102/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated102/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη επί συνεκδικάσεως κυρίας και παρεμπίπτουσας αγωγής και συγκεκριμένα: Της, από 18-12-2008 κύριας αγωγής (γ.α.κ. 234056/2008) που άσκησαν οι 1η, 2η και 3ος αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία επικαλέστηκαν, ότι στις 26-12-2006 έλαβε χώρα στην περιοχή της ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 102 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 102/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Κ. του Γ., 2) Μ. Κ. του Κ. και 3) Γ. Κ. του Η., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 3ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζαβέλλα και οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τζαβέλλα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-9-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Γ. - Τ. του Ι., 2) Μ. - Έ. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 3) Γ. Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Ρουβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2008 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 27-4-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 4ης αναιρεσίβλητης, καθώς και με την από 5-5-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της εταιρείας "..." (στη θέση της οποίας υπεισήλθε το "...), μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 3349/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-8-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 3ος και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.
β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Από τις υπ' αριθμ. …5Β και …4Β/19.12.2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Α. Λ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της από 1.8.2016 και με γενικό αριθμό κατάθεσης ...9 (ειδικός αριθμός ...01/2016) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 20.10.2017, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 145/2011).
Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Κατά συνέπεια τελεσίδικη και προσβλητή με αίτηση αναίρεσης είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης, ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή λάβει χώρα παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996).
Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία έτη, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Η παραπάνω τριετής καταχρηστική προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ περιορίσθηκε σε διετή από 1.1.2016 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015.
Συνεπώς η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η ανωτέρω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, ή, σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής, η τριετής -και πλέον διετής- καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, είτε διότι κατά τα ήδη προαναφερθέντα ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή από το δικαίωμα επί της ήδη ασκηθείσας έφεσης, οπότε έκτοτε η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 3349/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την τότε ισχύουσα ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α, 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους.
Ειδικότερα η ως άνω απόφαση, δημοσιεύτηκε στις 12.8.2010, χωρίς να έχει επιδοθεί εντός της τριετίας από τη δημοσίευσή της στους αναιρεσιβλήτους, από τους οποίους οι παριστάμενοι δεν αμφισβητούν την, διά της παρόδου της τριετίας, επελθούσα τελεσιδικία της, ενώ εξάλλου κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα της νόμιμης και εμπρόθεσμης άσκησής της διαπιστώθηκε, ότι η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 1.8.2016 α) με κατάθεση του δικογράφου της και των γραμματίων εισπράξεως των αναλογούντων τελών και παραβόλου στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την παροσβαλλομένη και β) εντός της κατ' αρθρο 564 § 1 ΚΠολΔ τριακονθήμερης προθεσμίας (άρθρα 144 § 1, 3 και 145 ΚΠολΔ), από την, κατά τα όσα οι αναιρεσείοντες αναφέρουν και δεν αμφισβητείται από τους ως άνω αντιδίκους των, με επιμέλεια της τέταρτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας σ' αυτούς, επίδοσή της στις 30.6.2016.
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη επί συνεκδικάσεως κυρίας και παρεμπίπτουσας αγωγής και συγκεκριμένα: Της, από 18-12-2008 κύριας αγωγής (γ.α.κ. 234056/2008) που άσκησαν οι 1η, 2η και 3ος αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία επικαλέστηκαν, ότι στις 26-12-2006 έλαβε χώρα στην περιοχή της ...
τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο προκλήθηκαν σοβαρές υλικές ζημίες στο οδηγούμενο από την 1η εξ αυτών με αριθμό κυκλοφ. ...72 ΙΧΕ αυτοκίνητο, κοινής ιδιοκτησίας της ίδιας και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων Γ. Τ. και σωματικές βλάβες στην συνεπιβαίνουσα σ' αυτό δεύτερη αναιρεσίβλητη κόρη τους, οι οποίες οφείλονται στην συγκλίνουσα υπαιτιότητα α) του 3ου αναιρεσείοντος, οδηγού του με αριθμ. ...62 IXE αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στην 4η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία (...), κοινής επίσης ιδιοκτησίας των 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων και β) του οδηγού του με αριθμ.
