανόμως τα προπεριγραφέντα οικοπεδικά τμήματα από το ακίνητο των εναγόντων, είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί η δομήσιμη επιφάνεια, πλην όμως για την εν λόγω ζημία δεν αιτούνται αποζημίωση οι ενάγοντες... Περαιτέρω... αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 9994/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν απέδωσαν εκουσίως τα κατεχόμενα από αυτούς οικοπεδικά τμήματα, οπότε οι ενάγοντες αναγκάσθηκαν να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση με αποτέλεσμα να καταβάλουν στον δικαστικό επιμελητή Π.

Χ. που εκτέλεσε τις αναγκαίες ενέργειες αποβολής αυτών τα ποσά των 689,50 και 780 ευρώ, καθώς επίσης να καταβάλουν στους αγρονόμους - τοπογράφους Γ. Σ. και Α. Β. για την εφαρμογή της... 108/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βασιλικών τα ποσά των 535,50 και 800 ευρώ, αντίστοιχα. Όσον αφορά όμως τα κονδύλια των 3.903,20 και 833 ευρώ που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι κατέβαλαν στον εμπειροτέχνη Α.

Σ. για την κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων που είχαν ανεγείρει οι εναγόμενοι στα κατεχόμενα από αυτούς οικοπεδικά τμήματα, στα οποία αυτοί αναγνωρίσθηκαν κύριοι, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη, δεδομένου ότι... ουδόλως αποδείχθηκε ποια κτίσματα, ποιο ήταν το εμβαδόν τους, ποια ήταν τα υλικά ανέγερσής τους που βρίσκονταν στα κατεχόμενα από τους εναγομένους οικοπεδικά τμήματα, ή άλλως τι είδους περίφραξη υπήρχε σ' αυτά, ποιού μήκους και πλάτους.

Μάλιστα στη μεν υπ' αριθ. 3876//8-5-2009 έκθεση αποβολής, εγκατάστασης και απόδοσης οικοπεδικών τμημάτων που συνέταξε ο... δικαστικός επιμελητής αναφέρει ότι στο τμήμα των 11,40 τ.μ. βρίσκεται η οπίσθια πλευρά κτισμένης αποθήκης, η οποία καταλαμβάνει μέρος του τμήματος αυτού (1,20 τ.μ.), ενώ στην υπ' αριθ. 3908/15-9-2009 αντίστοιχη έκθεση αναφέρει ότι ο ενάγων Γ.

Κ. προέβη στο κόψιμο των υφισταμένων περιφράξεων και ουδέν έτερον.

Συνεπώς, οι εργασίες που αναφέρονται στα υπ' αριθ. 44/10-10-2009 και 46/18-10-2009 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του Α. Σ. ουδόλως αποδεικνύονται ότι τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την διενεργηθείσα αναγκαστική εκτέλεση προκειμένου να αποδοθούν στους ενάγοντες ελεύθερα τα ως άνω οικοπεδικά τμήματα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε απορρίψει την αγωγή, και στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, απορρίπτοντας αυτήν ως προς τα κονδύλια, με τα οποία οι αναιρεσείοντες ζητούσαν αποζημίωση λόγω αύξησης του κόστους αποπεράτωσης της οικοδομής και απώλειας διαφυγόντων κερδών (από μισθώματα), καθώς και λόγω δαπανών για την κατεδάφιση κτισμάτων κατά τη διενεργηθείσα σε βάρος των αναιρεσιβλήτων αναγκαστική εκτέλεση προς απόδοση των ένδικων εδαφικών τμημάτων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα επί μέρους κονδύλια της αποζημίωσης λόγω αύξησης του κόστους αποπεράτωσης της οικοδομής και της απώλειας διαφυγόντων κερδών, που θεμελιώνονται στην κατάληψη και μη απόδοση των ένδικων εδαφικών τμημάτων κατά τη διάρκεια της δικαστικής διένεξης, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297 και 298 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ανεπαρκούς και αντιφατικής και αιτιολογίας, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής αυτών και ειδικότερα ως προς την ορθή ή μη εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας.

