Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding death of a party and pending litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two appellants against a final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court erred in failing to declare the appeal inadmissible due to a pending ownership lawsuit involving one of the appellees. The court ruled that the death of a party causes a procedural suspension, not an automatic bar to the appeal, and that the lower court correctly proceeded with the hearing despite the pending litigation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 221 of the Code of Civil Procedure: The death of a party suspends proceedings but does not render the appeal inadmissible; the lower court must examine procedural objections regarding pending litigation separately from substantive law errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1029 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 1029/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη- Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Π. Φ. του Ε., κατοίκου ..., 2.Ά. Π. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσια δικηγόρο Σταμάτιο Στριγάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Των αναιρεσίβλητων: Κ. Δ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Τσιάντη, 2.Δ. Ο. του Κ., κατοίκου ..., 3.Ε. Φ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2181/2008 μη οριστική, 4715/2010 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 5677/2011 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την τριτανακοπή της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσίβλητος, με την από 19-12-2015 τριτανακοπή του.
Εκδόθηκε η 2004/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 7-3-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του παρόντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περίπτ. α', 287, 291 παρ.1 και 2 και 292ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847ΑΚ, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντα διαδίκου.
Συνεπώς, ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου που πέθανε δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωσή του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, ο σχετικός δε ισχυρισμός του απορρίπτεται ως αλυσιτελής, γατί προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον. Ο ίδιος, όμως, διάδικος, δηλαδή, ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικος του μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον τελευταίο για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να του γνωστοποιήσει την πρόσκληση και πριν από την γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή (θανάτου), θεωρώντας ότι αυτή επήλθε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα της αποποίησης.
Και αυτά ανεξάρτητα από το εάν, κατά την κρίση του επισπεύδοντα (προσκαλούντα), ο κληρονόμος του αρχικού αντιδίκου του έχει ή όχι έννομο συμφέρον να συνεχίσει τη δίκη, εφόσον γι' αυτό θα αποφανθεί το δικαστήριο μετά από ακρόαση και του τελευταίου. Η πρόσκληση, εξάλλου, προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου που περιέχει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 118ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθενται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμείς η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως λ.χ.
με την κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ1420/2005). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583 και 586 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι κάθε τρίτος ο οποίος δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σ' αυτόν η δίκη, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της σχετικώς εκδοθείσας αποφάσεως, που πρέπει να είναι οριστική και να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της αποφάσεως και όχι την εξαφάνισή της, εφόσον αυτή προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα του και εφόσον ο ίδιος έχει κατά το χρόνο εκδόσεως της τριτανακοπτόμενης αποφάσεως κεκτημένο ή προστατεύσιμο δικαίωμα, κατά το άρθρο 69 του ΚΠολΔ, βάσει του οποίου θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή ή παρέμβαση.
Μάλιστα, ο τρίτος που δεν συμμετείχε στη δίκη, ούτε δεσμεύεται από το αντίστοιχο δεδικασμένο, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή χωρίς άλλη προϋπόθεση, ούτε είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων, δεδομένου ότι περιορισμοί στην άσκηση της τριτανακοπής προβλέπονται μόνο για: α) τους διαδίκους και τους διαδόχους τους, που ταυτίζονται με αυτούς, όπως οι καθολικοί διάδοχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, παρά μόνο μπορούν να προσβάλουν την απόφαση στις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται αναψηλάφηση (άρθρο 333 § 1 του ΚΠολΔ) και β) εκείνους που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, μόνον αν επικαλούνται κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (άρθρο 586 § 2 του ΚΠολΔ), οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δίκη, που εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση.
Επίσης, με την τριτανακοπή, η οποία δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα, που δεν υπόκειται σε ορισμένη προθεσμία, δεν ασκείται κάποιο ουσιαστικό δικαίωμα, ούτε επιδιώκεται η διάγνωσή του, αλλά η ενέργειά της εξαντλείται στην ανενέργεια ή ακύρωση της απόφασης απέναντι στον τριτανακόπτοντα. Ακόμη, η βλάβη ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του τριτανακόπτοντος, που θεμελιώνει το έννομο συμφέρον του, μπορεί να είναι άμεση, έμμεση ή και ενδεχόμενη, αρκεί πάντως να προκύπτει από την απόφαση ή την εκτέλεσή της (ΑΠ95/2014, ΑΠ 554/2012).
Η τριτανακοπή ασκείται, ανεξάρτητα από το αν η οριστική απόφαση που έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως είναι ήδη (κατά την άσκηση της τριτανακοπής) τελεσίδικη ή αμετάκλητη. Οι αποφάσεις όμως που απέρριψαν την αγωγή ή ένδικο μέσο, ως απαράδεκτα ή αβάσιμα, δεν προσβάλλονται με τριτανακοπή, διότι δεν μπορούν να προκαλέσουν βλάβη ή να θέσουν σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα τρίτων.
