Supreme Court dismisses appeal due to respondent's absence and insufficient reasoning in second-instance decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Greek State's appeal against a second-instance decision regarding a land title correction. The respondent, a private individual, was legally summoned but failed to appear or be represented at the hearing, leading the court to proceed ex officio. Furthermore, the court rejected the appeal's argument that the lower court's reasoning was insufficient or contradictory, deeming the specific grounds cited by the appellant vague and selective rather than a formal defect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with a hearing despite the respondent's absence if legally summoned, and an appeal based on vague or selective allegations of insufficient reasoning is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1029 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1029/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αναστασία Περιστεράκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου – Απέργη, Μαρία Κουφούδη και Σοφία Πολύζου – Θεοχαρίδη – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παρασκευή Γιωτάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου:
Κ. συζ. Σ. Μ., θυγ. Γ. και Ε. Σ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.11.2008 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 24.02.2009 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28.12.2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Πολύζου – Θεοχαρίδη ανέγνωσε την από 12.05.2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. .../1-9-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μιχάλη-Παναγιώτη Παούρη, που προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει την συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Ωστόσο, η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 176/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 51/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή αίτηση της αναιρεσίβλητης για διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Χαλκίδας και είχε απορριφθεί η κυρία παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
[II] Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες:
(α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης,
(β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κλπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ),
(γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής,
(δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κλπ., οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και
(ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει του από 01.02.1830 Πρωτοκόλλου «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος», των από 3/22.02.1830, 4/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 26.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και της Υψηλής Οθωμανικής Πύλης, και του άρθρου 16 του ν. της 21.06/10.07.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων» περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου:
(1) οι δημόσιες γαίες (μιριγιέ), η κυριότητα των οποίων πριν από την απελευθέρωση ανήκε στο Σουλτάνο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) και όσες άλλες γαίες ανήκαν στο Οθωμανικό Δίκαιο,
(2) με «πολεμικό δικαίωμα», τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) των Οθωμανών ιδιωτών, τα οποία κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα (δηλαδή έως τις 03.02.1830) είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Δημόσιο είτε δεσμεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν ήδη αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών κατά το οθωμανικό δίκαιο.
Περαιτέρω, εξαιτίας της προαναφερθείσας γενικής διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας «δικαιώματι πολέμου» θεσπίσθηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των ανωτέρω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημοσίων γαιών της Ηπειρωτικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους.
Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που το θεμελιώνουν, και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας ελλείψεως παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μίας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου.
Περαιτέρω όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους, (03.02.1830), εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά παραχωρηθέντων, εν συνεχεία, βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες.
Τα δε ακίνητα, που ευρίσκονταν, όλων των εδαφών που τελικά συναποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος, στην ελληνική ή στην τουρκική ζώνη κατοχής αδιακρίτως, κατά την ημερομηνία διακηρύξεως της ανεξαρτησίας, (03.02.1830), και τα οποία κατέχονταν από Έλληνες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους.
Ειδικά, όσον αφορά την Εύβοια αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 03.02.1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος, δυνατότητα, ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης, Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (ΑΠ 368/215).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι δε ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν αρκεί να μνημονεύονται και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, αλλά απαιτείται επιπλέον να εκτίθενται σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (παραδοχές) και σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (Ολ ΑΠ 57/1990).
