Supreme Court dismisses appeal on falsification charges, rejecting mitigation claims due to lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for falsification of official documents. The court found that the prosecution failed to prove the statutory requirements for mitigating circumstances, specifically the defendant's lawful living status, non-negligent motives, and genuine moral transformation. Consequently, the appellate court upheld the lower court's rejection of these defenses and ordered the appellant to bear the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242(1), 242(2) of the Penal Code; Article 84(2)(a), (b), (e) of the Penal Code; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: The court must reject mitigation claims where the defendant fails to substantiate lawful living, non-negligent motives, or genuine moral transformation, deeming such conduct merely opportunistic.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1029 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1029/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μουντζουρώνη, για αναίρεση της .../2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. πρωτ. ...2023 αίτησή της αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2023.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση με αρ. πρωτ. ...2023 αίτηση της Κ. Α. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2023 καταδικαστικής σε βάρος της απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση της αναιρεσείουσας που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου και εμπρόθεσμα αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις ...2023, η δε κρινομένη αίτηση ασκήθηκε στις ...2023 (άρθρα 464,473, 474, 504 του ΚΠΔ).
Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει, να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Στη διάταξη του άρθρου 242 παρ.1 και 2 του προϊσχύσαντος Π.Κ., που είναι επιεικέστερος ως προς την ποινική κύρωση, από τον ήδη ισχύοντα και εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση, κατ'αρθρ.2 παρ.1 Π.Κ., ορίζεται ότι "1. υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2.
Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από τη δεύτερη παράγραφο έγκλημα είναι σωρευτικώς μικτό, που συνίσταται σε δύο αυτοτελείς πράξεις, είτε δηλαδή στη νόθευση του εγγράφου είτε στην καταστροφή, βλάβη ή υπεξαγωγή του.
Για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωσή του απαιτείται: α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' του ίδιου ως άνω Κώδικα, να ενεργεί δε μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου, β) να έγινε από αυτόν νόθευση ή καταστροφή ή βλάβη ή υπεξαγωγή εγγράφου, γ) το έγγραφο να ήταν εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν, λόγω της υπηρεσίας του και δ) δόλος του δράστη (αρκεί και ενδεχόμενος), ο οποίος συνίσταται στη θέληση της νόθευσης ή της καταστροφής ή της βλάβης ή της υπεξαγωγής και στη γνώση ότι πρόκειται για έγγραφο εμπιστευμένο στο δράστη, ή προσιτό σ' αυτόν λόγω της υπηρεσίας του.
Η νόθευση, δηλαδή η υλική πλαστογραφία, νοείται κατ' αναλογία με τα κρατούντα στην κοινή πλαστογραφία. Ως νόθευση κατά τούτο νοείται η μεταβολή της έννοιας του εγγράφου, η οποία επηρεάζει ή ματαιώνει την αρχική αποδεικτική ισχύ του εγγράφου, αδιαφόρως εάν το μεταβληθέν περιεχόμενο ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Μπορεί να τελεστεί με πολλούς τρόπους, όπως με την αλλοίωση αριθμού στο κείμενο του εγγράφου, με προσθήκη αριθμού ή ψηφίου του ή και με απόσβεση ή ξέση καθ' οιονδήποτε τρόπο ψηφίων, αριθμών και αναγραφής αντ' αυτών άλλων. Η μεταβολή αυτή της αποδεικτικής δύναμης του εγγράφου πρέπει να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιδρά στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή δικαιώματος και γενικά μιας νομικής κατάστασης.
Ως υπεξαγωγή νοείται κάθε διαγωγή του δράστη, η οποία αφαιρεί από το δικαιούμενο, έστω και προσωρινώς, τη χρήση του εγγράφου, γενόμενη χωρίς πρόθεση ιδιοποίησης αυτού. Ως καταστροφή νοείται κάθε επενέργεια του δράστη στο έγγραφο, συνεπεία της οποίας αυτό παύει παντάπασιν να έχει αποδεικτική αξία, είτε δια της εκμηδενίσεως του σώματος του εγγράφου, είτε δια της αχρηστεύσεως του διανοητικού του περιεχομένου, όπως λ.χ.