κυκλ ...80, ΙΧΕ αυτοκινήτου 1ου εναγομένου τότε, αλλά μη διαδίκου εν προκειμένω Γ. Γ. του Σ.. Βάσει αυτών ζήτησαν να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενοι αλλά και οι ασφαλιστικές τους εταιρείες να τους καταβάλουν τα, στην αγωγή τους αιτηθέντα ποσά, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ακολούθως, η 4η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε εναντίον των αναιρεσειόντων ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου την από 27-4-2009 (γ.α.κ. 6….09/2009, α.κ.δ. 3..6/2009) παρεμπίπτουσα αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να της καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στους ήδη αναιρεσιβλήτους, (ενάγοντες της κύριας αγωγής), επικαλούμενη την ύπαρξη σχετικού απαλλακτικού για την ίδια όρου στην σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης του οχήματος των 1ου και 2ηςτων αναιρεσειόντων, λόγω του ότι ο τρίτος αναιρεσείων, οδηγός αυτού κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, δεν ήταν κάτοχος σύμφωνης με το νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του εν λόγω οχήματος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) εκτός των άλλων ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 382/2008, ΑΠ 1218/2007).
Από την προβαλλόμενη απόφαση, της οποίας το περιεχόμενο παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκοπείται, προέκυψε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών οδηγήθηκε στην εν μέρει αποδοχή της αγωγής των εναγόντων ως βάσιμης και κατ'ουσίαν με τις εξής γενικές παραδοχές: Α) ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος:
Ότι η σύγκρουση συνέβη στις 18.40 την 26.12.2006 στην περιοχή ..., όταν η πρώτη εναγουσα και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλητων, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ...72 ΙΧΕ όχημα με συνεπιβαίνουσα τη δεύτερη ενάγουσα, αναιρεσίβλητη επίσης κόρη της, εκινείτο με κανονική, για τις κυκλοφοριακές συνθήκες της περιοχής, ταχύτητα 40 χλμ.
την ώρα, επί της οδού ... με κατεύθυνση προς .... Έχοντας πρόθεση να συνεχίσει ευθεία την, επί της οδού ... πορεία της, εισήλθε στη συμβολή των οδών ... με την οδό ..., και την στιγμή που διέσχιζε καθέτως την οδό ..., καταλαμβάνοντας το οδόστρωμα του προς … ρεύματος κυκλοφορίας, συγκρούσθηκε κατ' αρχήν με το με αριθμό κυκλοφορίας ...80 ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων της κύριας αγωγής και μη διάδικος εν προκειμένω Γ.
Γ.. Ο τελευταίος, κινούμενος επί της οδού ... με κατεύθυνση προς … με ταχύτητα 80 χλμ. την ώρα, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε η πρώτη των εναγόντων, το οποίο, εξ αιτίας της πρόσκρουσης, μετακινήθηκε προς τα εμπρός, καταλαμβάνοντας τμήμα της λωρίδας κυκλοφορίας της οδού ...
με κατεύθυνση προς …., λαμβάνοντας εν μέρει κλίση προς τα αριστερά. Ακολούθως και καθ' ον χρόνο το τελευταίο αυτοκίνητο βρισκόταν σ' αυτή τη θέση, συγκρούσθηκε με το, ασφαλισμένο στην έβδομη των εναγομένων και ήδη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", με αριθμό κυκλοφορίας ...62 IXE όχημα, συνιδιοκτησίας του τέταρτου και της πέμπτης των εναγομένων Η.
και Μ. Κ., ήδη πρώτης και δεύτερης των αναιρεσειόντων αντιστοίχως, το οποίο οδηγούσε ο τρίτος των εναγομένων της κύριας αγωγής, επίσης τρίτος αναιρεσείων, Γ. Κ.. Ο τελευταίος κινούμενος με το ως άνω αυτοκίνητο όπισθεν και ομορρόπως με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Γ. με ταχύτητα 80 χλμ. την ώρα, αντιλαμβανόμενος την σύγκρουση των δύο οχημάτων, ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά, τοποθετώντας το όχημά του κατά ένα τμήμα του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...
με κατεύθυνση προς …. πλην όμως, λόγω της ταχύτητας των 80 χλμ. την ώρα, που και εκείνος οδηγώντας είχε αναπτύξει, δεν ασκούσε επαρκή έλεγχο στο αυτοκίνητό του και δεν ήταν σε θέση να διακόψει την πορεία του προ οποιουδήποτε εμποδίου, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε η πρώτη των εναγόντων.
Βάσει των περιστατικών αυτών το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του οδηγήθηκε στην κρίση, ότι η πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των ζημιών που υπέστησαν οι ενάγοντες απ' αυτό, οφείλεται κατά ποσοστό 70% σε αμέλεια των δύο εναγομένων οδηγών και κατά 30% σε αμέλεια της πρώτη ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, οδηγού του με αριθμό κυκλ ...72 ΙΧΕ αυτοκίνητου.
