Legislator Case Law & Legislation
1029/2022 AI generated

Supreme Court dismisses lawyer's appeal for border area allowance, ruling statutory exclusion valid.

Case Number 1029/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the lawyer's appeal against the First Instance Court's rejection of her claim for a border area allowance. The court held that the specific statutory provisions explicitly exclude lawyers on retainer from this benefit, distinguishing their employment status from permanent civil servants. Consequently, the court found no unlawful discrimination and upheld the lower court's decision based on clear legislative intent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8(5) of Law 2470/1997; Articles 4(1), 22(1) of Law 4024/2011; Article 34 of Law 4354/2015; Article 15(2) of Law 4024/2011; Article 1 of Law 2470/1997: The legislature's clear intent to exclude lawyers on retainer from the border area allowance constitutes a lawful distinction based on different employment categories and does not amount to unlawful discrimination.

Keywords

AI generated
border area allowance lawyers on retainer public administration unlawful discrimination statutory exclusion equal treatment legal aid

Cited Legislation

AI generated
Article 8(5) of Law 2470/1997
Article 4(1) of Law 4024/2011
Article 22(1) of Law 4024/2011
Article 34 of Law 4354/2015
Article 15(2) of Law 4024/2011
Article 1 of Law 2470/1997
Article 63(4)(a) of Law 3026/1954
Article 42 of Law 4194/2013
Article 21(2)(e) of Law 3274/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1029 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1029/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Χ. του Δ., κατοίκου ... που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΞΑΝΘΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Ξάνθη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Ξανθόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν η 31/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-1-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22.1.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που εκδόθηκε επί της από 4.4.2018 εφέσεως του εναγομένου ν.π.δ.δ. κατά της υπ' αριθ. 31/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ξάνθης. Η ως άνω τελεσίδικη απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου Δήμου Ξάνθης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα δικηγόρος, επικαλούμενη σύμβαση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ζητούσε εκ της αρχής της ισότητας να της επιδικασθεί το επίδομα παραμεθορίων περιοχών, που ελάμβαναν οι μόνιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 31.12.2015. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα πριν από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Με το άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 2470/1997 <<αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις>> χορηγήθηκε επίδομα προβληματικών και παραμεθόριων περιοχών στους υπαλλήλους του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που υπηρετούν σε περιοχές, οι οποίες έχουν χαρακτηρισθεί ως προβληματικές και παραμεθόριες και μόνο για όσο χρόνο υπηρετούν σε αυτές.

Κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού στις διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1, υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι, το προαναφερόμενο επίδομα καταβάλλεται σε όλους τους υπαλλήλους, που υπηρετούν στις προαναφερόμενες περιοχές λόγω των ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζουν και αποτελεί κίνητρο για την παραμονή τους στις υπηρεσίες των περιοχών αυτών.

Ο νομός Ξάνθης με την ΔΙΔΑΔ/Φ.50/265/29847/30.10.1992 [ΦΕΚ Β'667/11.11.1992] κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 64 παρ.1 του νόμου 1943/1991 καθορίσθηκε ως προβληματική περιοχή Α' κατηγορίας, ενώ με το άρθρο 1 του Ν. 287/1976 ως παραμεθόρια περιοχή. Εξ άλλου με το Ν. 4024/2011 ρυθμίζονται μεταξύ άλλων μισθολογικά θέματα και σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 αυτού στις διατάξεις του υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου [ΙΔΑΧ] α] του Δημοσίου, β] των ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού, σύμφωνα δε με το άρθρο 14 αυτού οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από το βασικό μισθό και τα επιδόματα και τις παροχές των άρθρων 15, 17, 18, 19 και 29 του νόμου αυτού, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 αυτού στους υπαλλήλους που υπηρετούν σε απομακρυσμένες παραμεθόριες και προβληματικές περιοχές, όπως αυτές καθορίζονται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, χορηγείται επίδομα Απομακρυσμένων Παραμεθόριων περιοχών οριζόμενο σε εκατό [100] ευρώ μηνιαίως.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι του προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στην Υπηρεσία της περιοχής που δικαιολογεί την καταβολή του. Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.1 του Ν. 4024/2011 εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ. 2/17132/0022/2012 [ΦΕΚ Β'498], η οποία καθορίζει τις αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 και ισχύει από 1.11.2011.