ολοσχερές σκίσιμο, κάψιμο, μελάνωμα. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της υπεξαγωγής, νοείται, κατά το άρθρο 13 περ. γ' του Π.Κ., κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, δημόσιο ή ιδιωτικό, ακόμη και δημόσιο έγγραφο, που είναι προορισμένο για εσωτερική υπηρεσία.
Εμπιστευμένο είναι το έγγραφο στον υπάλληλο, όταν έχει παραδοθεί σ' αυτόν προς φύλαξη για υπηρεσιακούς λόγους, έστω και αν το συντάσσει ο ίδιος. Ως προσιτό δε νοείται το έγγραφο, όταν ο υπάλληλος έχει λόγω της υπηρεσίας του σχέση με αυτό, λόγω της υπαλληλικής ιδιότητάς του, έστω κι αν η σχέση με το έγγραφο αυτό είναι χαλαρή.
Ο δόλος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων, που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση της ποινικής παράβασης. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται και σκοπός βλάβης άλλου, ο οποίος απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της (απλής) υπεξαγωγής εγγράφων, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 222 του ΠΚ, εκτός αν πρόκειται για την κακουργηματική υπεξαγωγή, η οποία προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 242 του Π.Κ.(ΑΠ 954/2020, ΑΠ 1089/2019, ΑΠ 1332/2016, ΑΠ 964/2009) Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα.
Για την ύπαρξη της κατά τα ανωτέρω απαιτούμενης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.
Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α)... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα".
Επίσης, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".
Με τις ως άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ` όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως.
Κατ` αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο, εν αμφιβολία, να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).
Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, εκτός από την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` λόγος αναίρεσης, σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ` ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασής του με αρ. .../2023, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που λεπτομερώς κατ` είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη, όντας προϊσταμένη του οικονομικού τμήματος του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ..., με πρόθεση κατέστρεψε έγγραφα που της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της και ειδικότερα έσκισε και πέταξε στις γυναικείες τουαλέτες του κτιρίου, όπου στεγάζεται το άνω Υποκατάστημα ...
πλήθος αποφάσεων χορήγησης επιδομάτων μητρότητας, επιστροφής εισφορών του ν.3655/2008, μεταξύ των οποίων την με αριθμ. ...2015 με ημερομηνία ...2016 και αριθμό ΑΜΑ:..., ΑΜΚΑ:... και αναγραφόμενα στοιχεία ασφαλισμένης Γ. Ε. και άλλων εγγράφων, επιπλέον δε έσκισε και τοποθέτησε στην τσάντα της εξήντα σκισμένα αποκόμματα εγγράφων έκδοσης του Τμήματος Οικονομικού Περιφερειακού Υποκαταστήματος ...
με την ένδειξη ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ που ήταν προσιτά σε αυτήν λόγω της υπηρεσίας της.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στην κατηγορουμένη αξιόποινης πράξης του άρθρου 242 παρ. 2 Π.Κ (καταστροφή δημοσίων εγγράφων) και για το λόγο αυτό το δικαστήριο τούτο ομόφωνα κρίνει ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την τέλεση αυτής".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την αναιρεσείουσα, ένοχη για το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 242 παρ.2 του Π.Κ. και επέβαλε σ'αυτήν ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την ανωτέρω εκκαλούσα -κατηγορουμένη ΕΝΟΧΗ του ότι:
Α] Όντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α' του ΠΚ και συγκεκριμένα όντας προϊσταμένη του οικονομικού τμήματος του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ..., με πρόθεση κατέστρεψε έγγραφα που της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της.
Ειδικότερα, έσκισε και πέταξε στις γυναικείες τουαλέτες του κτιρίου όπου στεγάζεται το άνω Υποκατάστημα ... πλήθος αποφάσεων χορήγησης επιδομάτων μητρότητας, επιστροφής εισφορών του ν.3655/2008, μεταξύ των οποίων η με αριθμ. ...2015 με ημερομηνία ...2016 και αριθμό ΑΜΑ:..., ΑΜΚΑ:... και αναγραφόμενα στοιχεία ασφαλισμένης Γ. Ε. και άλλων εγγράφων, επιπλέον δε έσκισε και τοποθέτησε στην τσάντα της εξήντα σκισμένα αποκόμματα εγγράφων έκδοσης του Τμήματος Οικονομικού Περιφερειακού Υποκαταστήματος ... με την ένδειξη ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ που ήταν προσιτά σε αυτήν λόγω της υπηρεσίας της ".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στοιχ.