Β) Ως προς τις ζημίες που υπέστησαν οι ενάγοντες από τις ως άνω συγκρούσεις το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το αυτοκίνητο, που οδηγούσε η ενάγουσα, στο οποίο συγκύριοι ισομερώς και εξ αδιαιρέτου είναι η ίδια και ο τρίτος των εναγόντων (αναιρεσίβλητος επίσης) σύζυγός της, αξίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 20.000 € υπέστη εκτεταμένες ζημίες στις συγκρουσθείσες επιφάνειες του αμαξώματος αυτού αλλά και στα μηχανικά μέρη, για την αποκατάσταση των οποίων ο τελευταίος δαπάνησε σε αγορά ανταλλακτικών και επισκευή το συνολικό ποσό των 18.313,11 €, ενώ η αξία του μειώθηκε σε ποσοστό 20% ήτοι κατά το ποσόν 4.000 €.
Επίσης τραυματίστηκε η συνεπιβαίνουσα στο αυτοκίνητο δεύτερη ενάγουσα και ομοίως αναιρεσίβλητη κόρη τους η οποία, όπως διαπιστώθηκε, υπέστη κάκωση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, ενώ την 29.12.2006 εισήχθη στα έκτακτα εξωτερικά Ιατρεία του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου "..." με συμπτώματα αυχεναλγίας.
Τέλος ως προς την ηθική βλάβη, που έκρινε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν, το ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του: α) το είδος και την έκταση των ως άνω αναφερομένων σωματικών βλαβών, β) το βαθμό πταίσματος των διαδίκων, γ) όλες τις εν γένει συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, όπως περιγράφονται ανωτέρω, κρίνει ότι η δεύτερη των εναγόντων δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία θα πρέπει να καθορισθεί στο εύλογο ποσό των οκτακοσίων ευρώ (800,00 €).
Επιπλέον αποδείχθηκε ότι τόσο η πρώτη, όσο και ο τρίτος των εναγόντων δοκίμασαν αρκετή στενοχώρια και ψυχικό πόνο στη θέα των υλικών ζημιών του οχήματός τους και υπέστησαν σημαντική σωματική και ψυχική ταλαιπωρία προκειμένου να το επισκευάσουν, στερούμενοι παράλληλα τη χρήση του. Βάσει των ανωτέρω το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι οι ανωτέρω ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, επομένως δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία καθορίζεται στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00 €) για τον καθένα από αυτούς το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο σταθμίζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, τα διδάγματα της πείρας και της λογικής, το βαθμό του πταίσματος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων (πλην της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και του Επικουρικού Κεφαλαίου, η ευθύνη των οποίων είναι εγγυητική)".
Με βάση τα παραπάνω και λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό συνυπαιτιότητας της ενάγουσας, "υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν αλληλεγγύως και σε ολόκληρο ο καθένας με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως στην πρώτη των εναγόντων το ποσό των χιλίων επτακοσίων ευρώ (1.700,00 €), 2) στη δεύτερη των εναγόντων το ποσό των οκτακοσίων ευρώ (800,00 €) και 3) στον τρίτο των εναγόντων το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων δεκαεννέα ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (14.519,18 €)".
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, (ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού κανόνων δικαίου των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ), με την αιτίαση, ότι το Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και συγκεκριμένα δέχτηκε, ότι η μείωση της αξίας του βλαβέντος αυτοκινήτου λόγω της επισκευής του, ανέρχεται στο ποσό 4.000€, το οποίο, συναθροιζόμενο με τη δαπάνη συνολικού ύψους 18.313,11 €, που απεδείχθη ότι απαιτήθηκαν για την αγορά των αναγκαίων ανταλλακτικών και τις εργασίες επισκευής του, υπερβαίνει την, πριν το ατύχημα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ανερχομένη στο ποσόν των 20.000 € αξία του, κατά το ποσόν των 2.313 €.
Ειδικότερα το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3349/2010 οριστική απόφασή του επί των αγωγικών κονδυλίων αγοράς ανταλλακτικών, της δαπάνης επισκευής και της μείωσης αξίας του ζημιωθέντος αυτοκινήτου κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων δέχτηκε τα εξής: "Από την ως άνω περιγραφόμενη ένδικη σύγκρουση το υπ' αρ.
κυκλοφορίας ...72 ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας της πρώτης και του τρίτου των εναγόντων της κύριας αγωγής, κατά ποσοστό 50% έκαστος, υπέστη σοβαρότατες υλικές ζημίες τόσο στο αριστερό εμπρόσθιο και οπίσθιο τμήμα αυτού, όσο και στο δεξιό οπίσθιο τμήμα αυτού, όπως προκύπτει εκ της από 26.12.2006 έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας …..
