Legislator Case Law & Legislation
1029/2023 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against municipal law on Christmas gifts and dismissal compensation.

Case Number 1029/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court of Athens regarding municipal law on Christmas gifts and dismissal compensation. The appellants argued for a violation of specific laws governing municipal financial obligations and dismissal indemnities, while the respondent maintained the lower court's decision was substantively unfounded. The court ruled that the appeal was partially valid concerning the specified years and items, ordering a remittal for further examination while awarding legal costs to the successful appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 para. 1 of Law 1082/1980; Article 1 para. 2 of the 19040/1981 Ministerial Circular; Article 1 para. 1 and 2 of Law 539/1945; Article 3 para. 16 of Law 4504/1966; Articles 5 para. 1, 6 para. 1 and 7 para. 2 of Presidential Decree 164/2004: The Supreme Court may partially allow an appeal if the lower court's decision violates specific statutory provisions regarding municipal financial obligations and dismissal compensation, necessitating a remittal for further examination.

Keywords

AI generated
municipal law Christmas gifts dismissal compensation partial appeal legal costs remittal for retrial statutory violation

Cited Legislation

AI generated
Article 1 para. 1 of Law 1082/1980
Article 1 para. 2 of the 19040/1981 Ministerial Circular on Economics and Labor
Article 1 para. 1 and 2 of Law 539/1945
Article 3 para. 16 of Law 4504/1966
Articles 5 para. 1, 6 para. 1 and 7 para. 2 of Presidential Decree 164/2004
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 para. 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1029 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1029/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Μ. Ε. του Μ., κατοίκου ..., 4)Β. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Δ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 6) Θ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 7) Ρ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 8) Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 9) Κ. Η. του Κ., κατοίκου ...,10) Ζ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 11) Κ. Α. του Σ. - Ι., κατοίκου ..., 12) Α. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 13) Π.

Α. του Γ., κατοίκου ..., 14) Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 15) Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ...,16) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 17) Λ. Μ. του Κ., κατοίκου ...,18) Κ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 19) Λ. Γ. του Η., κατοίκου ... (περιοχή ...), 20) Π. Ε. του Β., κατοίκου ..., 21) Κ. Α. του Η., κατοίκου ..., 22) Τ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 23) Γ. - Α. Β. του Σ., κατοίκου ..., 24) Π. Α. του Δ., κατοίκου ..., 25) Μ.

Δ. του Σ., κατοίκου ..., 26) Κ. Ά. του Δ., κατοίκου ..., 27) Β. Χ.- Ε. του Ι., κατοίκου ..., 28) Μ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 29) Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 30) Τ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 31) Κ. Η. του Δ., κατοίκου ..., 32) Β. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 33)Λ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 34) Κ. Β. του Α., κατοίκου ..., 35) Τ. Ν. του Α., κατοίκου ... 36) Κ. Χ. του Θ., κατοίκου .... Εκ των ανωτέρω αναιρεσειόντων οι με α/α 1η, 18η, 27η, 29ος παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δ.

Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Οι με α/α: 8ος, 9ος,12ος, 19η, 25ος και 36ος των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν μετά κι όλοι οι λοιποί αναιρεσείοντες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δ. Βερβεσού, ο οποίος δήλωσε ότι ο με α/α 31ος Η. Κ., παραιτείται του από 30-1-2019 δικογράφου της αναίρεσης και των από 31-5-2021 πρόσθετων λόγων αυτής.

Ο ανωτέρω πληρεξούσιος διορίζει και τον πληρεξούσιο Δημητρίο Ζερδελή ως προς την εκπροσώπηση όλων των παραστάντων αναιρεσειόντων και οι δύο κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Δημοτικού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (...) ως καθολικού διαδόχου του Δημοτικού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευγενίας Δημητροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2302/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, εκδόθηκε η 3156/2017 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και 2139/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-1-2019 αίτησή τους και τους από 31-5-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 849/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 2-6-2022 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και εξ αυτών οι δεύτερη έως δεκάτη εβδόμη, δεκάτη ενάτη έως εικοστή έκτη, εικοστός όγδοος, τριακοστή και τριακοστή δεύτερη έως τριακοστό έκτο, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, την καταδίκη του αναναιρεσιβλήτου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1 εδ. α', 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, το οποίο έχει ασκηθεί, μπορεί να γίνει είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και την κλήτευσή του στην ορισθείσα συζήτηση, αφού αυτός και αν ακόμη είχε κληθεί και παρασταθεί, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 351/2004).

Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από τον διάδικο ή τον δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν, ή από το δικαστήριο και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλον.

Με βάση τα ανωτέρω, η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης (δικόγραφο ή δικαίωμα) μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση του παραιτουμένου, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια, ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 742/2017, ΑΠ 649/2016).

Με τις παραπάνω διατάξεις ορίζονται αποκλειστικώς οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να χωρήσει η παραίτηση από το δικογράφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 1187/1981, ΑΠ 310/2023, ΑΠ 71/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 471/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 15-9-2020 κλήση τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν τον ορισμό νέας δικασίμου προς εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, μετά από ματαίωση της συζήτησης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7-1-2020, ορίσθηκε δε νέα δικάσιμος προς συζήτηση αυτής η 12-1-2021 (οπότε ματαιώθηκε και πάλι, κατόπιν δε αλλεπάλληλων αναβολών και ματαιώσεων ορίσθηκε νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας).

Με την ίδια ως άνω κλήση, ο τριακοστός πρώτος των καλούντων - αναιρεσειόντων, Η. Κ. του Δ., δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης. Ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ανωτέρω κλήσης επιδόθηκε ακολούθως προς το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 6809/11-11-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ..

Δ.. Περαιτέρω, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο ως άνω αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δήλωσε ότι ο εντολέας του παραιτείται από το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, η δήλωση δε αυτή καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης.