[III] Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Το εκκαλούν – κυρίως παρεμβαίνον, Ελληνικό Δημόσιο, με την υπό κρίση κύρια παρέμβασή του, ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο προέρχεται από το κτήμα ... και περιλαμβάνεται σε μεγαλύτερη δασική έκταση (βραχώδη χορτολιβαδική), η οποία έχει χαρακτηριστεί ως τέτοια με την 1651/1980 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Χαλκίδας. Ότι περιλαμβάνεται στα κτήματα που δηλώθηκαν από την Γενική Διεύθυνση Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος - Δ/νση δασών Ν. Εύβοιας στο Εθνικό Κτηματολόγιο με την με αρ. πρωτ. .../23.9.2002 Δήλωση ιδιοκτησίας των δημοσίων δασικών εκτάσεων του Δήμου Χαλκίδας, περιλαμβάνεται
στον ευρύτερο κωδικό ... και είχε παραδοθεί από τη Δασική Υπηρεσία στην Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης Ευβοίας με σκοπό την ένταξή της στο σχέδιο πόλης ως δημόσια. Επικαλείται δε προς απόδειξη του ισχυρισμού του το με αρ. πρωτ. .../22.12.2008 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ν. Ευβοίας και το με αρ. πρωτ. .../08/2.1.2009 έγγραφο της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης σύμφωνα με το οποίο μέρος της περιγραφόμενης ιδιοκτησίας βρίσκεται σε παραδοθείσα από το Δασαρχείο Χαλκίδας σε αυτήν χορτολιβαδική έκταση που δεν έχει δηλωθεί στο Κτηματολόγιο, ότι αυτή συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και ότι για το λόγο αυτό κρίνει σκόπιμη την άσκηση δικαστικής παρέμβασης καθώς και ότι θα πρέπει να εξετασθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του ν.3127/2003.
Όμως οι άνω ισχυρισμοί εκτός του ότι είναι αντιφατικοί και αόριστοι, εφόσον ο Δημόσιο δεν προσδιορίζει επακριβώς την χορτολιβαδική έκταση, στην οποία ισχυρίζεται ότι ανήκει το επίδικο, καθώς και ποιο μέρος του ανήκει σε αυτήν, από τα προσαγόμενα από τους διαδίκους και επικαλούμενα έγγραφα και το εν γένει αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκαν ουσιαστικά βάσιμοι. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο με τον άνω ΚΑΕΚ περιέχεται στον πίνακα που συνοδεύει την άνω δήλωσή του στο Κτηματολόγιο (για τις δασικές εκτάσεις του Δήμου Χαλκιδέων) στον οποίο δεν περιέχεται ούτε καν το ευρύτερο ακίνητο με τον ΚΑΕΚ ..., όπως ισχυρίζεται, ούτε αποδείχθηκε ότι περιέχεται σε αυτά για τα οποία έγινε η άνω πράξη χαρακτηρισμού τα οποία παραδόθηκαν στο Υπουργείο Γεωργίας. Ούτε ότι αποτελεί τμήμα, μεγαλύτερης δημόσιας έκτασης που περιήλθε σ’ αυτό (α) δικαιώματι πολέμου, ως ανήκουσας στο Τουρκικό Δημόσιο, (β) άλλως με την κατάληψη ως αδέσποτου, και (γ) ως λειβάδι ή βοσκότοπος. Δεν αποδείχθηκε δηλ. ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα, με τους επικαλούμενους στην κύρια παρέμβασή του τρόπους, επί του επίδικου.
Ειδικότερα, όσον αφορά τα ευρισκόμενα στη Νήσο Εύβοια κτήματα, αυτά δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Κράτος δικαιώματι πολέμου, αφού η νήσος Εύβοια δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος με βάση το από 03.02.1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου (άρθρο 2 εδ.γ' αυτού) και την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και έπρεπε να παραδοθεί μέχρι τις 30.12.1832, αφού προηγηθεί της ενσωμάτωσης της η καταβολή αποζημιώσεων, παραδόθηκε δε τελικώς στις 25.03.1833 από τον εκπρόσωπο της Οθωμανικής Επιτροπής Χατζή Ισμαήλ Μπέη στον διορισθέντα προς τούτο από το Ελληνικό Κράτος βασιλικό επίτροπο Ιακωβάκη Ρίζο Νερουλό [βλ. Γ. Π. Νάκου, Νομικό καθεστώς των τέως δημοτών οθωμανικών Γαιών, σελ. 89 επ. Ηλία Παπαθανασοπούλου, Ανέκδοτα έγγραφα περί Τουρκικών κτημάτων και της προσαρτήσεως της Εύβοιας (Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών), σελ. 311 επ.,ΑΓ | ΑΠ 309/12 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 86/2009 αδημ. ΕφΑθ 213/2008 αδημ., ΕφΑθ 7455/2003 αδημ.].
Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι το επίδικο έχει καταστεί αδέσποτο και ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. της 21.6/10-7-1837, ούτε ότι αποτελούσε ανέκαθεν λειβάδι ή βοσκότοπο, ώστε να ανήκει σ' αυτό σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/15-12-1833 Β.Δ. Περαιτέρω αλυσιτελής είναι α ισχυρισμός του ότι η αιτούσα και οι δικαιοπάροχοι της δεν απέκτησαν το επίδικο με πρωτότυπο τρόπο δηλ.
με τακτική και έκτακτη χρησικτησία διότι η επικαλούμενη από αυτήν άσκηση νομής σε αυτό δεν είχε αρχίσει ούτε είχε συμπληρωθεί πριν από την 11.09.1915 εφόσον μετά την άνω ημερομηνία δεν μπορούσε να επέλθει χρησικτησία επί των δημοσίων κτημάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων για το δικαιοστάσιο που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού, με τα οποία είχε ανασταλεί η παραγραφή στις αστικές διαφορές και αφετέρου του άρθρου 21 του από 22.4./16.5.1525 Ν.Δ/τος «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», κατά το οποίο «τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφήν, η δε αρξαμένη ουδεμία κέκτηται συνέπειαν αν μέχρι της δημοσιεύσεως του Δ/τος αυτού δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής κατά τους ισχύοντας νόμους παραγραφή» και του άρθρου 4 του Α.Ν. 1539/1938 «Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων», με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επί αυτών και ότι τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή.
Τούτο διότι σύμφωνα με τα άνω αναφερόμενα εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν είχε ποτέ αποκτήσει με τους επικαλούμενους στην παρέμβασή του τρόπους εμπράγματο δικαίωμα στο επίδικο δεν απολαμβάνει και την προστασία των άνω διατάξεων που αφορούν στα δημόσια κτήματα, δηλ. ότι για την κτήση κυριότητας πάνω σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, πρέπει η τριακονταετής νομή, που απαιτούνταν σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθ. 51 ΕισΝΑΚ, για τον προς της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις των ν.8 παρ.1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14 ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 πανδ. (23.3), να έχει συμπληρωθεί μέχρι και την 11.09.1915, ενώ από την ημερομηνία αυτή και εφ’ εξής πράξεις νομής σε δημόσιο κτήμα δεν έχουν οποιαδήποτε αξία ως προς την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον αν δεν είχε επέλθει κτήση της κυριότητας μέχρι την παραπάνω ημερομηνία δεν μπορούσε να συμπληρωθεί ο χρόνος για χρησικτησία κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα.
Κατ’ ακολουθίαν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα αυτά ότι δηλ. δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα με τους επικαλούμενους στην παρέμβαση τρόπους επί του επιδίκου δεν έσφαλε και πρέπει ν' απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως με τους οποίους το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα.
Από την άλλη πλευρά από το άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η αιτούσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με προίκα που αποδόθηκε σε αυτήν αυτοδίκαια σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 56 του ν. 1329/1986, την οποία είχε συστήσει η μητέρα της Ε. χα Γ. Σ. θυγ. Κ. Δ. υπέρ αυτής και του συζύγου της δυνάμει του με αρ. .../16-11-1971 προικοσυμφώνου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Αικατερίνης Κοροβού που έχει νόμιμα μεταγραφεί, το οποίο τότε βρίσκονταν εκτός σχεδίου πόλεως και αναφέρονταν ως έχον έκταση 337 τ.μ. . Στη δικαιοπάροχο μητέρα της είχε περιέλθει με αγορά από τον Π. Π. του Ν. δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου με αρ. .../17-8-1962 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Κων/νου Στενού στον δε τελευταίο είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση 3.069,35 τ.μ. με αγορά από τον Κ. Ζ. του Ι. δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου με αρ. .../23-10-1961 συμβολαίου του τότε Συμβ/φου Χαλκίδας Γεωργίου Ακριώτη ενώ η αιτούσα επικαλείται και προσκομίζει και προηγούμενους τίτλους των δικαιοπαρόχων της που ανάγονται μέχρι το έτος 1883.