Ειδικότερα, τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά α) ότι "ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες κατά τη διάρκεια των δικαστικών αγώνων τους με τους αναιρεσιβλήτους αποτράπηκαν με οποιοδήποτε τρόπο να συνεχίσουν τις οικοδομικές εργασίες", β) ότι "δεν υπήρχε ανάγκη να αναμείνουν το πέρας των δικαστικών αγώνων" για να εκτελέσουν τις εργασίες αποπεράτωσης της οικοδομής τους, "εφόσον δεν επρόκειτο να προβούν σε κάποια διαφοροποίηση ως προς την έκταση, τη θέση και τον όγκο της οικοδομής που εσκόπευαν να αποπερατώσουν", και γ) ότι "οι αναιρεσείοντες είχαν κάθε δυνατότητα να συνεχίσουν τις οικοδομικές εργασίες και να κατασκευάσουν τις θερινές κατοικίες, όπως σκόπευαν να πράξουν", λαμβανόμενα γενικώς και αφηρημένως και εκτιμώμενα κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δικαιολογούν την κρίση του Εφετείου για την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αποδειχθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, ήτοι της αυθαίρετης κατάληψης εδαφικών τμημάτων του οικοπέδου των αναιρεσειόντων, και της επικαλούμενης από τους τελευταίους ζημίας, καθόσον η συμπεριφορά αυτή, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις που έλαβε χώρα, δεν ήταν αντικειμενικά ικανή σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν και, έτσι, δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς το ζημιογόνο αυτό αποτέλεσμα.

Η έτερη δε παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν καταλάβει τα ένδικα εδαφικά τμήματα και ότι με την απόφαση 108/2005 του Ειρηνοδικείου Βασιλικών υποχρεώθηκαν να αποδώσουν αυτά στους αναιρεσείοντες, ουδόλως τελεί σε αντίφαση με τις πιο πάνω παραδοχές της, ότι οι τελευταίοι, ανεξαρτήτως της καταλήψεως, δεν αποτράπηκαν από τους αναιρεσιβλήτους με οποιοδήποτε τρόπο να συνεχίσουν τις οικοδομικές εργασίες.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Όσον αφορά, όμως, τα επί μέρους κονδύλια της αποζημίωσης ποσού 3.903,20 ευρώ και 833 ευρώ, αντίστοιχα, σχετικά με την κατεδάφιση των γενομένων από τους αναιρεσιβλήτους αυθαίρετων κατασκευών στα ένδικα εδαφικά τμήματα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε στο αποδεικτικό της πόρισμα ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή όχι αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αποδειχθείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων και της προαναφερόμενης ζημίας που οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν λόγω της δαπάνης, στην οποία υποβλήθηκαν για την κατεδάφιση των ως άνω αυθαίρετων κτισμάτων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερθεισών στην αρχή της παρούσας διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 914, 297 και 298 ΑΚ).

Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι κατά το έτος 2000 οι δύο πρώτες αναιρεσίβλητες αντικατέστησαν την παλαιά περίφραξη, που οριοθετούσε το οικόπεδό τους, καταλαμβάνοντας και τμήματα του οικοπέδου των αναιρεσειόντων, με νέα περίφραξη αποτελούμενη από "τσιμεντένιο τοιχίο, συρματόπλεγμα και σιδηροσωλήνες", ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν απέδωσαν εκουσίως τα παρανόμως από αυτούς κατεχόμενα τμήματα, με αποτέλεσμα οι αναιρεσείοντες να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση και να υποβληθούν σε δαπάνες, καθώς και ότι, σύμφωνα με την 3876//8-5-2009 έκθεση αποβολής, εγκατάστασης και απόδοσης οικοπεδικών τμημάτων, "στο ένδικο τμήμα των 11,40 τ.μ.

βρίσκεται η οπίσθια πλευρά κτισμένης αποθήκης, η οποία καταλαμβάνει μέρος του τμήματος αυτού (1,20 τ.μ.)", στη συνέχεια δέχεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι δεν αποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, "ποια κτίσματα... βρίσκονταν στα κατεχόμενα από τους εναγομένους οικοπεδικά τμήματα" και "τι είδους περίφραξη υπήρχε σε αυτά...", καταλήγοντας ακολούθως στην κρίση ότι "οι εργασίες που αναφέρονται στα υπ' αριθ. 44/10-10-2009 και 46/18-10-2009 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του Α.