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η ως άνω παραίτηση έγινε νομότυπα και έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής θεωρούνται πως δεν ασκήθηκαν ως προς τον παραιτηθέντα τριακοστό πρώτο αναιρεσείοντα και, ως εκ τούτου, επιφέρει την κατάργηση της δίκης ως προς αυτόν. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος του παραιτηθέντος διαδίκου, καθόσον το αναιρεσίβλητο δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα έξοδα ως προς αυτόν.

Με την υπό κρίση από 30-1-2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1153/ 83/2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 2139/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 3-3-2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2302/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 17-9-2013 (αριθ.

έκθ. κατάθεσης 122654/4547/2013) αγωγή αυτών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ και δη, ως νόμω αβάσιμη ως προς τους τρίτο έως και τριακοστό έκτο των εναγόντων και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τις πρώτη και δεύτερη τούτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ.

β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), όσον αφορά όλους τους αναιρεσείοντες πλην του παραιτηθέντος τριακοστού πρώτου, Η.

Κ. του Δ.,. Περαιτέρω, με το από 31-5-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 58/8-6-2021) αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (βλ. υπ' αριθ. 8506/29-6-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ..

Δ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες), οι τελευταίοι άσκησαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17-9-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 122654/4547/2013) αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν ημερομηνίες προσελήφθησαν, υπό την ιδιότητά τους ως γυμναστών, από το δημοτικό ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", στη θέση του οποίου υπεισήλθε αυτοδικαίως, ως καθολικός διάδοχος αυτού, το εναγόμενο δημοτικό ΝΠΔΔ λόγω συγχώνευσης των νομικών προσώπων του Δήμου Αθηναίων δυνάμει της υπ' αριθ. 1302/14-11-2011 απόφασης του οικείου δημοτικού συμβουλίου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 103 του Ν. 3852/2010 και 241 του Ν. 3463/2006.

Ότι δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή διαδοχικών συμβάσεων, οι οποίες χαρακτηρίζονταν, κατ' επίφαση, από τον εργοδότη ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και ακολούθως ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθόσον τελούσαν υπό τις οδηγίες, τις εντολές και τον έλεγχο του τελευταίου ως προς τον τόπο, τον χρόνο, το είδος και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους και επιπλέον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, παρείχαν τις υπηρεσίες τους, ως γυμναστές, συνεχώς και αδιαλείπτως από την πρόσληψή τους έως τη λήξη της τελευταίας σύμβασης, την 1-7-2010, την 17-7-2010 και την 9-8-2010 κατά περίπτωση, οπότε ο ως άνω εργοδότης έπαυσε να αποδέχεται αυτές.

Ότι δυνάμει προσωρινών διαταγών, που εκδόθηκαν επί ασκηθεισών από αυτούς αιτήσεων λήψης ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, συνέχισαν να απασχολούνται, αρχικά στον ... και από την 30-11-2011 στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, οι μεν πρώτη έως και τριακοστός πέμπτος από 20-7-2010 έως 23-5-2012, ο δε τριακοστός έκτος από 25-10-2010 έως 23-5-2012.

Ότι, ακολούθως, με την υπ' αριθ. 9792/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ασφ. μέτρων) το εναγόμενο υποχρεώθηκε να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες τους και έτσι συνέχισαν να απασχολούνται σε αυτό από 30-8-2013 έως την άσκηση της αγωγής. Ζήτησαν δε: Α) με βάση την Οδηγία 1999/70 ΕΚ και τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και του Π.Δ. 164/2004 α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την πρόσληψή τους, άλλως από την πρώτη ανανέωση της αρχικής σύμβασης, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφαση που θα εκδοθεί, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, για διαφορές αποδοχών σε σχέση με τους απασχολούμενους από αυτό γυμναστές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2003 έως και Ιούλιο 2006, τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής, δ) κατόπιν μερικού περιορισμού του προκείμενου καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει, για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2006 έως και 2012, κατά τα οποία τους απασχολούσε με συμβάσεις κατ' επίφαση χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, το ποσό των 5.625 ευρώ και να υποχρεωθεί τούτο να τους καταβάλει, για την ίδια αιτία, το ποσό των 9.250 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ε) κατόπιν περιορισμού του προκείμενου καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 24-5-2012 έως 30-8-2013, το συνολικό ποσό των 20.268,75 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, Β) επικουρικά, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 103 του Ν. 3852/210 και 241 του Ν. 3463/2006, άλλως με βάση τις διατάξεις του άρθρου 4 του Π.Δ. 178/2002, α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφαση που θα εκδοθεί, β) κατόπιν περιορισμού του προκείμενου καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 24-5-2012 έως 30-8-2013, το συνολικό ποσό των 20.268,75 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, Γ) επικουρικά, με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (914 ΑΚ) και κατόπιν περιορισμού του προκείμενου καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 20.268,75 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το οποίο αντιστοιχεί στους μισθούς του χρονικού διαστήματος από 24-5-2012 έως 30-8-2013, που απώλεσαν εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, το οποίο αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερθείσες υπηρεσίες τους, Δ) επικουρικά, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 του Π.Δ. 164/2004 και των νόμων 2112/1920 και 3198/1955, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 4.375 ευρώ ή 5.833,33 ευρώ, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής, Ε) επικουρικά, με βάση την αρχή της μη διάκρισης (άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004), άλλως την αρχή της ισότητας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος), άλλως τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, για διαφορές αποδοχών σε σχέση με τους απασχολούμενους από αυτό γυμναστές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2003 έως και Ιούλιο 2006, τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 2302/2014 απόφασή του απέρριψε την αγωγή και δη, ως προς μεν τους τρίτο έως και τριακοστό έκτο των εναγόντων ως νόμω αβάσιμη, ως προς δε τις πρώτη και δεύτερη τούτων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της ως άνω απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την από 3-3-2015 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 2139/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.