Για την αποκατάσταση των κατά τα άνω ζημιών του ο τρίτος των εναγόντων δαπάνησε, σύμφωνα με τα προσαγόμενα παρ' αυτού σχετικά τιμολόγια το συνολικό ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων τριακοσίων δεκατριών ευρώ και ένδεκα λεπτών (18.313,11 €) και συγκεκριμένα 1) πόσο δύο χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και είκοσι εννέα ευρώ (2.483,29 €) για την αγορά ανταλλακτικών, όπως προκύπτει εκ της υπ' αριθμ. 0…..7/13. 07.2007 απόδειξη της εταιρείας "...
Α.Ε.", 2) ποσό δεκαπέντε χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (15.829,82 €) για εργασίες επισκευής του οχήματος, σύμφωνα με την υπ' αρ. ….6/30.04.2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ίδιας ως άνω εταιρείας. Κατά συνέπεια ο τρίτος των εναγόντων ζημιώθηκε κατά το ως άνω ποσό των 18.313,11 ευρώ, το οποίο θα πρέπει να του αποδοθεί, λαμβανομένου βέβαια υπόψη του ποσοστού συνυπαιτιότητας της οδηγού του οχήματός του.
Εξάλλου, όπως προκύπτει τόσο εκ της από 26.12.2006 έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας …, όσο και από την υπ' αρ. …..06/15.02.2007 πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Β. Α. για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας "....", το όχημα των εναγόντων, ήταν εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου 520 I, κυλινδρισμού 2000 CCM, με έτος κατασκευής το 2000 πρώτης κυκλοφορίας το 2003.
Είχε δε πριν από τη σύγκρουση αγοραστική αξία ποσού είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000 €). Συνεπεία της μη πλήρους (μετά τις ανωτέρω εργασίες επισκευής) επαναφοράς του ανωτέρω αυτοκινήτου στην κατάσταση που ήταν πριν από τη σύγκρουση, αλλά και της επιφυλάξεως που δημιουργεί πλέον στους αγοραστές η προοπτική αγοράς τρακαρισμένου αυτοκινήτου, εκτιμάται ότι μειώθηκε η κατά το χρόνο εκείνο εμπορική αξία του κατά ποσοστό 20%, ήτοι κατά το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (4.000 €), ποσό ως προς το οποίο ζημιώθηκαν η πρώτη και ο τρίτος των εναγόντων κι συγκεκριμένα κατά το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000,00 €) έκαστος, το οποίο θα τους αποδοθεί, υπολογιζόμενου σε αυτό του ποσοστού συνυπαιτιότητας της πρώτης των εναγόντων..." και ακολούθως δέχθηκε, ότι οι πρώτη και τρίτος ενάγοντες δικαιούνται για τη μείωση της εμπορικής αξίας του αυτοκίνητου τους, μετά την απομείωση του ποσού αυτού κατά το αντίστοιχο της, κατά ποσοστό 30% συνυπαιτιότητας της ενάγουσας οδηγού, το ποσόν των 1.700 ευρώ ο καθένας.
Με την κρίση του όμως αυτή το ως άνω Δικαστήριο ουσίας, ενόψει των περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις επιδικάζοντας στους πρώτη και τρίτο αναιρεσιβλήτους αποζημίωση, η οποία υπερέβη τη θετική ζημία που εκείνοι, υπέστησαν από την βλάβη του αυτοκινήτου τους.
Πιο συγκεκριμένα με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης: α) ότι η αξία του βλαβέντος από τη σύγκρουση αυτοκινήτου πριν το ατύχημα ανέρχεται σε 20.000 €, β) ότι η δαπάνη της επισκευής του ανήλθε συνολικά στο ποσόν των 18.313 € και γ) ότι λόγω της επισκευής, η μείωση της αξίας του ανέρχεται σε 4.000 €, η αποζημίωση που έκρινε ότι δικαιούνται οι ως άνω αναιρεσίβλητοι για το λόγο αυτό υπερβαίνει κατά το ποσόν των 2.313 € την αξία του βλαβέντος πράγματος.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του αυτό είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Με τον ίδιο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την ως άνω παραπάνω πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη παραβίασε το νόμο και ως προς το ζήτημα της επιδίκασης της συνολικής δαπάνης επισκευής στον τρίτο αναιρεσείοντα κάτοχο αυτού, ο οποίος την κατέβαλλε, διότι, εάν εφάρμοζε σωστά το νόμο έπρεπε να αχθεί στην κρίση, ότι το αυτοκίνητο κατεστράφη ολοσχερώς και να επιδικάσει στον ίδιο το ήμισυ της αξίας του ύψους 10.000 €, απαλλασσόμενοι αυτοί ως υπαίτιοι, από την καταβολή των υπολοίπων 10.000 € που αντιστοιχούν στο ποσοστό ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, η οποία δεν είχε υποβάλλει σχετικό αγωγικό αίτημα.