Η τριτανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 587ΚΠολΔ, εισάγεται στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρεμπιπτόντως στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, αν το Δικαστήριο αυτό είναι ισόβαθμο ή ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, αν εκκρεμεί έφεση προς εξαφάνιση της τριτανακοπτόμενης αποφάσεως, μπορεί να ασκηθεί παρεμπίπτουσα τριτανακοπή ενώπιον του Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η έφεση.
Η απόφαση που εκδίδεται επί της τριτανακοπής από το Εφετείο, κατά την ορθότερη γνώμη, δεν υπόκειται σε έφεση αλλά μόνο σε αναίρεση και αναψηλάφηση. Κατά δε το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεση της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθ' όσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (Α.Π. 658/2011).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76, 77, 110 παρ.2 και 558ΚΠοΛΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο αναιρεσείων πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να απευθύνει την αναίρεση του εναντίον όλων των ομοδίκων που ήσαν αντίδικοι του κατά την πρωτόδικη δίκη, όχι όμως και εναντίον των ιδίων αυτού ομοδίκων, αφού την αναίρεση που ασκήθηκε από τον ομόδικο του αναιρεσείοντα θεωρούνται από το νόμο ότι άσκησαν και εκείνοι (άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ), οι οποίοι διαφορετικά θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτοχρόνως την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων, που είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο (ΑΠ812/2013).
Συνεπώς, το ένδικο μέσο, που ασκεί ο αναγκαίος ομόδικος, δεν νομιμοποιείται, να το ασκήσει και κατά των ομοδίκων του, αφού θεωρείται, ότι έχει ασκηθεί και απ' αυτούς, εκτός αν, εξαιτίας της φύσης της δίκης, μπορεί να δημιουργηθεί αντιδικία και μεταξύ των ομοδίκων ή περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση διάταξη επωφελή για τον ένα ομόδικο και βλαπτική για τον άλλο.
Πλην, όμως, στην παραπάνω περίπτωση της πλασματικής άσκησης του ενδίκου μέσου, πρέπει οι αναγκαίοι ομόδικοι που δεν το άσκησαν, να καλούνται σ' όλες τις συζητήσεις του (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ). Διαφορετικά, η συζήτησή του κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ559/2019, ΑΠ 192/2012). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 αρ. 1 ΚΠολΔικ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκηση της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρ. 553 αρ. 1β ΚΠολΔικ. (ΑΠ 1466/2010).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του αρθρ. 553 παρ. 1β ΚΠολΔικ μ' αυτές των αρθρ. 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση, που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνον όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ965/2017, 367/2014). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔικ. σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους (ΑΠ 658/2012).
Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (Ολ.ΑΠ 15/2001).
Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν, ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 367/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Επί της από19-12-2015 τριτανακοπής κατά της 5677/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2004/28-4-2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ερήμην των καθών η τριτανακοπή. Μετά την συζήτηση της τριτανακοπής (10-11-2016) και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης , ο εκ των καθών η τριτανακοπή Ι.
Μ. αποβίωσε στις 15-7-2017 και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τη σύζυγο του Ε. Φ. .Οι αναγκαίοι ομόδικοι αυτού δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή και ήδη αναιρεσείοντες Π. Φ. και Α. Π. στις 22/1/2018,| επέδωσαν στην κληρονόμο του, μετά την παρέλευση του τετραμήνου (αρθ. 292ΚΠολΔ και 1847παρ 1 εδαΑΚ), από το θάνατο του ανωτέρω συζύγου της, επίσημο αντίγραφο της προσβαλλόμενης 2004/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και στη συνέχεια, στις 22/10/2019, κλήση για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (βλ.
τις ... και ...εκθέσεις επίδοσης των Δικαστικών Επιμελητών της Περιφερείας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Φ. και Θ. Χ. αντίστοιχα). Από την έκθεση επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το 60/23-01-2020 πιστοποιητικό του Εφετείου Αθηνών περί καταθέσεως ενδίκων μέσων, προκύπτει ότι το μόνο ένδικο μέσο που έχει κατατεθεί κατ' αυτής είναι η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 7-3-2018.
Εξάλλου, η άνω κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης επέχει θέση πρόσκλησης της ανωτέρω κληρονόμου (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βίαια, η οποία νομιμοποιείται για τη συνέχιση της δίκης στη δικάσιμο αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Περαιτέρω, από την ...
έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Φ., σε συνδυασμό με 60/23-01-2020 πιστοποιητικό του Εφετείου Αθηνών περί καταθέσεως ενδίκων μέσων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην τρίτη καθής η τριτανακοπή (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) Δ.
Ο. με παραγγελία των αναιρεσειόντων αναγκαίων ομοδίκων της, στις 10-1-2018. Κατά της απόφασης αυτής, το μόνο ένδικο μέσο που έχει κατατεθεί είναι η ένδικη αίτηση αναίρεσης που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, όπως προαναφέρθηκε στις 7-3-2018, ενώ όπως προκύπτει από την ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφερείας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Θ.
Χ. αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η προβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους και νόμιμα συνεχίζεται η διακοπείσα δίκη, λόγω του θανάτου του Ι.
Μ., από την μοναδική κληρονόμο του και σύζυγο του. Μετά ταύτα, αφού η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά οι δε αναγκαίοι ομόδικοι των αναιρεσειόντων (δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων) έχουν νόμιμα κλητευθεί για την αναφερομένη την αρχή της παρούσας δικάσιμο και κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο παραδεκτά θα χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 588 παρ. 2 και 585 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τριτανακοπή ως εισαγωγικό της δίκης ένδικο, βοήθημα, εξομοιούμενη με την αγωγή, ασκείται όπως και η αγωγή. Αποκλειστικά αρμόδιο (καθ'ύλη και κατά τόπο) είναι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιο για την κριθείσα απόφαση) και παρεμπιπτόντως το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, αν τούτο είναι ισόβαθμο ή ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 587 ΚΠολΔ).
Σε περίπτωση δε που η τριτανακοπτόμενη απόφαση είναι δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο μετά από παραδοχή της έφεσης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού ερεύνησε δέχτηκε την αγωγή, τότε λόγω του ότι η ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δίκη της τριτανακοπής είναι ουσιαστικά πρώτη για τον τριτανακόπτοντα, η τριτανακοπή δικάζεται με τη ίδια διαδικασία, με την οποία δίκασε η προσβληθείσα με αυτήν απόφαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυσαν κατά το χρόνο άσκησής της (τριτανακοπής) και οι οποίες εφαρμόζονται από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με τα μέσα επίθεσης και άμυνας, δηλαδή, ως προς τη διεξαγωγή των αποδείξεων και τα μέσα επίθεσης και άμυνας.
Περαιτέρω, από την παράγραφο 1, άρθρου ενάτου, του άρθρου 1 ν.4335/2015 προκύπτει ότι οι διατάξεις των άρθρων 237 και 238ΚΠολΔ ως ισχύουν, με βάση τον νόμο αυτό εφαρμόζονται για τις κατατιθεμένες μετά την 1-1-2006 αγωγές. Επομένως, για τις αγωγές που κατατέθηκαν πριν από το άνω χρονικό σημείο θα ισχύσει το προγενέστερο δίκαιο.
Όσον αφορά δε το άρθρο 237ΚΠοΛΔ, πριν την αντικατάστασή του με την παρ 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 ν.4335/2015, αυτό όριζε ότι <ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο είκοσι ημέρες πριν τη δικάσιμο προτάσεις, επί των οποίων ο γραμματέας σημειώνει την χρονολογία κατάθεσης.
Εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη...>. Επειδή δε κατά τις διατάξεις των άρθρων 588παρ 2 και 585παρ 1 ΚΠοΛΔ οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτησή της στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την 237ΚΠοΛΔ, εφαρμόζονται και για την τριτανακοπή, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αυτή εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Εφετείου ,αφού ως προελέγχθη η συζήτηση ενώπιον του Εφετείου είναι η πρώτη για τον τριτανακόπτοντα, θα πρέπει οι προτάσεις να κατατίθενται προ είκοσι ημερών από τη συζήτηση.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 115παρ 3 ΚΠοΛΔ, ως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από την παρ 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 ν.4335/2015 ως προς τις αγωγές που κατετέθηκαν πριν από το χρόνο ισχύος του και, συνακόλουθα, και για τις τριτανακοπές, ενώπιον των πρωτοδικείων και των εφετείων οι διάδικοι πρέπει να καταθέτουν εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις ,άλλως σε περίπτωση που δεν καταθέσουν καθόλου, είτε τις καταθέσουν εκπρόθεσμα, θεωρούνται ότι δεν λαμβάνουν μέρος κανονικά στη συζήτηση και δικάζονται ερήμην.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Με το λόγο αυτόν ελέγχεται η τήρηση της αρχής "της εκατέρωθεν ακροάσεως" που προβλέπεται από το άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατοχυρώνεται από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, ο παρών λόγος δεν ιδρύεται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει παραβίαση της εν λόγω αρχής ούτε αυτός είναι το μοναδικό βοήθημα που παρέχεται όταν θίγεται το δικαίωμα ακρόασης του διαδίκου. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην και η ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη και, ιδίως, όταν παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη οπό την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον οι σχετικοί κανόνες να εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα (Α.Π. 280/2012). Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να γίνεται αναφορά των πραγματικών γεγονότων, τα οποία καθιστούν παράνομη την ερημοδικία (ΑΠ1559/2008).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα :< Επί της από 01.02.2007 (αρ. κατ. 23186/1070/2007) διεκδικητικής ακινήτου αγωγής που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο Π. Φ. και η Ά. Π. (οι δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή) σε βάρος της Δ.