α'- γ', 14, 16, 17, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 79 και 242 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε το Δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται: α) η ιδιότητα της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης ως προϊσταμένης του οικονομικού τμήματος του ..., δηλαδή ως υπαλλήλου κατά την έννοια των άρθρων 13 περ.
α' του Π.Κ., β) η καταστροφή των αναφερομένων στο σκεπτικό και το διατακτικό εγγράφων, δηλαδή εγγράφων κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφιο γ' του Π.Κ., της υπηρεσίας της οποίας υπηρετούσε, γ) ο τρόπος της ως άνω καταστροφής ήτοι αφενός μεν το σκίσιμο και η ρίψη των ανωτέρω εγγράφων στις γυναικείες τουαλέτες του κτιρίου, αφετέρου δε το σκίσιμο και τοποθέτηση των τμημάτων αυτών στην τσάντα της, δ) η πρόσβαση που είχε στα εν λόγω έγγραφα λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς της και της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί.
Περαιτέρω και σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: α) από το σύνολο των ως άνω παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, ουδόλως προκύπτει ότι το δικαστήριο αξιολόγησε την πορεία ετέρας ποινικής υποθέσεως για την οποία η δίωξη κηρύχτηκε απαράδεκτη, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του, αφού καμία αναφορά σε τοιαύτη ετέρα ποινική υπόθεση δεν γίνεται στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης και συνακόλουθα καμία ακυρότητα της διαδικασίας με παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας της αναιρεσείουσας, από το λόγο αυτό, δεν επήλθε.
Και είναι βέβαια γεγονός ότι στην ετέρα αυτή ποινική υπόθεση αναφέρθηκε στην κατάθεσή της η εξετασθείσα μάρτυρας κατηγορίας Ε. Μ.. Η αναφορά όμως αυτή, για την οποία δεν υπάρχει σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης όπως προεκτέθηκε δεν αναιρεί τα ανωτέρω, ουδέ συνιστά παραβίαση της αρχής της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα.
Τέλος, οι προπαρατεθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του Δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής, ούτε μετακύλυση στην κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα του βάρους απόδειξης της αθωότητάς της και ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου, τεκμηρίου αθωότητας αυτής, όπως η ίδια αβάσιμα διατείνεται, αφού από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανέλεγκτα το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής της με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της άνω απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε η ενοχή της και όχι, διότι αυτή δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητά της, ενώ από τις ανωτέρω παραδοχές της απόφασης αυτής ουδόλως προκύπτει, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή της αναιρεσείουσας, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού, κατ` εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo".
β) Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της παραγράφου 2 του άρθρου 242 του Π.Κ, νοείται, όπως προεκτέθηκε, κατά το άρθρο 13 περ. γ' του Π.Κ., κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, δημόσιο ή ιδιωτικό, ακόμη και δημόσιο έγγραφο, που είναι προορισμένο για εσωτερική υπηρεσία και συνακόλουθα η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι εν προκειμένου δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος που της αποδόθηκε, αναφορικά με την καταστροφή του Αναλυτικού Καθολικού, αλλά και των λοιπών εγγράφων, καθόσον αυτά εξυπηρετούν την εσωτερική λειτουργία της υπηρεσίας είναι αβάσιμος.
γ) αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η εκ παραδρομής αναφορά στην απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη η απολογία της κατηγορουμένης παρότι αυτή δεν ήταν παρούσα αλλά εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
δ) τέλος επαρκής κρίνεται και ο προσδιορισμός των καταστραφέντων από την αναιρεσείουσα εγγράφων, με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης οτι η τελευταία έσκισε και πέταξε στις γυναικείες τουαλέτες του κτιρίου πλήθος αποφάσεων χορήγησης επιδομάτων μητρότητας, επιστροφής εισφορών του ν. 3655/2008 μεταξύ των οποίων και η με αρ., ...2015 με ημερομηνία ...2016 και αριθμό ΑΜΑ ..., ΑΜΚΑ ...