Ειδικότερα, με την ως άνω εφετειακή απόφαση κρίθηκε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της (κύρια και επικουρικές), με επάλληλη δε αιτιολογία ότι είναι και κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Ι) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται επίσης από την προβλεπόμενη στο άρθρο 681 του ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο από τον μισθωτό, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών κλπ. (ΑΠ 142/2022, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 2202/2014, ΑΠ 1080/2014). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου αυτή παύει αυτοδικαίως να ισχύει.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 142/2022, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Εάν όμως η σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, χωρίς η καταγγελία να λάβει χώρα εγγράφως και χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, η καταγγελία είναι άκυρη κατά τα άρθρα 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, με συνέπεια να μην επιφέρει τη λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης να υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 142/2022, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του Α.Ν. 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Οι διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (ή συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας, που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία), ανεξαρτήτως αν αυτές έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα και, ενώ αυτές κατά τη γραμματική τους διατύπωση αναφέρονται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκαν γενικότερα σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχουσες μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 142/2022).

Στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ή έργου) ορισμένου χρόνου ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 142/2022, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 1664/2007).

Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού, από το δικαστήριο, της έννομης σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 142/2022).

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του μεταγενέστερου Ν. 2190/1994 ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με διάρκεια απασχόλησης που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε' του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων, διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του ΠΚ και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας, περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64), 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ. 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού, ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που ορίζονται αντιστοίχως από τις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2527/1997, με τον οποίο τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, ορίστηκε ότι για τη σύναψη σύμβαση μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. του Αστικού Κώδικα ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγουμένη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή μερική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεστεί από τους υπαλλήλους του, ότι με τη σύμβαση μίσθωσης έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και λεπτομέρειες σχετικώς με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου και ότι σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη, ενώ με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου (αναριθμηθείσα σε παρ. 9 με το Ν. 3812/2009) ορίστηκε ότι για συμβάσεις μίσθωσης έργου από τους ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα, την απόφαση της παρ. 1 εκδίδει ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Περιφέρειας ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο.

Με τις παρ. 2, 3 και 4 του ίδιου άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης των διαδοχικών συμβάσεων έργου μεταξύ των διαδίκων, πριν την αντικατάσταση της πρώτης από τις πιο πάνω παραγράφους και την αναρίθμηση όλων με το άρθρο 10 του Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ορίστηκε ότι για την έκδοση της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόφασης, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται κατά τις ισχύουσες διατάξεις, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου, που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία (παρ. 2 αναριθμηθείσα σε παρ. 5 με το Ν. 3812/2009 και παράλληλη τροποποίησή της με την ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας στο ΑΣΕΠ), ότι ανανέωση ή παράταση της σύμβασης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη, ότι παράταση του χρόνου παράδοσης του έργου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου, ότι απασχόληση του αναδόχου σε έργα ή εργασίες άσχετες με εκείνες που περιγράφονται στη σύμβαση απαγορεύονται και συνεπάγονται τον καταλογισμό ολικώς ή μερικώς της αμοιβής του αναδόχου σε βάρος του υπευθύνου υπηρεσιακού οργάνου, ότι ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 3 αναριθμηθείσα σε παρ. 6 με το Ν. 3812/2009) και ότι προϊστάμενοι υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων παραπέμπονται υποχρεωτικώς στην αρμόδια πειθαρχική διαδικασία κατά τις οικείες διατάξεις και διώκονται αυτεπαγγέλτως ή κατ' έγκληση οποιουδήποτε πολίτη για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (παρ. 4 αναριθμηθείσα σε παρ. 7 με το Ν. 3812/2009).

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α' 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Π.Δ. 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, επίσης, ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 ούτε και με άλλο ειδικό νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα, που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο Ν. 2190/1994 για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΑΠ 142/2022).

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Ειδικότερα, η Οδηγία αυτή παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Ειδικότερα, με το Π.Δ. 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, θεσπίστηκαν νομοθετικά μέτρα για το απασχολούμενο προσωπικό στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθρα 2 παρ. 1 και 3 στοιχ.

γ' αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το Π.Δ. 164/2004, των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω Οδηγίας, έγινε, αφού ελήφθησαν υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, οι ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξ ου και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23-4-2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Μάλιστα με την ως άνω απόφαση κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το Π.Δ. 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρεχόταν υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου των απασχολούμενων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της Οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μπορούν να αντισταθμίζονται με την έκδοση μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επ.

ιδίως σκέψη 146). Ειδικότερα, με το άρθρο 5 παρ. 1 του ως άνω Π.Δ/τος ορίστηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 2 του ίδιου Π.Δ/τος ορίστηκε ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής σύμβασης συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. Με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου (που δεν αφορά την ένδικη υπόθεση).

Με το άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου Π.Δ/τος ορίστηκε, επίσης, ότι συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας.

Τέλος, με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του εν λόγω Π.Δ/τος ορίστηκε ότι οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 αυτού είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 1) και ότι σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέστηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά και ότι δεν αναζητούνται τυχόν καταβληθέντα, ο δε εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για τον χρόνο που εκτελέστηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, εάν δε οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις.

Με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου προβλέφθηκαν ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος του παραβαίνοντος τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω Π.Δ/τος, ενώ με το τελευταίο εδάφιο της προηγούμενης παρ. 2 ορίστηκε ότι τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο.