Ο. και του Ι. Μ. (δηλαδή κατά των τρίτης και τέταρτου των καθών η τριτανακοπή) εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρχικά η 2181/2008 μη οριστική απόφαση που διέταξε τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης και ακολούθως, η 4715/2010 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ως άνω αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ηττηθέντες ενάγοντες με την από 08.10.2010 έφεσή τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επί της οποίας, συζητηθείσας αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη με αριθμό 5677/2011 οριστική απόφαση, με την οποία, κρίθηκε ουσία βάσιμη η έφεση, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκληθείσα απορριπτική απόφαση, και ακολούθως, αφού το παρόν - Δικαστήριο κράτησε και δίκασε την ως άνω, από 01.02.2007 διεκδικητική αγωγή, έκρινε αυτή νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη και αφού αναγνώρισε τους ενάγοντες - ήδη δύο πρώτους των καθών η τριτανακοπή- συγκυρίους κατά το 1/4 (ενν 1/2 ) έκαστο, του τότε επίδικου ακινήτου (βραχώδη αγρού) εμβαδού 8.762,2 τ.μ.
που βρίσκεται στη θέση "... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ, I,Κ,Σ,Τ,Υ,Φ,X,Ψ, Αξ Βξ Γ, Δξ Ε', Ν,Ξ,Ο,Π,Ρ, Α. στο από Οκτωβρίου 2006 σχεδιάγραμμα της Αγρονόμο - Τοπογράφου Μηχανικού Ε. Γ., υποχρέωσε τους εναγομένους να τον αποδώσουν στους ενάγοντες, κατά το ανήκον σε έναν έκαστο ποσοστό συγκυριότητάς του (1/2 εξ αδιαιρέτου).
Ειδικότερα, με την τριτανακοπτόμενη - τελεσίδικη απόφαση, κρίθηκε ότι ο τότε επίδικος αγρός των 8.762,2 τ.μ αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης 107.200 τ.μ. την κυριότητα της οποίας είχαν αποκτήσει κατ' ισομοιρίαν οι τότε ενάγοντες, λόγω αγοράς της παρά των αναφερόμενων κυρίων- δικαιοπαρόχων τους, δυνάμει του μεταγραμμένου με αριθμό 55784/1966 συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Π.Π..
Κατά της προαναφερόμενης απόφασης, ο Κ. Δ., που δεν υπήρξε διάδικος στην πιο πάνω, μεταξύ άλλων δίκη, ούτε είχε προσεπικληθεί να παρέμβει, άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την από 19.12.2015 (αρ. κατ. 640/2015) τριτανακοπή, που παραδεκτά απευθύνει κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, εφόσον δεν επικαλείται ούτε προκύπτει εκτέλεση της, και ισχυριζόμενος ότι βλάπτεται από το διατακτικό αλλά και το σκεπτικό της ζητεί την ακύρωση της ως άνω τριτανακοπτόμενης απόφασης, άλλως, την κήρυξη της ως ανίσχυρης και ανενεργούς έναντι αυτού και την αναγνώριση του ιδίου ως αποκλειστικού κυρίου των δύο ακινήτων που περιγράφει στην ένδικη τριτανακοπή.
Πλέον συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι : Α) δυνάμει του με αριθμό 22400/1980 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Γεωργίου Αχείμαστου νόμιμα μεταγραμμένου απέκτησε την κυριότητα, λόγω αγοράς παρά κυρίων, των ειδικότερα αναφερόμενων δικαιοπαρόχων του, εκτάσεως 6.000 τ.μ. βραχώδη αγρού, που βρίσκεται στη θέση ...
της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., όπως ειδικότερα περιγράφει αυτόν κατά θέση και όρια, την κυριότητα του οποίου απέκτησε και πρωτοτύπως, και συγκεκριμένα, με τα προσόντα της τακτικής, άλλως, έκτακτης χρησικτησίας αφού κατά τα ιστορούμενα, τον νέμεται από το 1980 που οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του, του παρέδωσαν τη νομή του, έχοντας ανεγείρει εντός αυτού ήδη από το έτος 1986 διόροφο κτηριακό συγκρότημα συνολικής επιφάνειας 1.200 τ.μ., οι χώροι του οποίου λειτουργούν έκτοτε συνεχώς ως συνεδριακό κέντρο, παλαιότερα δε, είχε λειτουργήσει και ως ιδιωτικό δημοτικό σχολείο.
