Legislator Case Law & Legislation
1029/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as arguments were not properly raised in the lower court proceedings.

Case Number 1029/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision. The appellant argued the lower court erred by accepting facts not proven and misapplying evidence rules regarding property transfer. The court ruled these arguments were inadmissible because they constituted an evaluation of evidence rather than a new claim and did not meet the strict requirements for raising issues before the appellate court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 358 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects cassation grounds that merely re-evaluate evidence or assert facts not properly pleaded in the lower court, unless they constitute a public order issue or a specific statutory exception.

Keywords

AI generated
cassation inadmissibility Code of Civil Procedure evidence evaluation public order exception lower court facts legal representation court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 358 of the Code of Civil Procedure
Art. 338 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1029 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1029/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2'Πολιτικό Τμήμα .

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Σπαή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2017 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ` αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφ' όσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987). Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή. (ΑΠ 1289/2017).

Εν προκειμένω, με τα δύο τμήματα (υπό στοιχ. Α1, Α2) του πρώτου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά, κυρίως μεν στον αριθ. 1, επικουρικώς δε στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, "...κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου προέκυπτε, ότι, λόγω παρελεύσεως της οριζόμενης στο άρθρο 157 ΑΚ διετίας, αφότου δηλαδή ο τρίτος έλαβε γνώση δήθεν εξαπατήσεώς του, είχε αποσβεσθεί το δικαίωμα του Ν. Μ. (ειδικού διαδόχου του αναιρεσίβλητου) για ακύρωση της δικαιοπραξίας, είχε καταστεί αυτή απρόσβλητη και δεν ανατρέπονται οι έννομες συνέπειές της τουλάχιστον κατά την ενοχική της εκ της πωλήσεως επιρροή της, μεταξύ των οποίων ήταν και η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου οριστική πλέον είσπραξη τιμήματος 260.223,16 ευρώ και η οριστική επαύξηση της περιουσίας του από πράξη εξαρτώμενη αποκλειστικά από την καταβολή του αναιρεσιβλήτου εκ 57.036,54 ευρώ δια της μεταξύ των διαδίκων προηγούμενης άκυρης, ως αισχροκερδούς, δικαιοπραξίας..." Από την επισκόπηση του από 20-8-2013 δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, ο ισχυρισμός αυτός δεν προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου, από τον αναιρεσείοντα, ενώ δεν εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ. Επομένως, ο ως άνω αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Από τη διάταξη του αρθρ. 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβαρύνσεως, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 907 εδ. 1 του Α.Κ., παροχή που έγινε για ανήθικη αιτία δεν αναζητείται, αν η ανήθικη αιτία αφορά και τον δότη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι μεταξύ των περιπτώσεων για τις οποίες προβλέπεται υποχρέωση αποδόσεως της αδικαιολόγητης ωφέλειας, που αναφέρονται στο νόμο ενδεικτικώς, είναι και η παροχή για ανήθικη αιτία.

Όταν όμως η ανήθικη αιτία αφορά και τον δότη, η αναζήτηση της παροχής αποκλείεται. Αυτό προϋποθέτει εγκύρως γενόμενη παροχή και κατά συνέπεια έχει εφαρμογή μόνον επί των αναιτιωδών (αφηρημένων) και όχι επί των αιτιωδών δικαιοπραξιών, στις οποίες η παροχή είναι από την αρχή άκυρη, εκ της ανηθικότητας της αιτίας της.

Έτσι επί μεταβιβάσεως ακινήτου αιτία πωλήσεως και δικαστικής αναγνωρίσεως της ακυρότητας αυτής ως αισχροκερδούς (αρθ. 179 Α.Κ.) - οπότε είναι απολύτως άκυρη από την αρχή, τόσο η εκποιητική (εμπράγματη) όσο και η υποσχετική (ενοχική) δικαιοπραξία - δεν αποκλείεται, εκ της ανήθικης (αισχροκερδούς) αιτίας (μετά τη διεκδίκηση του ακινήτου), η αναζήτηση από τον αγοραστή του τιμήματος που έχει καταβληθεί, εφ' όσον η δικαιοπραξία, με βάση την οποία αυτό δόθηκε, είναι άκυρη( ΑΠ 1601/2003).