Οι ως άνω, διαλαμβανόμενες στο δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου της αναίρεσης αιτιάσεις, αναφέρονται σε παραδοχές της προσβαλλομένης, οι οποίες στην πραγματικότητα αφορούν αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας η κρίση του οποίου, σχετικά με το ότι ήταν δυνατή η επισκευή του ως άνω βλαβέντος αυτοκινήτου δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί. Με τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, τρείς κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων και συγκεκριμένα:
α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής -με οποιαδήποτε μορφή- στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας.
Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση. Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας.
Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης.
Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρο ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρο ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Προϋπόθεση όμως της εις ολόκληρο ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά.
Εξ άλλου, στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους, ούτε ως προς την ύπαρξη, ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους. Στη δίκη αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, αν εναχθούν περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του, το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα.
Αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνομένων (ΑΠ 1655/2017, ΑΠ 1229/2013, ΑΠ 1370/2005). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν επίσης την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια στην προσβαλλομένη, την οποία αιτιώνται για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 926 ΑΚ, επικαλούμενοι ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι δέχθηκε ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που προκλήθηκε στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, και ειδικότερα οι υλικές ζημίες που υπέστη το όχημά τους από την πρόσκρουση επ' αυτού των δύο ζημιογόνων οχημάτων, (του οχήματος των 1ου και 2ου εναγομένων και μη διαδίκων εν προκειμένω της κύριας αγωγής και του οχήματος των αναιρεσειόντων), ήταν με βάση τις ως άνω παραδοχές του δικαστηρίου διακριτές μεταξύ τους, εντούτοις κατέληξε στην κρίση, ότι υπόχρεοι προς αποζημίωση για ολόκληρη την ζημία, (δαπάνη επισκευής του οχήματος των αντιδίκων και αγοράς ανταλλακτικών και μείωση της εμπορικής αξίας αυτού) ήταν όλοι οι εναγόμενοι εις ολόκληρον, ενώ αν εφάρμοζε σωστά το νόμο θα προέβαινε σε διαχωρισμό των ζημιών, που προκλήθηκαν στο βλαβέν όχημα των αντιδίκων και σε επιμερισμό της επιδικαστέας στους αναιρεσιβλήτους αποζημίωσης, αλλά και της αναλογούσας στον καθένα εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, αναλόγως της έκτασης και του είδους των ζημιών, που προκλήθηκαν σε κάθε διακριτό μέρος του βλαβέντος οχήματος από το κάθε ζημιογόνο όχημα και αναλόγως του ποσοστού συμβολής κάθε υπαιτίου στην εξαιτίας των ζημιών αυτών μείωση της εμπορικής του αξίας.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ωστόσο, που με τις ως άνω παραδοχές απέδωσε με την προσβαλλόμενη κοινό ποσοστό ευθύνης στους συναιτίους οδηγούς των ζημιογόνων οχημάτων (70%) και υποχρέωσε αυτούς να καταβάλλουν εις ολόκληρο ο καθένας την αποζημίωση που αντιστοιχεί σε κάθε ζημιωθέντα, χωρίς να προβεί στο διαχωρισμό της ευθύνης του καθενός, με βάση τις ζημίες που ο καθένας τους, ενεργώντας αυτοτελώς, προκάλεσε σε διακριτά μέρη του βλαβέντος αυτοκινήτου, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 926 και 481 ΑΚ.
Η διάκριση του ποσοστού ευθύνης και του αντίστοιχου ποσού αποζημίωσης που βαρύνει χωριστά τον κάθε υπαίτιο αποτελεί, σύμφωνα με όσα και στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη αναφέρθηκαν, αντκείμενο της μεταξύ τους δίκης αναγωγής και η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του νόμου στην ένδικη περίπτωση από την προσβαλλομένη δεν στοιχειοθετεί την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Επομένως ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 14-5-2007 με το άρθρο 17 του Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α' τ. 100/14-5-2007), ορίζεται, ότι "η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει διά την ασφαλιστικήν περίοδον, ήτις ορίζεται στο ασφαλιστήριο και ανανεούται εκάστοτε δι' ίσον χρονικό διάστημα μετά την λήξιν της ασφαλιστικής περιόδου ως και των επομένων τοιούτων, εκτός αν 30 ημέρας προ του τέλους εκάστης περιόδου εκάτερον των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερον διά συστημένης επιστολής περί του αντιθέτου.