Σύμφωνα με αυτήν στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής, στους φορείς της παραγρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.4024/2011, καταβάλλεται ο βασικός μισθός, που ορίζεται ανάλογα με το μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο κατατάσσονται και επί πλέον χρονοεπίδομα ανάλογα με τα έτη δικηγορίας, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και οικογενειακή παροχή, ως και επίδομα θέσης ευθύνης, γι αυτούς που ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας.

Ακόμη με το άρθρο 42 του Κώδικα Δικηγόρων [Ν. 4194/2013], ο οποίος κατ' άρθρο 166 του Ν.3584/2007 εφαρμόζεται και για τους δικηγόρους των Ο.Τ.Α.] ορίζεται ότι ο έμμισθος δικηγόρος, ο οποίος προσφέρει νομικές υπηρεσίες σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή, μπορεί να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο, ενώ με το άρθρο 21 παρ. 2 περιπτ.

ε' του Ν. 3274/2004 ορίζεται ότι οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται και απασχολούνται σε δήμους υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α. για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών.

Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται [ΑΠ 628/2020, 356/2016].

Περαιτέρω, στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση η εφεσίβλητος - ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4, 14 και 15 του Ν. 4024/2011 [που προβλέπουν τις αποδοχές και το επίδομα παραμεθορίων περιοχών, που καταβάλλεται, μεταξύ των άλλων υπαλλήλων και στους υπαλλήλους του Δημοσίου και των ΟΤΑ], την υπ' αριθμ. 2/17132/0022/28.2.2012 ΚΥΑ και το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, αφού εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο νόμος δεν προβλέπει γι' αυτήν, ως δικηγόρο, συνδεόμενη με τον αναιρεσίβλητο δήμο με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, την απονομή επιδόματος απομακρυσμένων και παραμεθόριων περιοχών, παραβλέποντας ότι σκοπός της χορήγησης του επιδόματος αυτού στους υπαλλήλους των ΟΤΑ, που υπηρετούν στο νομό Ξάνθης είναι η προσέλκυση και παραμονή υπαλλήλων προς στελέχωση περιφερειακών, απομακρυσμένων, δημόσιων υπηρεσιών, ΟΤΑ και εξυπηρέτηση, έτσι, της αναγκαιότητας για διοικητική αποκέντρωση, στόχος που αφορά και τους δικηγόρους, που υπηρετούν στους ΟΤΑ παραμεθορίων περιοχών με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής, δεχόμενη ακόμη ότι οι δικαιούχοι του επιδόματος προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στην Υπηρεσία της περιοχής, προϋπόθεση που δεν συντρέχει για τους δικηγόρους που υπηρετούν στους ΟΤΑ με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής στα πλαίσια της οποίας δεν απασχολούνται πλήρως και αποκλειστικά, αλλά με τους όρους του ελεύθερου επαγγέλματος.

Επί πλέον επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η καταβολή του εν λόγω επιδόματος αντίκειται στην ΚΥΑ οικ. 2/17132/0022/2012 [ΦΕΚ Β'498/28.2.2012], την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 Ν. 4024/2011, γιατί αυτή αφορά τις αποδοχές όλων των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής σε δημόσιους φορείς σε όλη την Ελλάδα, οι δε φορείς που εδρεύουν σε παραμεθόριες περιοχές αποτελούν μια ειδικότερη περίπτωση μη συμπεριληφθείσα στο ως άνω νομοθέτημα και δεν μπορεί εξ αυτού να συναχθεί συμπέρασμα ότι εισάγει εξαίρεση για τους δικαιούχους επί παγία αντιμισθία δικηγόρους, που συνδέονται με σύμβαση αορίστου χρόνου με τον οικείο Δήμο της παραμεθόριας περιοχής.