Περαιτέρω με την με αρ. 3/2001 Πράξη Εφαρμογής της Συνοικίας Ζ’ του Δήμου Χαλκιδέων (όπου βρίσκεται το επίδικο) η οποία κυρώθηκε με την με αρ. 9742/5-12-2001 απόφαση του Νομάρχη Εύβοιας που έχει μεταγραφεί νόμιμα το επίδικο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως και μεταφέρθηκε στο ΟΤ σε νέα ιδιοκτησία η οποία έχει έκταση 235,03 και τον άνω ΚΑΕΚ.
Κατόπιν αυτών, εν προκειμένω συντρέχουν, σε κάθε περίπτωση, οι κατά νόμο απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 στο οποίο ορίζονται τα εξής «Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: (α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.02.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή (β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρθρου 1042 ΑΚ. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. oι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης την περιοχή». Ειδικότερα εφόσον το επίδικο βρίσκεται πλέον στο σχέδιο πόλεως και η αιτούσα ασκούσε κατ’ αρχήν μέχρι το έτος 1983 δια του προικολήπτη συζύγου της και στη συνέχεια η ίδια με διάνοια κυρίου και καλή πίστη όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που άρμοζαν στη φύση του, όπως καλλιέργεια των δένδρων που βρίσκονταν σε αυτό, επίβλεψη και φροντίδα του επί τουλάχιστον 30 χρόνια μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου χωρίς να προσμετρηθεί και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων της, θεωρείται πλέον κυρία έναντι του Δημοσίου ενώ από τον νόμο δεν προκύπτει ότι αυτός δεν εφαρμόζεται σε εποικιστικές εκτάσεις όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν αν και όπως ήδη αναφέρθηκε δεν αποδείχθηκε ότι αυτό περιλαμβάνεται σε αυτές.
Επιπλέον σε σχέση με τον άνω αναφερόμενο από το εκκαλούν χαρακτήρα του επιδίκου ως δασικής έκτασης πρέπει να αναφερθεί ότι σε όμορη ιδιοκτησία ανεγείρεται οικοδομή για την οποία έχει εκδοθεί από το εκκαλούν οικοδομική άδεια. Επομένως εφόσον η αιτούσα απέδειξε ότι έχει εγγραπτέο δικαίωμα στο επίδικο ενώ το Δημόσιο δεν απέδειξε ότι έχει θα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να απορριφθεί η παρέμβαση όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απορριπτομένων των λόγων της εφέσεως με τους οποίους το εκκαλούν ισχυρίζεται τα αντίθετα|».
Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ηττηθέντος πρωτοδίκως, κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου.
[IV] Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου Ν8 κωδ (7.39), 9 παρ. 1Β6 (50.14), 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ.(23.3.), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10,17 και 48 Πανδ. 941.3), 3 Πανδ. 941.100 και 109 Πανδ. (50.16), ν. 11 Πανδ. (44.3), ν. 3 κωδ. 7,30, ν. 11.Κωδ. 7, 32 παρ. 12, άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) «περί Γαιών», άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 03.02.1830 «περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και τα μεταγενέστερα 4/16.06.1830 και 1/19.07.1830, της από 09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, την από 28.03.1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, άρθρου 1 ν. 3/15.12.1833 (περί βοσκοτόπων), του Β.Δ 17/29.11.1836 (περί ιδιωτικών δασών), των Β.Δ. 26/4/8.5.1838, από 26-6/8/1836 και 2/14.10.1836, του Ν.
της 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων» του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.04/15.06.1926 «Περί Διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης» στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, αφού κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων η προσβαλλόμενη απόφαση αγνόησε παντελώς την αναγκαία διαδικασία των προβλεφθέντων τότε με τα ανωτέρω β.δ Μικτών Επιτροπών με σκοπό την αναγνώριση των δικαιωμάτων των Οθωμανών ιδιωτών που παρέμειναν στην Εύβοια (αλλά και στην Αττική και Βοιωτία), με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η Εύβοια δεν περιήλθε ποτέ στο Ελληνικό Δημόσιο, υπονοώντας (προφανώς) ότι όλες οι ιδιοκτησίες της Εύβοιας (και συνακόλουθα και της Αττικής και της Βοιωτίας), μεταξύ των οποίων και οι επίδικες εκτάσεις ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες δίχως άλλο, οι οποίοι στη συνέχεια τις επώλησαν.