Επί πάσης ανανεώσεως εκδίδεται νέον ασφαλιστήριον ή βεβαίωσις περί ανανεώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η σύμβαση ασφαλίσεως ανανεώνεται αυτόματα με τους ίδιους όρους, αν δεν διατυπωθεί το αντίθετο με συστημένη επιστολή που πρέπει να απευθυνθεί στο μέρος στο οποίο απευθύνεται, πριν από 30 ημέρες.
Δικαίωμα αρνήσεως συνεχίσεως της συμβάσεως έχει κάθε συμβαλλόμενο μέρος. Η έκδοση νέου ασφαλιστηρίου ή βεβαιώσεως δεν τίθεται ως προϋπόθεση του κύρους της ανανεώσεως, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά αποτελεί πρόσθετη υποχρέωση στο πλαίσιο της ρυθμίσεως των σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της ως άνω Κ4/585/5-4-1978 η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης επέρχεται και με καταγγελία οποτεδήποτε και από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος καθώς και με κατάργησή της με αντισυμφωνία των μερών κατά τον γενικό κανόνα του άρθρου 361 του Α.Κ.
Η ακύρωση επέρχεται μετά πάροδο 20 ημερών από την κοινοποίηση του περί καταγγελίας εγγράφου (Ολ.ΑΠ 24/1994, ΑΠ 142/2018, ΑΠ 1171/2015).
Εν προκειμένω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε βάσιμη και κατ'ουσίαν την από 27.4.2009 και με αριθμό εκθ. καταθ. δικογράφου 683.../28.04.2009, παρεμπίπτουσα αγωγή που είχε ασκήσει η 7η εναγομένη στην κύρια αγωγή και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία κατά των αναιρεσειόντων (3ου, 4ου και 5ης των εναγομένων στην κύρια αγωγή) δεχόμενη ειδικότερα τα εξής: "...II.
Περαιτέρω, με το υπ' αριθμ. ...32/23.11.2005 ασφαλιστήριο συμβόλαιο υποχρεωτικής αστικής ευθύνης και συμπληρωματικών καλύψεων αυτοκινήτου, που καταρτίστηκε ανάμεσα στην ενάγουσα της από 27.04.2009 υπ' αριθμ. έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 683.../28.04.2009 παρεμπίπτουσας αγωγής και στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων σε αυτή, το ως άνω ζημιογόνο υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ...62 ΙΧΕ αυτοκίνητο ασφαλίστηκε στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία. Στην τελευταία σελίδα του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναγράφεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται μεταξύ άλλως και από τις διατάξεις του ν. 489/1976 και της Υ.Α. Κ4-585-78/Φ.Ε.Κ. 795. Με την παραπομπή αυτή στις ανωτέρω νομικές διατάξεις, η οποία αποτελεί συμβατικό όρο στο ανωτέρω ασφαλιστήριο, έχει εγκύρως μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνηθεί, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της συγκεκριμένης αγωγής, ότι αποκλείεται η κάλυψη από τον ασφαλιστή των ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν η ζημία προξενείται από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.
Η συνομολόγηση του όρου συνεπώς παρέχει στην ασφαλιστική εταιρεία το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει κάθε ποσό που κατέβαλε ή θα καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη (ο τρίτος).
Εν προκειμένω, ......ο πρώτος των εναγομένων της συγκεκριμένης παρεμπίπτουσας αγωγής στερούταν άδειας οδήγησης την ημέρα του ένδικου ατυχήματος. Άλλωστε, εκ της προσκομιζόμενης υπ' αρ. 58…27 άδειας οδήγησης προκύπτει ότι ο πρώτος των εναγομένων απέκτησε την άδεια οδήγησης μόλις την 12.02.2007. Εξάλλου δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο, ότι ο δεύτερος και η τρίτη των παρεμπιπτόντως εναγομένων δεν γνώριζαν το γεγονός της έλλειψης άδειας οδήγησης του πρώτου των εναγομένων και ότι δεν παραχώρησαν οι ίδιοι τη χρήση του οχήματός τους σε αυτόν η δε δήλωση του στην από 06.03.2007 προανακριτική κατάθεση του δεύτερου των εναγομένων ενώπιον του Τ.Τ. …, ότι η τρίτη των εναγομένων "δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το όχημα" και ότι ο ίδιος "δεν γνώριζε ότι ο γιος του το πήρε για να το οδηγήσει", από μόνη της δεν άγει σε ασφαλή δικανική πεποίθηση περί του αντιθέτου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η από 27.04. 2009 υπ' αριθμ. έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 683.../ 28.04.2009 παρεμπίπτουσα αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη...".