Ενόψει δε του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτιστεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημόσιου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίστηκε στην παρ. 1 ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση." Με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης." Επομένως, η ως άνω μεταβατικού χαρακτήρα ρύθμιση του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση που κατά την έναρξη της ισχύος αυτού (19-7-2004) δεν είχε συμπληρωθεί ο κατά το εδάφιο α' ελάχιστος χρόνος διάρκειας των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας στον ίδιο φορέα.

Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εκ των οποίων η πρώτη καταρτίστηκε με το Δημόσιο κλπ. μετά τις 18 Απριλίου 2001, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι ως άνω Συνταγματικές διατάξεις, και παράλληλα δεν συντρέχει κάποια ή κάποιες από τις προϋποθέσεις της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει.

Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν βρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19-7-2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 142/2022).

ΙΙ) Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτό τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 2/2016, 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 1563/2021, ΑΠ 2101/2014), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009, ΑΠ 1563/2021).

Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, συντελείται παραβίαση της αρχής της ισότητας και η διάκριση αυτή είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτόν αίρεται η δημιουργηθείσα ανισότητα (ΑΠ 474/2022, ΑΠ 1563/2021, ΑΠ 832/2015, 62/2015, 955/2014).

Ειδικότερη εκδήλωση της ως άνω κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, αποτελεί η καθιερούμενη από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, που εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολούμενων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 1563/2021).

Η εφαρμογή των ως άνω συνταγματικών αρχών προϋποθέτει εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας. Στις προαναφερθείσες, όμως, περιπτώσεις των άρθρων 5, 6 και 7 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004 και 6 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 2527/1997, πρόκειται για εργαζόμενους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και με συμβάσεις μίσθωσης έργου αντίστοιχα, χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων από τις ανωτέρω διατάξεις νόμιμων διαδικασιών και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει απλής σχέσης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος) ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιον συμβασιούχο (ΑΠ 139/2020, ΑΠ 1670/2018, ΑΠ 110/2017). Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 139/2020, 1670/2018, ΑΠ 1805/2017).

ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 241 παρ. 1 του Ν. 3463/2006, όπως τούτο ίσχυε κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η συγχώνευση των νομικών προσώπων του Δήμου Αθηναίων και η, συνεπεία αυτής, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του εναγομένου στη θέση του δημοτικού νομικού προσώπου με την επωνυμία "..." δυνάμει της υπ' αριθ. 1302/14-11-2011 απόφασης του οικείου δημοτικού συμβουλίου, "1.

Η συγχώνευση δημοτικών ή κοινοτικών νομικών προσώπων σε ένα νομικό πρόσωπο, συναφούς σκοπού, γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης για τη συγχώνευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το νέο νομικό πρόσωπο, στο οποίο συγχωνεύθηκαν τα άλλα, υποκαθίσταται αυτοδικαίως και χωρίς καμία άλλη διατύπωση, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συγχωνευθέντων νομικών προσώπων, εξομοιούμενο με καθολικό διάδοχο.

Με απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου καθορίζονται οι αναγκαίες θέσεις του προσωπικού που υπηρετεί στα παραπάνω δημοτικά ή κοινοτικά νομικά πρόσωπα, οι οποίες μεταφέρονται αυτοδικαίως στο νέο δημοτικό ή κοινοτικό νομικό πρόσωπο. Τυχόν πλεονάζουσες θέσεις μεταφέρονται με τον ίδιο τρόπο στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Στις θέσεις αυτές με την ίδια απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου εντάσσεται, αυτοδικαίως, το προσωπικό με την ίδια σχέση με την οποία υπηρετούσε στα συγχωνευόμενα νομικά πρόσωπα." Περαιτέρω, με το άρθρο 103 του Ν. 3852/2010 ορίζεται ότι "1. Κάθε δήμος μπορεί να συνιστά ή να έχει: α) Έως δύο (2) νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ένα για τους τομείς αρμοδιοτήτων κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης και παιδείας και ένα για τους τομείς πολιτισμού, αθλητισμού και περιβάλλοντος, όπως αυτοί προβλέπονται στο άρθρο 75 του ν. 3463/2006, όπως ισχύει.... 4.

Με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την εγκατάσταση των νέων δημοτικών αρχών, ορίζονται το όνομα, ο σκοπός, η Διοίκηση, η περιουσία και οι πόροι του νομικού προσώπου που προκύπτει από τη συγχώνευση. Η πράξη αυτή μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχου νομιμότητας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.... 5.

Από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το νέο νομικό πρόσωπο που δημιουργείται, υποκαθιστά αυτοδικαίως τα νομικά πρόσωπα που συγχωνεύθηκαν σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, στα οποία περιλαμβάνονται και όσα προκύπτουν από συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι τη λήξη τους, εξομοιούμενο με καθολικό διάδοχο.... 8.

Το μόνιμο προσωπικό, το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι νομικοί σύμβουλοι, καθώς και οι δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής, των νομικών προσώπων που συγχωνεύονται, καθίσταται αυτοδικαίως προσωπικό και παρέχει τις υπηρεσίες του στο νέο νομικό πρόσωπο που προκύπτει από τη συγχώνευση, με την ίδια σχέση εργασίας και έμμισθης εντολής." Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το νέο νομικό πρόσωπο, που δημιουργείται από τη συγχώνευση των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ενός Δήμου, υπεισέρχεται αυτοδικαίως, ως εργοδότης, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από συναφθείσες μεταξύ των συγχωνευθέντων νομικών προσώπων και τρίτων συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι τη λήξη τους.

Μετά τη λήξη δε των ανωτέρω συμβάσεων, έστω και αν αυτές χαρακτηρίζονταν κατ' επίφαση ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου, ενώ στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, το νέο νομικό πρόσωπο δεν υποχρεούται να συνεχίσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εργαζομένων.