Ότι, το ακίνητο του αυτό αποτελεί τμήμα της μείζονος έκτασης των 107.200 τ.μ., που εσφαλμένα αναφέρεται στο σκεπτικό της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ως δήθεν ανήκουσα στην συγκυριότητα των κυρίως εναγόντων - ήδη δύο πρώτων των καθών η τριτανακοπή, καθόσον οι τελευταίοι, δεν διαθέτουν ιδιοκτησία στην επίμαχη περιοχή, όπου δηλαδή κείται το δικό του ακίνητο, η δε περιγραφόμενη στην τριτανακοπτόμενη απόφαση και φερόμενη (εσφαλμένα) ως ανήκουσα σ'αυτούς ως άνω έκταση των 107.200 τ.μ., που οι δύο πρώτοι των καθών υποστήριξαν και η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχτηκε ότι περιλαμβάνεται στους κτητικούς τίτλους τους τίτλους (των δύο πρώτων καθών η τριτανακοπή), βρίσκεται, σε διαφορετική περιοχή, αποτελεί δημόσια δασική έκταση και ουδέποτε ανήκε σ'αυτούς, ούτε στους δικαιοπαρόχους τους .
Και Β) έχει αποκτήσει την πλήρη κυριότητα του εκτάσεως 3.193,20 τ.μ. αγρού που συνορεύει προς ανατολάς με την υπό στοιχεία Α ιδιοκτησία του, όπως ειδικότερα περιγράφει αυτόν κατά θέση και όρια, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον τον νέμεται με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1983 μέχρι και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και την άσκηση της ένδικης τριτανακοπής, που άρχισαν οι οικοδομικές εργασίες ανέγερσης στο γειτονικό του ακίνητο, αδιάκοπα και χωρίς κανείς, ούτε οι καθών η τριτανακοπή, να διαμαρτυρηθούν χρησιμοποιώντας αυτόν αρχικά για την εναπόθεση των οικοδομικών υλικών και στάθμευση των μηχανημάτων και φορτηγών αυτοκινήτων, που χρησιμοποιούνταν κατά την ανέγερση του οικοδομικού συγκροτήματος στο όμορο ακίνητο του, στη συνέχεια ως υπαίθριο μουσείο αυτοκινήτων, όπου είχε συγκεντρώσει και εξέθετε σε τρίτους, συλλεγέντα παλαιά, οχήματα και τώρα ως βοηθητικό χώρο του όμορου κτηριακού συγκροτήματος, ήτοι ως χώρο στάθμευσης των οχημάτων και ως επέκταση του αύλειου χώρου του.
Ότι το ακίνητο του αυτό, αποτελεί τμήμα όχι μόνον της μείζονος έκτασης των 107.200 τ.μ. που εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει στο σκεπτικό της ότι ανήκει στους τότε ενάγοντες - δυο πρώτους των καθών, αλλά περιλαμβάνεται και στην μερικότερη έκταση των 8.762,20 τ.μ. που η τριτανακοπτόμενη έκρινε (εσφαλμένα) ως ανήκουσα στην συγκυριότητα των τότε εναγόντων (ήδη 2 πρώτων των καθών) και με την σχετική καταψηφιστική διάταξή της υποχρέωσε τους τότε εναγόμενους (ήδη τρίτο και τέταρτη των καθών η ένδικη τριτανακοπή) να την αποδώσουν σε καθένα ενάγοντα (της διεκδικητικής αγωγής) κατά το ανήκον σ' αυτούς ποσοστό (1/2 εξ αδιαιρέτου).
Με βάση το ως άνω ιστορικό ζητεί ο τριτανακόπτων την ακύρωση, άλλως, την κήρυξη ως ανίσχυρης και ανενεργούς έναντι αυτού της προσβαλλόμενης απόφασης και την αναγνώριση του ιδίου ως αποκλειστικού κυρίου των ως άνω δύο αγρών, καθώς και την καταδίκη των καθών στα δικαστικά του έξοδα .Η ένδικη τριτανακοπή εισάγεται προς συζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10.11.2016) με επίσπευση του τριτανακόπτοντα.
Κατά την εκφώνηση όμως της υπόθεσης στο ακροατήριο από τη σειρά του οικείου πινακίου, είναι απόντες η τρίτη και ο τέταρτος των καθών η τριτανακοπή (εναγόμενοι - ηττηθέντες εφεσίβλητοι στην κύρια, επί της διεκδικητικής αγωγής δίκη), καθόσον δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, παρόλο που όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ...και ...εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι.