Ενώ αν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε τις παραπάνω διατάξεις έπρεπε, δεχόμενο την κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος και απορρίπτοντας την αίτηση της αναιρεσίβλητης, να δεχθεί ότι, αφενός μεν, νόμιμο τίτλο μπορούσε να αποκτήσει κανείς μόνο μετά από αναγνώριση από την Μικτή Επιτροπή με απόφαση αυτής μεταγεγραμμένη, ο οποίος (νόμιμος τίτλος) και μόνο ενόψει του υφιστάμενου νομικού πλαισίου θα μπορούσε να προσπορίσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ιδιώτη και ότι αντιθέτως άλλοι τίτλοι κτήσεως δεν συνιστούν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, νόμιμους τίτλους, ενόψει και της μη αναγνωρίσεώς τους από τα νόμιμα όργανα και κατά τη διαδικασία την διαγραφόμενη στις άνω διατάξεις και αφετέρου ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν διέθεταν τέτοιο νόμιμο τίτλο.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την παραβίαση όλων των πιο πάνω προαναφερθέντων διατάξεων, είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή καθεμιάς των πιο πάνω διατάξεων και ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και συνδέονται με την παραβίαση των εν λόγω διατάξεων.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι δεν δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος, εφόσον οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης δεν διέθεταν νόμιμο τίτλο αναγνώρισης της κυριότητάς τους με μεταγεγραμμένη απόφαση από Μικτή Επιτροπή, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι το Δημόσιο δεν είχε αποκτήσει ποτέ με τους επικαλούμενους στην κυρία παράμβασή του τρόπους εμπράγματο δικαίωμα στο επίδικο ακίνητο και ότι το τελευταίο δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα, ώστε να απαιτείται ως νόμιμος τίτλος κτήσης κυριότητας της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της, μεταγεγραμμένη απόφαση των προβλεφθέντων, με τα ειδικότερα αναφερόμενα Β.Δ, μικτών επιτροπών, πέραν του ότι από την επικαλούμενη έλλειψη του πιο πάνω τίτλου κυριότητας των δικαιοπαρόχων της αντιδίκου του δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο, αφού έπρεπε να επικαλεστεί (θετικά) το ίδιο, με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, τα θεμελιωτικά γεγονότα του δικαιώματος του αυτού.
[V] Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003 για την «τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2644/1998 για τη κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις», σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον:
(α) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (17.03.2003) αδιαταράκτως για δέκα έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.02.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή
(β) νέμεται, μέχρι της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα 30 ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στον χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο μέχρι 2000 τ.μ.
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλυτέρου των 2000 τμ, οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται, μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται, κατά την 31.12.2002, κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαρειά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν.3127/2003, πρέπει ο νομέας μεταξύ άλλων, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου (ΑΠ 1023/2013).
Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνο αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου (ΑΠ 40/2014).