και αναγραφόμενα στοιχεία ασφαλισμένης Γ. Ε., αφού άλλος ειδικότερος προσδιορισμός αυτών, λόγω ακριβώς της καταστροφής τους με τον ανωτέρω τρόπο, δεν ήταν εφικτός, κατά τους κανόνες της λογικής και κοινής πείρας. Συνακόλουθα, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Α', Γ', Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, παραβίαση της δημοσιότητας, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι.
Η επιβαλλομένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.
Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π Κ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων: α) κατά το άρθρο 84 παρ.2 περ. α' του Π.Κ., το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα. Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "Σύννομη" έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ` αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη.
Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.
Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν` αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού.
Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για την θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Έτσι, όταν η ποινή, μετά την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, τελεί σε προφανή δυσαναλογία με την βαρύτητα του εγκλήματος και την ποινική απαξία της πράξης ως και την επελθούσα από το έγκλημα βλάβη, η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται (Ολ.ΑΠ 2/2022).β) κατά το άρθρο 84 παρ.2 περ. β' του Π.Κ., το ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια.
Για τη στοιχειοθέτηση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ130/2017).
Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 295/2015). Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 988/2019, ΑΠ 1156/2019, ΑΠ 453/2016).και γ)κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ.
ε' του Π.Κ., το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει δε η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ., η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη.
Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ισχύοντος Π.Κ. προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτησή του.
Εν όψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα(ΑΠ 812/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, δια του συνηγόρου της, προέβαλε αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α',β'και ε' του Π.Κ. Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, επί λέξει, τα ακόλουθα: "Ωστόσο, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω υπαίτια έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, του λευκού ποινικού μητρώου όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής (ΑΠ 1466/2019) και για το λόγο δε αυτό κρίνεται ότι πρέπει να μην της αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α Π.Κ.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα κατηγορουμένη ωθήθηκε στην ως άνω πράξη της από μη ταπεινά αίτια, καθώς δεν αποδείχθηκε κάποιο σχετικό πραγματικό περιστατικά σχετικά με τα αίτια που την ώθησαν στην πράξη για την οποία καταδικάστηκε. Τέλος, προκύπτει ότι δεν συντρέχουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, περιστατικά που να δικαιολογούν την αναγνώριση στο πρόσωπο της εκκαλούσας κατηγορουμένης του ελαφρυντικού της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (84 παρ.2 ε' του Π.Κ.), διότι η συμπεριφορά αυτής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ηθική και ψυχική μεταστροφή της, δεδομένου ότι η στάση αυτή αναγκαίως συνδέεται με την αποδοκιμασία της αξιόποινης πράξης, που τελέστηκε, κάτι που δεν αποδείχθηκε με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ η τυχόν μεταγενέστερη καλή διαγωγή και συμπεριφορά αυτής δεν αποδείχθηκε ότι προέρχεται από αγαθή προαίρεση, αλλά κρίνεται υποκριτική, οφειλόμενη στην ελπίδα της να επιτύχει την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού.
Για το λόγο δε αυτό κρίνεται ότι πρέπει να μην αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε Π.Κ στην εκκαλούσα κατηγορουμένη".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠοινΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το εν λόγω Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε ανέλεγκτα στις ουσιαστικές παραδοχές, ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατά τα άνω απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση των προαναφερθέντων ελαφρυντικών από την διάταξη του άρθρου 84 παρ.2, α', β' και ε', αφού δέχτηκε:
α) ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α', ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της δεδομένου οτι πέραν του λευκού ποινικού μητρώου της δεν αποδείχτηκε ότι αυτή έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα. β) ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 β', ότι δεν αποδείχτηκε ότι αυτή ωθήθηκε στην τέλεση της ως άνω πράξεως από μη ταπεινά αίτια, καθώς δεν αποδείχτηκε κάποιο σχετικό πραγματικό περιστατικό σχετικά με τα αίτια που την ώθησαν στην πράξη για την οποία καταδικάστηκε.
Και τέλος γ) ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε', ότι η επικληθείσα συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ηθική και ψυχική μεταστροφή αυτής, καθόσον η τυχόν μεταγενέστερη καλή διαγωγή και συμπεριφορά αυτής, δεν αποδείχτηκε ότι προέρχεται από αγαθή προαίρεση, αλλά κρίνεται υποκριτική οφειλόμενη στην ελπίδα να επιτύχει την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού.
Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η κρινομένη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του ΚΠΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αρ. πρωτ. ...2023 αίτηση της Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Αυγούστου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