Και τούτο, διότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις δεν γίνεται διάκριση μεταξύ εγκύρων συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, για τη σύναψη των οποίων τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες και οι οποίες παύουν να ισχύουν με την επέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου λήξης αυτών, και ακύρων τοιούτων λόγω μη τήρησης των νόμιμων διαδικασιών, οι οποίες καταρτίστηκαν για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του φορέα απασχόλησης.

Συνεπώς, η άρνηση του προκύπτοντος από τη συγχώνευση νέου νομικού προσώπου να συνεχίσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες των ως άνω εργαζομένων μετά τη λήξη των συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν συνάψει με το συγχωνευθέν νομικό πρόσωπο, δεν καθιστά το νέο νομικό πρόσωπο υπερήμερο ούτε συνιστά τελεσθείσα εκ μέρους αυτού αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ.

IV) Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7-1920. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου".

Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης υπ' αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων.

Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχεία α' και γ') (ΑΠ 435/2022, ΑΠ 322/2022, ΑΠ 317/2022).

Περαιτέρω, με το άρθρο 4 παρ. 1 του ως άνω Π.Δ/τος ορίζεται ότι "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο." Από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι ο διάδοχος υπεισέρχεται στη θέση του αρχικού εργοδότη και έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με αυτόν από συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας του τελευταίου με τρίτους, μη υποχρεούμενος (ο διάδοχος) να συνεχίσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εργαζομένων, εφόσον η σύμβαση ή σχέση εργασίας, που τους συνέδεε με τη μεταβιβασθείσα ή συγχωνευθείσα επιχείρηση, έχει λήξει.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όσον αφορά αμφότερα τα σκέλη της, ήτοι εκείνο με το οποίο η ένδικη αγωγή κρίθηκε ως νόμω αβάσιμη τόσο κατά την κύρια όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις της, καθώς και εκείνο με το οποίο, με επάλληλη αιτιολογία, κρίθηκε η ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ειδικότερα, με τον ανωτέρω λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 8 του Ν. 2112/1920, 103 παρ. 1 και 8 του Ν. 3852/2010 σε συνδ. με τα άρθρα 241 και 269 του Ν. 3463/2006, 4 του Π.Δ. 178/2002, 904 επ. ΑΚ, 7 παρ. 2 του Π.Δ. 164/2004, 4 και 5 του Ν. 3198/1955 σε συνδ.

με τα άρθρα 3 του Ν. 2112/1920, 1 της υπ' αριθ. 19040/1981 Υ.Α. (Οικονομικών και Εργασίας) και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, 3 και 4 του Π.Δ. 81/2003, 3 και 4 του Π.Δ. 164/2004 σε συνδ. με τα άρθρα 4 και 22 παρ. 1β'του Συντάγματος, καθώς και τη ρήτρα 4 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.

Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (πλην του τριακοστού πρώτου, Η. Κ. του Δ., ο οποίος παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, όπως προελέχθη) ισχυρίστηκαν ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους, ως γυμναστές, στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." δυνάμει των ακόλουθων συμβάσεων: 1. Κ. Γ. του Δ.. Αρχική πρόσληψη 16/10/01-31/08/02 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (10 μήνες και 15 ημέρες) 1η Ανανέωση 11/09/02 - 30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες 19 ημέρες) 2η Ανανέωση 20/10/03 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 3η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 5η Ανανέωση 13/09/06 - 13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 08/10/07 - 08/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 7η Ανανέωση 07/10/08 - 07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 8η Ανανέωση 01/10/09 -1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

2. Α. Κ. του Κ. Αρχική πρόσληψη 07/11/01-30/6/02 με σύμβαση εργασίας "ορισμένου χρόνου" (7 μήνες και 23 ημέρες) 1η Ανανέωση 10/09/02 - 30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 10 ημέρες) 2η Ανανέωση 20/10/03 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 3η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 5η Ανανέωση 14/09/06 - 14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 6η Ανανέωση 17/10/07 - 17/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 7η Ανανέωση 24/10/08 - 24/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 8η Ανανέωση 01/10/09 -1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

3. Μ. Ε. του Μ. Αρχική πρόσληψη 20/10/2003-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06-13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 4η Ανανέωση 26/11/07-26/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (7 μήνες) 5η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09 -1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

4. Β. Δ. του Γ. Αρχική πρόσληψη 20/10/2003-30/06/2004 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06-13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 4η Ανανέωση 26/11/07-26/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(7 μήνες) 5η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09 -1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

5. Δ. Ν. του Π. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06 - 13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 5η Ανανέωση 01/11/07-01/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (7 μήνες) 6η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 7η Ανανέωση 01/10/09 -1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

6. Θ. Δ. του Α. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" ( 11 μήνες) 3η Ανανέωση 14/09/06 - 14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 4η Ανανέωση 01/11/07 -1/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (7 μήνες) 5η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09-01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες).

7. Ρ. Ν. του Κ. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06 - 13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 4η Ανανέωση 01/11/07-01/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(7 μήνες) 5η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09 -1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

8. Σ. Κ. του Ι. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06-13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 4η Ανανέωση 01/11/07 -1/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (7 μήνες) 5η Ανανέωση 24/10/08 -24/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09 -1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

9. Κ. Η. του Κ. Αρχική πρόσληψη 14/04/03-30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (2 μήνες και 16 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/10/03 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 2η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 13/09/06-13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 5η Ανανέωση 01/11/07-01/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (7 μήνες) 6η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 7η Ανανέωση 01/10/09-01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

10. Ζ. Α. του Ν. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/7/04-20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 4/10/05-4/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06-13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" στις (9 μήνες) 4η Ανανέωση 01/11/07-01/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (7 μήνες) 5η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09 -1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

11. Κ. Α. του Σ. - Ι. Αρχική πρόσληψη 11/09/02-30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 19 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 2η Ανανέωση 21/7/04-21/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06-13/09/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (12 μήνες) 5η Ανανέωση 17/10/07-01/09/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 1/2 μήνες) 6η Ανανέωση 09/09/08-09/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 8η Ανανέωση 03/09/09 -17/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 1/2 μήνες).