Όμως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε κατά τον επίδικο χρόνο το επίδομα παραμεθορίων περιοχών δικαιούνταν μόνο οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που υπηρετούν σε περιοχές, χαρακτηριζόμενες ως παραμεθόριες και προβληματικές, υπό την προϋπόθεση της παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του δικαιούχου υπό συνθήκες πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στην Υπηρεσία της περιοχής, γεγονός που δεν συντρέχει για τους δικηγόρους, που συνδέονται με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής, καθόσον οι τελευταίοι δύνανται κατά το άρθρο 42 του Κώδικα Δικηγόρων να αναλαμβάνουν υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον και κατά το άρθρο 21 παρ. 2 ε' του Ν. 3274/2004 έχουν υποχρέωση παραμονής τους στο Κατάστημα του ΟΤΑ μόνο για όσο χρόνο απαιτούν οι υπηρεσιακές συνθήκες, και κατά συνέπεια δεν συντρέχει γι αυτούς η προϋπόθεση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που ορίζει το άρθρο 15 παρ.2 του Ν. 4024/2011 για τους δικαιούχους του επιδόματος.

Επί πλέον η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/2012 [ΦΕΚ Β'498] εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 του ν. 4024/2011, προβαίνει σε περιοριστική απαρίθμηση των επιδομάτων που δικαιούνται οι δικηγόροι των ΟΤΑ, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το επίδομα παραμεθορίων περιοχών. Το γεγονός δε ότι, μεταγενέστερα, με το άρθρο 34 του Ν. 4354/2015 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011, που καθορίζει τους δικαιούχους του υπό κρίση επιδόματος, δεν καταλείπει περιθώριο παρερμηνείας για τη σαφή βούληση του νομοθέτη να αποκλείσει τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής από τους φορείς της παρ.1 του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011.

Τα υποστηριζόμενα ότι η ως άνω ΚΥΑ αναφερόμενη στις αποδοχές των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής σε όλη την Επικράτεια και μη περιλαμβάνουσα το ως άνω επίδομα, δεν άγει στο γενικό συμπέρασμα της εξαίρεσης από αυτήν των επί παγία αντιμισθία δικηγόρων, των οποίων η βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη είναι συνδεδεμένη με την αντίστοιχη των υπαλλήλων, δεν υπόκεινται σε λόγο αναίρεσης, γιατί αποτελούν επιχείρημα της αναιρεσείουσας.

Για τον ίδιο λόγο δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, το επιχείρημα της απόφασης του Εφετείου περί διορισμού δικηγόρων μόνο από τους υπηρετούντες στο οικείο πρωτοδικείο της περιοχής και ως εκ τούτου δεν εξυπηρετείται ο σκοπός του επιδόματος. Κατ' ακολουθίαν, η αναιρεσείουσα δεν πληροί τις προϋποθέσεις, που ορίζει ο νόμος για τη λήψη του επιδόματος παραμεθορίων περιοχών, το οποίο δεν δικαιούται εκ της αρχής της ισότητας, γιατί έστω και αν η βαθμολογική και μισθολογική της εξέλιξη είναι συνδεδεμένη με την αντίστοιχη των υπαλλήλων, πρόκειται για ανόμοιες κατηγορίες προσώπων και ανόμοιες καταστάσεις στον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους, η βούληση δε του νομοθέτη να αποκλείσει από το επίδικο επίδομα τους δικηγόρους, που συνδέονται με σχέση έμμισθης εντολής είναι σαφής με τις προϋποθέσεις που ορίζει για την καταβολή του και ως εκ τούτου δεν συντρέχει το στοιχείο της αδικαιολόγητης δυσμενούς διάκρισης σε σχέση με τους υπαλλήλους του Δήμου Ξάνθης.

Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου Δήμου και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 31/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, δίκασε την υπόθεση και έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, δεν έσφαλε, αφού δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 5 Ν. 2470/1997, 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 Ν. 4024/2011 κατ' εξουσιοδότηση του οποίου εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ 2/17132/0022/2012 [ΦΕΚ Β' 498/2012], 63 παρ. 4 α, 6 Ν. 3026/1954, 42 Ν. 4194/2013, 21 παρ. 2 περ. ε' Ν. 3274/2004.

Εν όψει των προαναφερομένων και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, ενώ έξοδα δεν θα επιβληθούν στην ηττώμενη αναιρεσείουσα, γιατί δεν υποβάλλεται σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.1.2021 με αριθ. καταθ. 3/22.1.2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 4/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