Εξάλλου, με τον μεταγενέστερο Ν.3147/2003 «Ρύθμιση ζητημάτων αποκατασταθέντων και αποκαθιστάμενων κτηνοτρόφων και άλλες διατάξεις» και ειδικότερα με το άρθρο 5 αυτού, υπό τον τίτλο «Παραχώρηση κατεχόμενων εκτάσεων» ορίζονται τα ακόλουθα:
«1. Αυθαίρετοι κάτοχοι δημοσίας εποικιστικής έκτασης, κοινόχρηστης ή διαθέσιμης, η οποία δεν έχει τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης, ή δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, δικαιούνται να υποβάλουν στην αρμόδια Υπηρεσία Γεωργίας μέσα σε ένα έτος από την έναρξη ισχύος του παρόντος αίτηση για την εξαγορά της έκτασης εφόσον καλλιεργούν αυτή με συστηματική φυτεία αμπέλου, ελαίων ή οπωροφόρων δένδρων που έχουν ηλικία μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος τουλάχιστον δέκα ετών ή έχουν οικοδομήσει επ' αυτής κτίσματα τουλάχιστον πριν από μία δεκαετία. Η παραχωρούμενη έκταση εφόσον βρίσκεται εντός ρυμοτομικού σχεδίου ή ορίων οικισμού, δεν μπορεί να υπερβαίνει το εμβαδόν ενός αρτίου οικοπέδου, εκτός εάν η τυχόν ύπαρξη κτίσματος προϋποθέτει μεγαλύτερο εμβαδόν οικοπέδου κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης, οπότε είναι δυνατή η παραχώρηση της επιπλέον αναγκαίας έκτασης. Εάν η παραχωρούμενη έκταση βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως ή ορίων οικισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα στρέμματα.
2. [...].
3. Για την εξαγορά της έκτασης οφείλεται τίμημα το οποίο ισούται με την αντικειμενική της αξία. Όπου δεν έχει καθορισθεί αντικειμενική αξία, η εξαγορά γίνεται με την αγοραία αξία της έκτασης [...]. Η εξαγορά έκτασης σε κάθε περίπτωση είναι δυνητική για το Δημόσιο, το οποίο μπορεί να την αρνηθεί αν κρίνει ότι η έκταση είναι απαραίτητη για λόγους δημοσίου συμφέροντος [...]».
Από την αντιπαράθεση των δύο αυτών διατάξεων προκύπτει ότι ο Ν. 3127/2003 έχει θεσπισθεί προκειμένου να ικανοποιηθούν αιτήματα ιδιωτών που επικαλούνται κυριότητα επί δημοσίων ακινήτων που διαχειρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δια του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, είτε δια του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, την οποία στηρίζουν σε 10ετή νομή με νόμιμο τίτλο ή σε 30ετή νομή χωρίς νόμιμο τίτλο και στις δύο όμως περιπτώσεις με καλή πίστη κατά την κτήση της νομής.
Αντίθετα ο Ν. 3147/2003 προσδίδει κυριότητα στον κάτοχο μόνο με εξαγορά, με λιγότερες προϋποθέσεις και ειδικότερα με 10ετή καλλιέργεια ή με ανοικοδόμηση πριν από μία δεκαετία ανεξαρτήτως καλής ή κακής πίστεως. Με τις διατάξεις του Ν. 3127/2003 αναγνωρίζεται πλέον σε ιδιώτες το δικαίωμα, να επικαλεσθούν ως τρόπο κτήσης κυριότητας, την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου, υπό τους ειδικούς όρους των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 4, κατ’ απόκλιση της γενικής αρχής ότι δεν χωρεί χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αφορά δε δημόσια κτήματα, χωρίς να εξαιρεί εκείνα της εποικιστικής νομοθεσίας, ούτε εξάλλου από καμμιά διάταξη του Ν. 3147/2003 προκύπτει ότι η συνδρομή των προϋποθέσεων του αποκλείει την εφαρμογή του Ν. 3127/2003, δεδομένου ότι ο σκοπός των νομοθετημάτων αυτών είναι διαφορετικός και δη ο Ν. 3127/2003 απέβλεψε στην άρση των αμφισβητήσεων που είχαν προκύψει κατά τη σύνταξη του κτηματολογίου μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιωτών σε ακίνητα που κατείχαν από πολλών ετών, ενώ ο Ν. 3147 απέβλεψε στην αποκατάσταση, με εξαγορά, των κατεχομένων εκτάσεων της εποικιστικής νομοθεσίας, ώστε και το Δημόσιο να εισπράξει έσοδα από την εξαγορά και οι κάτοχοι να αποκατασταθούν αιρομένης της υφισταμένης εκκρεμότητας, οι μεν αυθαιρετήσαντες, ανεξάρτητα της καλής ή κακής τους πίστεως να μη νομιμοποιούνται για αναγνώριση κυριότητας, αλλά και να μην απομακρύνονται από τις εκτάσεις, το δε Δημόσιο να βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση μαζί τους.