12. Α. Χ. του Ι. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 4/10/05- 4/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 14/09/06 - 14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 4η Ανανέωση 01/11/07 - 01/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (7 μήνες) 5η Ανανέωση 24/10/08 - 24/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09 -1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

13. Π. Α. του Γ. Αρχική πρόσληψη 11/09/02-30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 19 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/10/03 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 2η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 4/10/05 - 4/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 13/09/06 - 13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 5η Ανανέωση 01/11/07-01/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (7 μήνες) 6η Ανανέωση 24/10/08-24/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 7η Ανανέωση 01/10/09-1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

14. Μ. Κ. του Μ. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 21/07/04 - 21/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06-13/09/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (12 μήνες) 4η Ανανέωση 17/10/07-01/09/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 1/2 μήνες) 5η Ανανέωση 09/09/08-09/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 6η Ανανέωση 03/09/09-17/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 1/2 μήνες). 15. Γ. Σ. του Ν. Αρχική πρόσληψη 20/10/2003 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 14/09/06 - 14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 5η Ανανέωση 08/10/07-08/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (7 μήνες) 6η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 8η Ανανέωση 09/11/09-9/08/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

16. Γ. Κ. του Ι. Αρχική πρόσληψη 02/09/02-30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 28 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/10/03 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 2η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06 - 13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 4η Ανανέωση 02/11/07 -02/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (7 μήνες) 5η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09-01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

17. Λ. Μ. του Κ. Αρχική πρόσληψη 11/09/02-30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 19 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/10/03 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 2η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 14/09/06-14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 8η Ανανέωση 26/10/07-26/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 9η Ανανέωση 24/10/08-24/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 10η Ανανέωση 01/10/09-1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

18. Κ. Σ. του Κ. Αρχική πρόσληψη 11/09/02-30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 19 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/10/03 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 2η Ανανέωση 21/07/04 - 21/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 13/09/06-13/09/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (11 μήνες) 5η Ανανέωση 16/10/07-31/08/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 1/2 μήνες) 6η Ανανέωση 09/09/08-09/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 7η Ανανέωση 03/09/09-17/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 1/2 μήνες).

19. Λ. Γ. του Η. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06 - 13/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 4η Ανανέωση 29/10/07-29/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 5η Ανανέωση 24/10/08-24/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09-01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

20. Π. Ε. του Β. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 14/09/06-14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 4η Ανανέωση 17/10/07-17/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 5η Ανανέωση 24/10/08-24/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09 -1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

21. Κ. Α. του Η. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 21/07/04 - 21/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 14/09/06-14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 4η Ανανέωση 02/11/07-02/08/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 5η Ανανέωση 09/09/08-09/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 6η Ανανέωση 03/09/09-17/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 1/2 μήνες).

22. Τ. Σ. του Δ.. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 14/09/06-14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 5η Ανανέωση 08/10/07-08/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 6η Ανανέωση 10/11/08-10/08/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 7η Ανανέωση 01/10/09 -1/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

23. Γ.-Α. Β. του Σωτηρίου Αρχική πρόσληψη 09/09/02-30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 21 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/10/03 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 2η Ανανέωση 21/07/04 - 21/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 13/09/06 - 13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 5η Ανανέωση 16/10/07-31/08/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 1/2 μήνες) 6η Ανανέωση 24/10/08-24/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 7η Ανανέωση 01/10/09-01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

24. Π. Α. του Δ.. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 14/09/06-14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 4η Ανανέωση 23/10/07-23/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 5η Ανανέωση 24/10/08-24/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09 -01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

25. Μ. Δ. του Σ. Αρχική πρόσληψη 11/09/02-30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 19 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/10/03 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 2η Ανανέωση 20/07/04-20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 14/09/06 - 14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 5η Ανανέωση 17/10/07-17/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 6η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 7η Ανανέωση 01/10/09 -01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

26. Κ. Ά. του Δ.. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 21/07/04 - 21/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06 - 13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 4η Ανανέωση 18/10/07-18/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 5η Ανανέωση 09/09/08-09/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(10 μήνες) 6η Ανανέωση 03/09/09-17/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(10 1/2 μήνες). 27. Β. Χ. - Ε. του Ι. Αρχική πρόσληψη 10/09/02-30/6/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 20 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/10/03 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 2η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 14/09/06-14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 5η Ανανέωση 08/10/07-08/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 7η Ανανέωση 01/10/09 -01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

28. Μ. Φ. του Γ. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 14/09/06 - 14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 5η Ανανέωση 06/11/07-06/08/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 6η Ανανέωση 26/01/09-13/06/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(5 μήνες) 7η Ανανέωση 01/10/09 -01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

29. Κ. Γ. του Ι. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 14/09/06-14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 4η Ανανέωση 08/10/07-08/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 5η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09 -01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

30. Τ. Σ. του Α. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 21/07/04 - 21/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06-13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 4η Ανανέωση 05/12/07-13/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (6 μήνες και 8 ημέρες) 5η Ανανέωση 14/10/08-14/08/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 6η Ανανέωση 03/09/09 -17/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 1/2 μήνες).

32. Β. Γ. του Ε. Αρχική πρόσληψη 26/10/01-30/06/02 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 4 ημέρες) 1η Ανανέωση 11/09/02 - 30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 19 ημέρες) 2η Ανανέωση 19/01/04 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (5 μήνες και 11 ημέρες) 3η Ανανέωση 21/07/04 - 21/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 04/10/05-04/9/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 5η Ανανέωση 14/09/06-14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 6η Ανανέωση 17/10/07-17/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 7η Ανανέωση 09/09/08-09/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 8η Ανανέωση 03/09/09-17/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου"(10 1/2 μήνες).