Γ., ακριβές αντίγραφο της, με πράξη ορισμού δικασίμου στην ως άνω προσδιορισθείσα δικάσιμο και κλήση για εμφάνισή τους επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σ' αυτούς. Περαιτέρω, ο πρώτος και η δεύτερη των καθών η τριτανακοπή (ενάγοντες & εκκαλούντες στην ως άνω κύρια δίκη) που παρέστηκαν στην παρούσα συζήτηση της τριτανακοπής, όπως αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ήτοι, ο μεν πρώτος μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Σταμάτιου Στριγάρη, η δε δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον- ίδιο αυτό δικηγόρο, κατέθεσαν εκπρόθεσμα τις προτάσεις τους, οι οποίες ως εκ τούτου και δεν λαμβάνονται υπόψη.
Ειδικότερα, από την σημείωση της αρμόδιας Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου επί του σώματος των από 09.11.2016 προτάσεων των δύο πρώτων των καθών η τριτανακοπή, προκύπτει ότι αυτές κατατέθηκαν ενώπιον της την προηγούμενη ημέρα από την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε (στις 10.11.2016) το πρώτον η ένδικη κατ' αυτών ανακοπή και όχι 20 τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν, όπως κατέθεσε τις προτάσεις του ο τριτανακόπτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 237 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με την παράγρ. 2 του άρθρου Δεύτερου, του άρθρου 1 του Ν. 4335/23.7.2015, ως εκ του χρόνου κατάθεσής της (της τριτανακοπής) που έλαβε χώρα στις 23.12.2015 (βλ.
παρ. 1, άρθρου Ένατου, του Άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) κατά την οποία (διάταξη του 237 παρ. 1 ΚΠολΔ) "ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις, επί των οποίων ο γραμματέας σημειώνει τη χρονολογία κατάθεσης. Εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη...".
Η υποχρέωση αυτή, δηλαδή, κατάθεσης προτάσεων από όλους τους διαδίκους είκοσι ημέρες πριν από τη παρούσα - πρώτη συζήτηση της τριτανακοπής συνάγεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 588 παρ. 2, 585 παρ. 1 του ΚΠολΔ σύμφωνα με τις οποίες και στην τριτανακοπή εφαρμόζονται οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτησή της στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με αυτήν της παρ. 1 του άρθρου 237 του ιδίου Κώδικα που τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, παρόλο που η τριτανακοπή συζητείται ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου (Εφετείου) Δικαστηρίου.
Το τελευταίο διότι, εφόσον η παρούσα συζήτηση επί της τριτανακοπής είναι η πρώτη για τον τριτανακόπτοντα, η ως άνω διάταξη του 237 ΚΠολΔ, που ως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της επιβάλλει, κατά τα προαναφερόμενα, την προ 20 ημερών κατάθεση των προτάσεων ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου όπως και θα εφαρμόζονταν από το τελευταίο, τυγχάνει εφαρμογής και στο παρόν Δικαστήριο.
Περαιτέρω, ενόψει του ότι α) σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 115 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί από την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ως εκ του χρόνου κατάθεσης της κρινόμενης τριτανακοπής), ενώπιον των πρωτοδικείων και των εφετείων, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις, διαφορετικά, αν δηλαδή είτε δεν καταθέσουν καθόλου είτε τις καταθέσουν εκπρόθεσμα, θεωρούνται ότι δεν λαμβάνουν μέρος κανονικά στη συζήτηση (είναι δικονομικά απόντες) και δικάζονται ερήμην...
οι δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή, που κατά τα ανωτέρω, κατέθεσαν εκπρόθεσμα τις προτάσεις τους, δεν έλαβαν μέρος κανονικά στη προκειμένη - πρώτη συζήτηση της τριτανακοπής και θεωρούνται δικονομικά απόντες, β) εφόσον άπαντες οι καθών η τριτανακοπή αναγκαίοι ομόδικοι, είναι απόντες στην παρούσα (πρώτη) συζήτησή της (οι μεν 3ος και 4η απουσιάζουν, οι δε 1ος και η 2η είναι δικονομικά απόντες) ουδείς εξ αυτών εκπροσωπείται από τους λοιπούς, και γ) κατά το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, στη περίπτωση ερημοδικίας του εναγόμενου (εν προκειμένω, των καθών η τριτανακοπή), οι περιεχόμενοι στην τριτανακοπή πραγματικοί ισχυρισμοί θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία και αυτή γίνεται δεκτή εφόσον κρίνεται νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που εξετάζεται αυτεπάγγελτα.