Με τμήμα του 1ου λόγου, καθώς και με τους 2ο και 4ο λόγους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι, καίτοι κατά το χρόνο του ατυχήματος (26-12-2006), δεν βρισκόταν σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτοκινήτου από τη νυν τέταρτη αναιρεσίβλητη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δυνάμει του μνημονευόμενου στην απόφαση με αριθμό ...32/23-11-2005 ασφαλιστήριου συμβολαίου, δέχθηκε ότι ήταν σε ισχύ η ασφαλιστική κάλυψη και έτσι υπέπεσε στις από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 19, 20 και 10 πλημμέλειες.
Ειδικότερα αντιστοίχως επικαλείται: στον πρώτο λόγο ανεπάρκεια αιτιολογιών, αφού από τις παραδοχές της απόφασης, δεν προκύπτει αν τον κρίσιμο χρόνο που συνέβη το επίδικο ατύχημα (26-12-2006), βρισκόταν σε ισχύ το ως άνω με αριθμό ...32/23-11-2005 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στον δεύτερο λόγο, ότι το Δικαστήριο ουσίας παραμόρφωσε το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο από την ανάγνωση του οποίου προκύπτουν γεγονότα εμφανώς διαφορετικά από εκείνα που δέχτηκε ως πραγματικά το δικαστήριο και συγκεκριμένα ότι η, σύμφωνα με το ακριβές περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου μονοετούς διαρκείας, από 22.11.2005 έως και 22. 11.2006, ασφαλιστικής κάλυψη του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε λήξει κατά την 26.12.2006 που συνέβη το ατύχημα, και, στον τέταρτο λόγο, ότι δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, διότι το αυτό ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο που προσκομίστηκε και αποδεικνύει την ύπαρξη της απαλλακτικής ρήτρας αφορούσε σύμβαση ασφάλισης άλλου χρονικού διαστήματος, προγενέστερου του επίδικου ατυχήματος (22/11/ 2005 - 22/11/2006).
Ως προς τους λόγους αυτούς πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται και όταν μεταξύ άλλων η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 28/1997, ΟλΑΠ 30/1997).
Από τις παραδοχές του δικαστηρίου ουσίας καθίσταται σαφές, ότι το ατύχημα συνέβη κατά το χρόνο που, σύμφωνα με την ισχύουσα τότε διάταξη του άρθρου 6 § 1 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, η μεταξύ των ως άνω συμβληθέντων μερών σύμβαση ασφάλισης εξακολουθούσε να ισχύει, λόγω της "αυτόματης" ανανέωσής της.
Δεν απαιτείται δε ειδική προς τούτο αιτιολογία καθόσον, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι πρότειναν στο Δικαστήριο της ουσίας την νομότυπη κατ' άρθρο 6 παρ. 1 και 9 παρ. 1 της ίδιας υπουργικής απόφασης, λύση ή την κατ' αρθρο 361 ΑΚ, επελθούσα με αντισυμφωνία, κατάργηση της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 640/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο αυτό, ή κατά κύριο λόγο σ' αυτό, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο, αλλά κατέληξε στη κρίση του από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, από το οποίο προκύπτει η εκ του νόμου ισόχρονη ανανέωση της ασφάλισής του.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την ισχύ ασφαλιστικής σύμβασης κατά το χρόνο του ατυχήματος, στηριζόμενο στις προσκομισθείσες αποδείξεις, (κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και το σύνολο των εγγράφων), με την επισήμανση, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν περιλαμβάνεται λόγος σχετικός με το ότι δεν αποδείχθηκε η σύμφωνα με τον νόμο "αυτομάτως" επελθούσα ισόχρονη ανανέωση της σχετικής σύμβασης.
Οι παραπάνω συνεπώς λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης που αφορά το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποδίδεται σ' αυτήν η από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νομίμως για το ουσιώδες στην ένδικη υπόθεση ζήτημα της ασφάλισης, το οποίο έχει επίδραση στην, επί της παρεμπίπτουσας αγωγής, δίκη, καθώς δεν προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα του ως άνω αποδεικτικού της ασφαλίσεως εγγράφου, διότι, στις προτάσεις που κατέθεσε η 4η αναιρεσίβλητη εταιρία στο δικαστήριο ουσίας, δεν μνημονεύεται η ημερομηνία σύνταξης του με αριθμό ...32 επίμαχου ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθώς το Μονομελές Πρωτοδικείο, παραδεκτώς έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης το ως άνω ασφαλιστήριο έγγραφο, το οποίο η παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη εταιρία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε στο Πρωτοδικείο για την παρεμπίπτουσα αγωγή της, νομίμως, επικαλέστηκε προσδιορίζοντας αυτό με τον αριθμό και το αντικείμενο του περιεχομένου του.