33. Λ. Κ. του Σ. Αρχική πρόσληψη 16/03/04-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (3 μήνες και 14 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 14/09/06 - 14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (10 μήνες) 4η Ανανέωση 09/10/07-09/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 5η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09-01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

34. Κ. Β. του Α. Αρχική πρόσληψη 11/09/02-30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 19 ημέρες) 2η Ανανέωση 19/01/04 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (5 μήνες και 11 ημέρες) 3η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 4/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 5η Ανανέωση 14/09/06 - 14/07/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 17/10/07-17/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 7η Ανανέωση 07/10/08-07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 8η Ανανέωση 01/10/09-01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

35. Τ. Ν. του Α. Αρχική πρόσληψη 20/10/03-30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 2η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 13/09/06 - 13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 4η Ανανέωση 07/11/07-07/06/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (7 μήνες) 5η Ανανέωση 24/10/08-24/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 01/10/09 -01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

36. Κ. Χ. του Θ. Αρχική πρόσληψη 02/09/02-30/06/03 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (9 μήνες και 28 ημέρες) 1η Ανανέωση 20/10/03 - 30/06/04 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (8 μήνες και 10 μέρες) 2η Ανανέωση 20/07/04 - 20/06/05 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 3η Ανανέωση 04/10/05 - 04/09/06 με σύμβαση "εργασίας ορισμένου χρόνου" (11 μήνες) 4η Ανανέωση 13/09/06 - 13/06/07 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 5η Ανανέωση 10/10/07- 10/07/08 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 6η Ανανέωση 07/10/08 - 07/07/09 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες) 7η Ανανέωση 01/10/09 -01/07/10 με σύμβαση "μίσθωσης έργου" (9 μήνες).

Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, πραγματικά περιστατικά, λεκτέα τα εξής: Α) Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. Ι μείζονα σκέψη, η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της εκ των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, του Π.Δ. 164/2004 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθόσον όλοι οι ενάγοντες προσελήφθησαν μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, ήτοι μετά την 17-4-2001, ενώ δεν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 1 και 5 του Π.Δ. 164/2004.

Ειδικότερα, όσον αφορά τους τρίτο έως και τριακοστή και τους τριακοστή δεύτερη έως και τριακοστό έκτο των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (ο τριακοστός πρώτος παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, όπως προελέχθη), δεν πληρούται η προϋπόθεση της συνολικής χρονικής διάρκειας διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ήτοι έως την 19-7-2004 (άρθρο 11 παρ. 1 περ.

α' του Π.Δ. 164/2004), ενώ όσον αφορά τις πρώτη και δεύτερη τούτων, οι συναφθείσες έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 συμβάσεις αυτών μετά του ... δεν είναι διαδοχικές κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 1 του ως άνω Π.Δ/τος, καθόσον μεταξύ αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών. Συγκεκριμένα, μεταξύ πρώτης και δεύτερης ανανέωσης της αρχικής σύμβασης αμφοτέρων των ως άνω εναγουσών, ήτοι μεταξύ 30-6-2003 που έληξε η πρώτη ανανέωση και 20-10-2003 που έλαβε χώρα η δεύτερη ανανέωση, μεσολαβεί χρονικό διάστημα τριών μηνών και είκοσι ημερών.

Συνεπώς, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι οι ενάγοντες καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους τελούσαν υπό τις οδηγίες, τις εντολές και τον έλεγχο του εργοδότη ως προς τον τόπο, τον χρόνο, το είδος και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους και επιπλέον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, δεν είναι δυνατή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Συνακόλουθα, είναι μη νόμιμα τα ερειδόμενα επί της κύριας βάσης της αγωγής αιτήματα, ήτοι: α) να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την πρόσληψή τους, άλλως από την πρώτη ανανέωση της αρχικής σύμβασης, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφαση που θα εκδοθεί, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, για διαφορές αποδοχών σε σχέση με τους απασχολούμενους από αυτό γυμναστές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2003 έως και Ιούλιο 2006, τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής, δ) κατόπιν περιορισμού του προκείμενου καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 24-5-2012 έως 30-8-2013, το συνολικό ποσό των 20.268,75 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στην υπό στοιχ. Ι μείζονα σκέψη ούτε την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999. Όσον αφορά όμως το αίτημα, κατόπιν περιορισμού αυτού από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει, για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2006 έως και 2012, κατά τα οποία τους απασχολούσε με συμβάσεις κατ' επίφαση χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, το ποσό των 5.625 ευρώ και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει, για την ίδια αιτία, το ποσό των 9.250 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, είναι νόμιμο, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ.

ΙΙ μείζονα σκέψη, οι εργαζόμενοι που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, έστω και ακύρως, δικαιούνται τις παροχές αυτές ευθέως εκ του νόμου. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε το ανωτέρω αίτημα ως μη νόμιμο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Β) Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. ΙΙΙ μείζονα σκέψη, η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την πρώτη επικουρική βάση της εκ των διατάξεων των άρθρων 241 του Ν. 3463/2006 και 103 του Ν. 3852/2010, συνακόλουθα δε, είναι μη νόμιμα τα ερειδόμενα επί της εν λόγω επικουρικής βάσης αιτήματα αυτής και ειδικότερα: α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφαση που θα εκδοθεί, β) κατόπιν περιορισμού του προκείμενου καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 24-5-2012 έως 30-8-2013, το συνολικό ποσό των 20.268,75 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 241 του Ν. 3463/2006 και 103 του Ν. 3852/2010. Γ) Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. IV μείζονα σκέψη, η αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της εκ του άρθρου 4 του Π.Δ. 178/2002, συνακόλουθα δε, είναι μη νόμιμα τα ερειδόμενα επί της εν λόγω επικουρικής βάσης αιτήματα αυτής και ειδικότερα: α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφαση που θα εκδοθεί, β) κατόπιν περιορισμού του προκείμενου καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 24-5-2012 έως 30-8-2013, το συνολικό ποσό των 20.268,75 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Π.Δ. 178/2002.