Με βάση τα ανωτέρω, η κρινόμενη τριτανακοπή για το παραδεκτό της οποίας περίληψη της καταχωρήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ, στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (ΑΠ 1461/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπως προκύπτει από το με αριθμό ... Πιστοποιητικό της Υποθ/κα Κρωπίας καθώς και στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο των επίδικων ακινήτων με ΚΑΕΚ 050750708000021940 και 050750708000021939 του Κτηματολογικού Γραφείου Κορωπίου σύμφωνα με το προσκομιζόμενο ακριβές αντίγραφο της με αρ.
πρωτ. 05075070800005098/13.01.2016 δήλωσης στο ως άνω Κτηματολογικό Γραφείο, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα επίδικα ακίνητα, αρμοδίως κατατέθηκε και εισάγεται προς συζήτηση στο παρόν - δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον το τελευταίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, κατά τα ανωτέρω, αφού εξαφανίστηκε η απορριπτική - εκκληθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή, ως και κατ' ουσία βάσιμη, η ως άνω διεκδικητική των επίμαχων ακινήτων αγωγή ..., στη δίκη επί της οποίας δεν είχε προσεπικληθεί κληθεί, ούτε καθ'οιονδήποτε τρόπο συμμετείχε ο τριτανακόπτων ο οποίος και δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο.
Ο τριτανακόπτων δικαιολογεί έννομο συμφέρον στην άσκησή της, αφού, τόσον με το σκεπτικό όσο και με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης θίγεται ως προς το επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητάς του επί αμφοτέρων των περιγραφόμενων στην ένδικη τριτανακοπή, ως άνω ακινήτων του αφετέρου, χωρίς να απαιτείται να τίθενται άμεσα σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, αφού η βλάβη ή η διακινδύνευσή τους δεν απαιτείται να είναι άμεση, αλλά αρκεί να είναι και απλώς έμμεση ή ενδεχόμενη...Η ένδικη τριτανακοπή εκδικαζόμενη κατά την τακτική διαδικασία, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1045 ΑΚ, 586 επ.
και 176 του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος να αναγνωριστεί κύριος των περιγραφόμενων σ' αυτήν δύο ακινήτων, που είναι απορριπτέο, αφού, ναι μεν τούτο αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος του, όχι όμως και αντικείμενο της προκείμενης επί της τριτανακοπής δίκης, η οποία αποβλέπει στην έναντι του τριτανακόπτοντα ανατροπή των βλαπτικών συνεπειών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον, όπως προαναφέρεται με αυτήν (τριτανακοπή) δεν ασκείται κάποιο ουσιαστικό δικαίωμα, ούτε επιδιώκεται η διάγνωσή του, αλλά η ενέργειά της εξαντλείται στην ανενέργεια ή ακύρωση της απόφασης.
Κατόπιν όλων αυτών και ενόψει του ότι, αφενός λόγω της ερημοδικίας των καθών, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της τριτανακοπής θεωρούνται ομολογημένα..., αφετέρου, δεν υφίσταται (άλλη) ένσταση αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη από το Δικαστήριο, πλην της ήδη ερευνηθείσας περί εννόμου συμφέροντος του τριτανακόπτοντα, πρέπει η τριτανακοπή, καθό μέρος κρίθηκε νόμιμη, να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να ακυρωθεί η με αριθμό 5677/2011 οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ως προς τον τριτανακόπτοντα >.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθέν ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 585,588,237ΚΠοΛΔ ως "το τελευταίο ίσχυε, πριν τροποποιηθεί με το τον 4335/2015, με αποτέλεσμα οι αναιρεσείοντες να δικαστούν ερήμην γιατί δεν κατέθεσαν προ 20 ημερών από τη συζήτηση της ένδικης τριτανακοπής προτάσεις δεν δίκασε αυτούς παρά το νόμο ερήμην και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.ΙΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος, αυτός (όπως και εκείνος του αριθ. 19 του ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται, όταν παραβιαστούν κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή, κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1277/2017, ΑΠ 1687/2013).
Τέτοιου δε δικονομικού δικαίου κανόνας είναι και εκείνος του άρθρου 222ΚΠοΛΔ με τον οποίο προβλέπεται η αναστολή της διαδικασίας λόγω εκκρεμοδικίας (ΑΠ 751/2017). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠοΛΔ υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου κατά το άρθρο 222ΚΠολΔ: Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα.
Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά αναστέλλεται αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη". Το εκ της ανωτέρω διατάξεως απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας, αποτελεί εκδήλωση της έννομης σχέσης της δίκης και συνίσταται στο ότι το δικαστήριο δεσμεύεται να μη συζητήσει εκ νέου την ίδια διαφορά μεταξύ των αυτών διαδίκων.
