102/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated102/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου κατά το άρθρο 300 ΑΚ αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικασθεί από το δικαστήριο αποζημίωση στο ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της απαιτείται συντρέχον πταίσμα που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Full text
Απόφαση 102 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 102/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: M. (Μ.) S. (Σ.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κούρεντα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-11-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 28-11-2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 346/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5003/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-6-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή διάβασε την από 30-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3-6-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5003/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την υπ' αριθ. 257β/1-8-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσεως για εμφάνιση κατά την ίδια δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Χ.. Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ίδια δικάσιμο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ' άρθρο 242 ΚΠολΔ, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά την ίδια δικάσιμο στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου Γ. Χ..
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 300 ΑΚ αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικασθεί από το δικαστήριο αποζημίωση στο ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της απαιτείται συντρέχον πταίσμα που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος διατηρείται πλήρης αξίωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος. Ειδικότερα η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους του θανατωθέντος οδηγού μοτοσικλέτας που επιβάλλεται από το νόμο 2696/99 (αρ.16 παρ. 6 και 101 παρ. 1 ΚΟΚ) λαμβάνεται υπόψη και θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις επελθούσες θανατηφόρες σωματικές κακώσεις.
Αν από το είδος και τον τρόπο επελεύσεως των σωματικών κακώσεων του θανόντος, η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή ν' αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου τότε λείπει η αναγκαίως απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και η παράλειψη της χρήσεως του κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του (ΑΠ 1741/2011, 619/2000).
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος για αξιώσεις από θανάτωση οδηγού μοτοσικλέτας ότι ως εκ του είδους και του τρόπου επελεύσεως των σωματικών κακώσεων του παθόντος η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα αποτελεί άρνηση της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραλείψεως χρήσεως του κράνους και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος ώστε η παράλειψη της χρήσεως προστατευτικού κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα σε σχέση με τη βασιμότητα του εδώ ερευνώμενου αναιρετικού λόγου: "Περαιτέρω αποδεικνύονται και τα ακόλουθα ουσιώδη. Αποτέλεσμα του προπεριγραφόμενου τροχαίου ατυχήματος ήταν ο οδηγός του … δικύκλου μοτοποδηλάτου Σ. Σ. να πάθει βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και εγκεφαλική αιμορραγία, συνεπεία των οποίων σωματικών κακώσεων αυτός αμέσως απεβίωσε (βλ.
την από 12.7.05 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού χειρουργού - ορθοπεδικού Β. Μ.). Ο παραπάνω παθών όπως βασίμως οι παραπάνω εναγόμενοι ισχυρίζονται και αποδεικνύουν αν και οδηγός δικύκλου μοτοποδηλάτου δεν έφερε, όπως ήταν υποχρεωμένος προστατευτικό κράνος (άρθρα 16 § 6 και 101 § 1 ΚΟΚ), η χρήση του οποίου αν δεν επέτρεπε τον βαρύτατο και μοιραίο για τον ίδιο τραυματισμό στο παραπάνω σημείο του σώματός του, οπωσδήποτε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής (ΚΠολΔ 336 παρ. 4) θα μείωνε την έκταση των συγκεκριμένων κακώσεων και θα μετρίαζε την αντίστοιχη της υγείας του βλάβη.
Ο Σ. Σ. μη φέροντας προστατευτικό κράνος κατά τη στιγμή του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όπως ώφειλε και μπορούσε να πράξει, τυγχάνει συνυπαίτιος του παραπάνω τραυματισμού του και του συνεπακόλουθου θανάτου σε ποσοστό 30% (ΑΚ 914, 330, 300, 297, 298, 299, 929, 932 (βλ. της εν λόγω διακεκριμένης συνυπαιτιότητας του υποστάντος προσβολή της υγείας του, ΑΠ 269/2002 Δ 33.1136).
Επομένως, τα όσα οι παραπάνω εναγόμενοι με την κύρια αγωγή κατ' ένσταση στον πρώτο βαθμό προέβαλαν για την παραπάνω μορφής και εκτάσεως συνυπαιτιότητα του παθόντος Σ. Σ. στην επέλευση του θανάτου του (ΑΚ 914, 299, 932, 330, 300, ΠΚ 15, 28 και ΚΠολΔ 262 παρ. 1 και 2) πρέπει να γίνουν δεκτά ως κατ' ουσίαν βάσιμα στον πιο πάνω βαθμό.
Με συνεπές δικονομικό παρακολούθημα να κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα τα από τις ενάγουσες και τους παραπάνω εναγομένους υποστηριζόμενα αντιστοίχως σε υπεράσπιση και απόκρουση των ένδικων αποζημιωτικών απαιτήσεων και επαναφερόμενα με αυτοτελή λόγο στις υπό κρίση εφέσεις και αντέφεσή τους, το μεν, περί ανυπαρξίας, το δε, για την σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό συνυπαιτιότητα του Σ.
Σ. στον επελθόντα θάνατό του (ΑΚ 914, 299, 932, 330, 300, ΠΚ 15, 28 και ΚΠολΔ 262 παρ. 1)".
Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι "ο ένδικος θανάσιμος τραυματισμός του γιού της δεν ήταν δυνατόν ν' αποφευχθεί ένεκα της σφοδρότητας της σύγκρουσης ακόμα και αν έφερε προστατευτικό κράνος".
Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος, γιατί τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται δεν συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά προτάθηκαν ως άρνηση της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πταισματικής συμπεριφοράς του θανατωθέντος οδηγού (που συνδέεται με το ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος) και του επελθόντος θανάτου του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά της που προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο οποίος όντας οικογενειακός φίλος από πολλών ετών γνώριζε την οικονομική κατάσταση της ίδιας και του γιού της που εργαζόταν στη Κω ως σερβιτόρος και της απέστειλε κατά μήνα χρηματικό ποσό για τη διατροφή της.
Το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για την ένδικη διατροφική αξίωση κατά των αναιρεσιβλήτων και από τις αντίστοιχες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι: "Δεν σχηματίζεται πλήρης δικανική πεποίθηση περί του ότι ο θανών Σ.
Σ. κατά τον χρόνο του επίμαχου τροχαίου συμβάντος και του κατ' αυτό θανάτου του μετέρχονταν κάποια εργασία, ούτε αν η πρώτη ενάγουσα μητέρα δεν είχε εισοδήματα από εργασία της ή από περιουσία της, ώστε να δικαιούται την εξαιτηθείσα αποζημίωση για την στέρηση της διατροφής της, την οποία ισχυρίζεται ότι την παρείχε ο ως άνω κατιών της για το σκοπούμενο με τον αντίστοιχο λόγο εφέσεώς της με τον οποίο αυτή παραπονείται κατά της εκκαλουμένης οριστικής αποφάσεως για την κατ' ουσίαν απόρριψη του σύστοιχου αγωγικού αποζημιωτικού της αιτήματος, τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την πιο πάνω κατάθεση για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της παρισταμένης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ" (άρθρ. 183 ΚΠολΔ) που δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-6-2014 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5003/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (υπ' αρ. 6850875 διπλότυπο). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της παρισταμένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ", την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