Σ. ουδόλως αποδεικνύονται ότι τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την διενεργηθείσα αναγκαστική εκτέλεση προκειμένου να αποδοθούν στους ενάγοντες ελεύθερα τα ως άνω οικοπεδικά τμήματα", με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια ως προς το τι τελικά δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκε σχετικά με το ζήτημα της ύπαρξης ή μη κατασκευών στα επίμαχα εδαφικά τμήματα, σε καταφατική δε περίπτωση, ουδόλως προσδιορίζεται, αν ήταν αναγκαία η κατεδάφιση των εν λόγω κατασκευών, αν πράγματι οι αναιρεσείοντες προέβησαν ή όχι σε αυτήν και, επίσης, αν οι αναιρεσείοντες κατά το ίδιο χρονικό διάστημα είχαν αναθέσει στον ανωτέρω αναφερόμενο εμπειροτέχνη, που εξέδωσε τα προαναφερόμενα τιμολόγια, και άλλες παρόμοιες εργασίες για τις οποίες όφειλαν αντίστοιχη αμοιβή.

Επί πλέον, δεν καθίσταται απολύτως σαφές, γιατί τα φερόμενα ως μη αποδειχθέντα λοιπά στοιχεία, όπως εμβαδόν και υλικά κατασκευής περίφραξης, μήκος και πλάτος συρματοπλέγματος, ήταν αναγκαία για τη διαπίστωση περί του εάν οι αναφερόμενες στις ως άνω αποδείξεις εργασίες και δαπάνες συνδέονται αιτιωδώς με την διενεργηθείσα από τους αναιρεσείοντες αναγκαστική εκτέλεση.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση, σχετικά με τα επί μέρους κονδύλια της αποζημίωσης λόγω αύξησης του κόστους αποπεράτωσης της οικοδομής και της απώλειας διαφυγόντων κερδών, την αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό τους ότι τα ένδικα εδαφικά τμήματα, που είχαν καταληφθεί από τους αναιρεσιβλήτους, αποτελούσαν τη μοναδική δίοδο προς το πίσω από την οικοδομή τμήμα του οικοπέδου τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η κανονική και απρόσκοπτη εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών για την αποπεράτωση της κείμενης σ' αυτό ως άνω ημιτελούς οικοδομής, και ειδικότερα στο πίσω μέρος αυτής, αφού λόγω των παράνομων ενεργειών των αναιρεσιβλήτων ήταν αδύνατη η πρόσβαση στο τμήμα αυτό του οικοπέδου τους.

Όπως, όμως, προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον αντέκρουσε αναλυτικώς, απορρίπτοντας αυτόν με ειδικές, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς εκείνα που προβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες για την στοιχειοθέτησή του.

Υπό την προσαπτόμενη δε στην προσβαλλομένη απόφαση, με το συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, μομφή πλήττεται κατ' ουσίαν η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και η, βάσει αυτής, αρνητική αξιολόγηση και απόρριψη του προαναφερομένου αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος.

O αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Τέτοια αποδεικτικά μέσα νοούνται εκείνα των οποίων έγινε επίκληση για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 173/2015).

Όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, σχετικά με τα ίδια ως άνω κονδύλια της αποζημίωσης λόγω αύξησης του κόστους αποπεράτωσης της οικοδομής και της απώλειας διαφυγόντων κερδών, η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο, ήτοι α) την από Ιανουαρίου 2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης (διενεργηθείσας στο πλαίσιο της δίκης στο Ειρηνοδικείο) μετά του τοπογραφικού διαγράμματος του πραγματογνώμονα Α.

Ζ., β) τις φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζεται το οικόπεδό τους, γ) τις υπ' αριθμ. 3876/2009 και 3908/2009 εκθέσεις αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Π. Χ., δ) τα υπ' αριθμ. 7164/2014 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ε) το από 5-11-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.

Β. καθώς και το από Ιανουαρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Τ. και στ) το από 22-10-1990 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Ξ., και στα οποία (έγγραφα) αποτυπώνονται τα καταπατηθέντα εδαφικά τμήματα κατά τρόπο εμφαίνοντα ότι αποτελούν τη μοναδική δίοδο στο πίσω τμήμα του οικοπέδου τους.

Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, προς απόδειξη των οποίων αυτοί επικαλέσθηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, καθό μέρος με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών και επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου δεύτερου, κατά το τρίτο σκέλος, αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ίδιου ως άνω λόγου, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, από τους αρ. 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναφερόμενο ως άνω μέρος, και συγκεκριμένα ως προς τα επί μέρους κονδύλια των 3.903,20 ευρώ και 833 ευρώ, που κατά την αγωγή αφορούν εργασίες κατεδάφισης αυθαίρετων κατασκευών στα ένδικα εδαφικά τμήματα. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τέλος τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων κατά την έκταση της νίκης και ήττης αυτών και να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα, συμψηφιζομένων των λοιπών εξόδων (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 569/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