Όμως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας κατά την προαναφερθείσα διάταξη, μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν συνιστά παράλειψη κηρύξεως δικονομικού απαραδέκτου, υπό την έννοια της διατάξεως του αριθ. 14 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 207/2008, 290/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 1 και 14 ΚΠοΛΔ.. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι "ο πρώτος αναιρεσίβλητος, προ της ασκήσεως της ένδικης τριτανακοπής του, είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον του πρώτου αναιρεσείοντος την από 19/01/2015 (με αριθ.
εκθ. καταθ. δικογράφου: 6831/896/2015) αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του. Με την αγωγή αυτή ο πρώτος αναιρεσίβλητος προέβαλε δικαίωμα κυριότητας επί των ίδιων ακινήτων, που αναφέρει και περιγράφει στην ένδικη τριτανακοπή του, ήτοι: Α. ενός αγρού, κείμενου στη θέση ... του Δήμου ...., επιφάνειας 3.800 τμ, εμφαινόμενο στο, συνημμένο στην εν λόγω αγωγή και στην ένδικη τριτανακοπή του αναιρεσίβλητου, υπ' αριθμό II τοπογραφικό σχεδιάγραμμα υπό τα στοιχεία 4Α-4-3-2-1-Γ-Β-Α-Ε-Δ-9-8-7-6-5-5Α- 4Α, με τίτλο κτήσης το με αριθ. 22400/1980 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμ/φου Κρωπίας ..., μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας.
Β) Ενός άλλου αγρού, όμορου προς τα ανατολικά του ως άνω Α αγρού, του οποίου ο πρώτος αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι δήθεν απέκτησε την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία. Το ακίνητο αυτό εμφαίνεται στο, συνημμένο στην εν λόγω αγωγή και στην ένδικη τριτανακοπή του πρώτου αναιρεσίβλητου, υπ' αριθ. I τοπογραφικό διάγραμμα του δασολόγου μηχανικού Ε.
Κ.υπό περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Α-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ- Χ-Ξ-Ω, και στο, επίσης συνημμένο στα δικόγραφα της αγωγής και της τριτανακοπής του πρώτου αναιρεσίβλητου, II τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του ιδίου δασολόγου μηχανικού, εκτάσεως 3.193,20 τμ. Η δε ανοιχθείσα, με την άσκηση της παραπάνω αγωγής, δίκη δεν έχει περατωθεί και δεν έχει καταργηθεί μέχρι και σήμερα.
Συγκεκριμένα η άνω αγωγή συνεκδικάσθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την αντίθετη από 3-1-2013 διεκδικητική αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος εναντίον του πρώτου αναιρεσίβλητου και εκδόθηκε η με αριθ. 3204/2016 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης.
Επομένως, λόγω της προηγούμενης ασκήσεως της άνω αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής του πρώτου αναιρεσίβλητου υφίσταται εκκρεμοδικία κατά το άρθρο 221 ΚΠολΔ, έτσι ώστε η εκδίκαση της ένδικης τριτανακοπής, n οποία είναι κατ' ουσίαν αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή (όπως ισχυρίζεται ο πρώτος αναιρεσίβλητος στην σελ. 23 της ένδικης τριτανακοπής), έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 223 του ΚΠολΔ, να ανασταλεί έως ότου περατωθεί η δίκη, που ανοίχθηκε με την άσκηση της αγωγής αυτής του πρώτου αναιρεσίβλητου.
Όμως, παρά το γεγονός ότι κατά την εκδίκαση της ένδικης τριτανακοπής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, αφενός οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ένσταση εκκρεμοδικίας, αφετέρου δε, ο πρώτος αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του προσκόμισε μετ' επικλήσεως την ως άνω αγωγή του, αλλά και την με αριθ. 3204/2016 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επ' αυτής, το Δικαστήριο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης τριτανακοπής λόγω εκκρεμοδικίας, την οποία όφειλε να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως".
Ο αναιρετικός λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του εκ του άρθρου 559αρ 1 ΚΠοΛΔ είναι απαράδεκτος, αφού, ως προελέχθη, η πλημμέλεια αυτή αφορά κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και η διάταξη του άρθρου 222ΚΠοΛΔ έχει δικονομικό χαρακτήρα. Ομοίως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθ. 14ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής λόγω προϋφιστάμενης εκκρεμοδικίας, συνεπεία ασκήσεως προγενεστέρας όμοιας αγωγής είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495παρ 3 ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος πρώτου αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-3-2018 αίτηση αναίρεσης των Π. Φ. και Ά. Π. κατά της 2004/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