Συνεπώς και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει τούτων η αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3349/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ως προς την κύρια αγωγή και ως προς την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή, και, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα μόνον της τέταρτης τούτων κατά τα στο διατακτικό ειδικότερα οριζόμενα (176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ), χωρίς όμως να επιβληθούν σε βάρος τους δικαστικά έξοδα υπέρ της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που απουσιάζει, ελλείψει αιτήματος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/ 2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της παραδοχής του πρώτου, κατά το ως άνω σκέλος του, λόγου αναίρεσης, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθμό 3349/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσείοντες και πρώτη και τρίτο αναιρεσίβλητους, κατά το κονδύλιο της μείωσης της αξίας του επισκευασθέντος αυτοκινήτου, που αποτελεί μέρος του, σχετικού με την περιουσιακή ζημία των ως άνω αναιρεσειόντων, κεφαλαίου της προσβαλλομένης.
Μετά την αναίρεση, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της αγωγής, ως προς το αναιρεθέν μέρος και στη συνέχεια, και επειδή, απ' όσα αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του αναιρετικού λόγου που ευδοκίμησε, δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση (ΑΠ 26/ 2018), πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ. 3 εδ.
α') και να ερευνηθεί εκ νέου η από 18-12-2008 και με αριθμό καταθέσεως 234056/2008 ένδικη αγωγή κατά το αναφερόμενο στη μείωση της αξίας του βλαβέντος αυτοκινήτου κονδύλιο, το οποίο, με βάσει τα περιστατικά, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποδείχθηκαν και ήδη αναφέρθηκαν παραπάνω, ανέρχεται στο ποσόν των 1.687 € συνολικά, αφού το ποσό αυτό απολείπεται μετά την δαπάνη επισκευής του (18.313 €) για να αποκατασταθεί πλήρως η πριν το ατύχημα αξία του (20.000 €).
Μετά δε την απομείωσή του κατά ποσοστό 30% (507 €), που αντιστοιχεί στην συνυπαιτιότητα της οδηγού του ζημιωθέντος αυτοκινήτου, οι πρώτη και τρίτος ενάγοντες συνιδιοκτήτες δικαιούνται διαιρετώς και κατ' ίσα μέρη για την αιτία αυτή το ποσόν των 1.180 €, δηλαδή ποσόν 590 € ο καθένας, αντί του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού 1.400 € σε καθένα.
Ενόψει αυτών πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή κατά το αίτημα των πρώτης και τρίτου των εναγόντων, που αφορά το κονδύλιο της μείωσης της αξίας του από την σύγκρουσή του βλαβέντος αυτοκινήτου ιδιοκτησίας τους και να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι, να καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας ως εκ της διαγνωσμένης παθητικής εις ολόκληρον ενοχής τους, το ποσόν των 590 € στον καθένα από τους ως άνω ενάγοντες για την ως άνω αιτία.
Τέλος, οι πρώτη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων που νικήθηκαν, κατά ένα μέρος στην αναιρετική δίκη, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (ΑΠ 1653/2017), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 4 εδαφ.
ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο 9 §§ 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3349/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους δεύτερη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα της κύριας αγωγής και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, παρεμπιπτόντως ενάγουσα.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της τέταρτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ Δέχεται αυτήν ως προς τους πρώτη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 3349/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι κατά το περί της μείωσης αξίας του αυτοκινήτου κεφάλαιο αυτής, ως προς τους αναιρεσείοντες και πρώτη και τρίτο αναιρεσίβλητους.
Κρατεί και Δικάζει κατά τούτο τη με αριθμό κατάθεσης 234.../23.12.2008, αγωγή.
Δέχεται εν μέρει αυτήν ως προς το παραπάνω κεφάλαιο.
Υποχρεώνει τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτη με αυτήν εναγομένους (αναιρεσείοντες) να καταβάλλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των πεντακοσίων ενενήντα (590) ευρώ σε καθέναν των πρώτης και τρίτου των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων), για το παραπάνω κονδύλιο της μείωσης της αξίας του αυτοκινήτου.
Καταδικάζει τους πρώτο και τρίτο αναιρεσίβλητους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