Δ) Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. ΙΙΙ μείζονα σκέψη, η αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς την τρίτη επικουρική βάση της εκ του άρθρου 914 ΑΚ, συνακόλουθα δε, είναι μη νόμιμο το ερειδόμενο επί της εν λόγω επικουρικής βάσης αίτημα αυτής, όπως τούτο περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 20.268,75 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το οποίο αντιστοιχεί στους μισθούς του χρονικού διαστήματος από 24-5-2012 έως 30-8-2013, που απώλεσαν εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, συνισταμένης σε άρνηση αποδοχής των προσηκόντως προσφερθεισών υπηρεσιών τους.

Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Ε) Όσον αφορά την τέταρτη επικουρική βάση της αγωγής εκ των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ. 164/2004, του Ν. 2112/1920 και του Ν. 3198/1955 και το επ' αυτής ερειδόμενο αίτημα, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 4.375 ευρώ ή 5.833,33 ευρώ, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής, η αγωγή είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. Ι μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, οι μεταξύ των εναγόντων και του ... συμβάσεις (χαρακτηριζόμενες είτε ως "εργασίας ορισμένου χρόνου" είτε ως "μίσθωσης έργου") καταρτίστηκαν κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ. 614/2004, καθόσον αφενός μεταξύ ορισμένων εκ των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων (οι οποίες αναλυτικά αναφέρονται πιο πάνω) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών (άρθρο 5 παρ. 1) και αφετέρου η συνολική χρονική διάρκεια αυτών υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες (άρθρο 6 παρ. 1).

Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ιδίου Π.Δ/τος, οι ενάγοντες δικαιούνται, για τον χρόνο που εκτελέσθηκαν οι ως άνω άκυρες συμβάσεις τους, να λάβουν ως αποζημίωση το ποσό που δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε το ανωτέρω αίτημα ως μη νόμιμο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 7 παρ. 2 του Π.Δ. 164/2004, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και έκρινε μη εφαρμοστέες, ενώ έπρεπε να τύχουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.

ΣΤ) Όσον αφορά τις πέμπτη, έκτη και εβδόμη επικουρικές βάσεις της αγωγής εκ των άρθρων 4 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004 (αρχή της μη διάκρισης), 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος (αρχή της ισότητας) και 904 επ. ΑΚ, αντίστοιχα, η αγωγή είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ.

ΙΙ μείζονα σκέψη, συνακόλουθα δε, είναι μη νόμιμο το ερειδόμενο επί των εν λόγω επικουρικών βάσεων αίτημα αυτής, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες, για διαφορές αποδοχών σε σχέση με τους απασχολούμενους από αυτό γυμναστές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2003 έως και Ιούλιο 2006, τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής.

Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 904 επ. ΑΚ.

Εξάλλου, στα άρθρα 559 και 560 του ΚΠολΔ ορίζονται περιοριστικά οι νομικές πλημμέλειες που συνιστούν λόγους αναίρεσης. Για να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή η αναίρεση, πρέπει να κριθεί υποστατός, παραδεκτός και βάσιμος ένας τουλάχιστον λόγος της. Αν η απόφαση, που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, έχει επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό και κάποια δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι που αφορούν τις λοιπές αιτιολογίες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 547/2018, ΑΠ 876/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους υπό κρίση πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 11γ' και αριθ. 19 ΚΠολΔ, όσον αφορά το σκέλος αυτής, με το οποίο κρίθηκε η ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την επικουρική βάση της εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ). Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αμφότεροι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε η ένδικη αγωγή, με επάλληλη αιτιολογία, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού προηγουμένως είχε κριθεί ως νόμω αβάσιμη κατά την ίδια επικουρική βάση και δη με αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, κατά τα προεκτεθέντα, δεδομένου ότι καθεμία από τις προαναφερόμενες επάλληλες αιτιολογίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ως άνω απορριφθείσα επικουρική βάση.

Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι εν μέρει βάσιμος, όσον αφορά την αιτίαση για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, 5 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 7 παρ. 2 του Π.Δ. 164/2004.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2139/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μόνον ως προς τα κεφάλαια που αφορούν την επιδίκαση α) δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας των ετών 2006 έως και 2010 και β) αποζημίωσης απόλυσης, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτά διάταξη περί δικαστικών εξόδων, ακολούθως δε, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δεύτερης έως δεκάτης εβδόμης, δεκάτης ενάτης έως εικοστής έκτης, εικοστού ογδόου, τριακοστής και τριακοστής δεύτερης έως τριακοστού έκτου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 966/2020, ΑΠ 612/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ οι πρώτη, δεκάτη ογδόη, εικοστή εβδόμη και εικοστός ένατος εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις ούτε υπέβαλε αίτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής ως προς τον τριακοστό πρώτο των αναιρεσειόντων -ασκούντων πρόσθετους λόγους αναίρεσης, Η. Κ. του Δ..

Αναιρεί εν μέρει, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, την υπ' αριθ. 2139/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας, καθώς και ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα των δεύτερης έως δεκάτης εβδόμης, δεκάτης ενάτης έως εικοστής έκτης, εικοστού ογδόου, τριακοστής και τριακοστής δεύτερης έως τριακοστού έκτου των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων πενήντα (850) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2023.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