Συναφή σκοπό με τον 3147/2003 έχει και ο μεταγενέστερος Ν. 4061/22-3-2012 περί «Διαχείρησης και Προστασίας ακινήτων Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων», που τροποποιεί τον Ν. 3147/2003 και ο οποίος αντί για εξαγορά, μεταξύ άλλων και των εποικιστικών εκτάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Ν. 3147/2003, προβλέπει μόνο τη δυνατότητα χρήσης αυτών, έναντι τιμήματος κατόπιν δημοπρασίας ή δωρεάν για κοινωφελείς σκοπούς, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 4 αυτού, ώστε αφενός μεν να μην ελαττώνεται η δημόσια περιουσία, όπως συνέβαινε με την αντί τιμήματος παραχώρηση του N.3147/2003, αφετέρου δε το Δημόσιο να εξασφαλίζει έσοδα ή ωφέλειες (ΑΠ 2166/2014).
Τέλος, σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, δεν πλήττεται κάποια από αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 του Ν. 3127/2003, 46 παρ. 2 και 74 παρ. 1 του Ν. 998/1979 και 5 του Ν. 3147/2003, δεχόμενη ότι ο ως άνω νόμος (3127/2003), εφαρμόζεται σε εποικιστικές εκτάσεις, όπως η επίδικη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αλυσιτελής διότι με αυτόν πλήττεται η μία αιτιολογία της απόφασης, ενώ δεν πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία αυτής ότι το επίδικο δεν αποδείχθηκε ότι περιλαμβάνεται σε εποικιστική έκταση, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) – (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν διαλαμβάνει την κατά νόμο απαιτούμενη αιτιολογία άλλως διαλαμβάνει ελλιπή αιτιολογία για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι τόσο ως προς το ζήτημα της μη απόδειξης του εμπραγμάτου δικαιώματος του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου όσο και της απόκτησης κυριότητας από τους φερόμενους Οθωμανούς ιδιοκτήτες.
Ειδικότερα σύμφωνα με το λόγο αυτό, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή όλες τις προαναφερόμενες διατάξεις, διότι «περιορίζεται να αναφέρει τα ως άνω προεκτεθέντα σχετικά με τη μη απόδειξη του εμπραγμάτου δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς, όμως, να αιτιολογείται με οποιονδήποτε τρόπο η κρίση του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ σχετικά με το ζήτημα της απόκτησης κυριότητος από τους φερόμενους (κατά την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) Οθωμανούς ιδιοκτήτες ουδόλως προβαίνει σε ειδικότερη αναφορά ούτε του προσώπου στην κυριότητα του οποίου βρίσκονταν τα ακίνητα της νήσου Εύβοιας μετά την παραχώρηση αυτής στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος, ούτε της διαδικασίας αναγνωρίσεως από την αρμόδια Επιτροπή, ούτε καν των στοιχείων (ονομάτων) των τυχόν πωλητών Οθωμανών, των τίτλων που διέθεταν οι τυχόν Οθωμανοί ιδιοκτήτες, των χαρακτηριστικών αυτών, δηλαδή συγκεκριμένων στοιχείων εκδόσεώς τους (μνεία των ειδικότερων διοικητικών γνωρισμάτων των πράξεων και της ημερομηνίας εκδόσεώς τους), καθώς και του ειδικότερου περιεχομένου αυτών (μεταβιβαζομένης εκτάσεως, τοποθεσίας ή τοπωνυμίου της περιοχής), καθώς ευλόγως συνάγεται ότι δεν μπορεί οι μεταβιβάσεις αυτές να αφορούσαν καθολικά όλη την έκταση της Εύβοιας, ούτε το σύνολο των κατοικούντων την εποχή εκείνη σ' αυτήν».
Ο λόγος αυτός όμως, είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, επειδή στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται αποσπασματικές και μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
[VII] Ενόψει όλων των παραπάνω η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ενώ δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης που νίκησε, καθόσον λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.12.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 176/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2021.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Αυγούστου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