Εξ άλλου, νόμιμη αιτία δικαιολόγησεως του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία αν είναι ισάξια με αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Κατά την έκφραση του νόμου δικαιούχος της αξίωσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αυτός από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του οποίου επήλθε ο πλουτισμός σε άλλον χωρίς νόμιμη αιτία. Συνήθως τα δύο κριτήρια συμπίπτουν και μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο, αρκεί όμως να συντρέχει και οποιοδήποτε απ' αυτά, αδιάφορο ποίο από τα δύο, για τη θεμελίωση αξίωσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1438/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ 11/2017) ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, με τα λοιπά (Β1, Β2, Γ1-Γ3) τμήματα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, και ειδικότερα ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, ενώ διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, έσφαλε κατά την κρίση του, εφ' όσον : α) με εσφαλμένη ερμηνεία απέκλεισε την εφαρμογή της ΑΚ 907 παρ. 1, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της, που απέκλειαν περαιτέρω εφαρμογή της ΑΚ 904, εντεύθεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 904 και 907 παρ. 1 ΑΚ, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 1033, 513 και 150,157 ΑΚ, β) η προσβαλλομένη περιλαμβάνει ελλιπή αιτιολογία, διότι: (ι) δεν εξηγείται επαρκώς, γιατί δεν αρκεί για την εφαρμογή της ΑΚ 907 παρ. 1 και έτσι αποκλεισμό εφαρμογής της ΑΚ 904 η δεδομένη οριστική εγκυρότητα της υποσχετικής δικαιοπραξίας της πωλήσεως κατά το άρθρο 513 ΑΚ, αλλά απαιτείται οπωσδήποτε εγκυρότητα και της εμπράγματης δικαιοπραξίας κατ' άρθρο 1033 ΑΚ, ούτε εξηγείται γιατί, με άκυρη αισχροκερδή σύμβαση πωλήσεως ακινήτου, ο πωλητής δεν έχει την προστασία εκ της ΑΚ 907 παρ. 1, όσον αφορά στην επιστροφή του τιμήματος, καίτοι ο ίδιος δεν έχει, σύμφωνα με τις παραδοχές, καμμία δυνατότητα να αναζητήσει - διεκδικήσει το ακίνητό του από το δότη του τιμήματος αγοραστή και δεν το έχει διεκδικήσει από αυτόν, (ιι) δεν εξηγείται γιατί, ενώ ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε 57.036,54 ευρώ και με μοναδικό όχημα την καταβολή αυτή εισέπραξε από τρίτο 260.223,16 ευρώ, και μάλιστα οριστικά κατ' εφαρμογήν των άρθρων 150 και 157 ΑΚ και επήλθε έτσι όχι μείωση αλλά επαύξηση της περιουσίας του, αποκλείουσα την εφαρμογή της ΑΚ 904, εντούτοις εφαρμόσθηκε η τελευταία.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως, και ειδικότερα ως προς τη θεμελίωση της ευθύνης του αναιρεσείοντος από αδικαιολόγητο πλουτισμό, τα ακόλουθα: ''... Δυνάμει του ….32/1.11.2006 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ….., ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών ...

ο ενάγων, (και ήδη αναιρεσίβλητος) Κ. Α. του Ν. αγόρασε από τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα) Γ. Γ. του Α. ένα οικόπεδο 753,13 τ.μ, ευρισκόμενο εντός του οικισμού του δ. δ. ... του Δήμου ..., στη θέση "..." ... αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 260.200 ευρώ . Η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε με βάση το ….75/12.9.2006 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου … , με το οποίο ο εναγόμενος, παρείχε στον ενάγοντα την εντολή να πωλήσει και μεταβιβάσει μόνο στον εαυτό του με αυτοσύμβαση, το προπεριγραφόμενο οικόπεδο, οπότε ο ενάγων εκπροσωπώντας τον εναγόμενο πωλητή και παριστάμενος ο ίδιος ως αγοραστής κατάρτισε το ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Τίμημα στο οποίο θα έπρεπε να πωληθεί δεν καθορίστηκε στο πληρεξούσιο, ενώ με το ίδιο πληρεξούσιο ο εναγόμενος παρείχε την εντολή στον ενάγοντα όπως εξοφλήσει κάθε οφειλή του προς την .... Στη συνέχεια, ο εναγόμενος πωλητής με την από 28.5.2007 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, ζήτησε να ακυρωθεί η ως άνω σύμβαση πώλησης, λόγω φανερής δυσαναλογίας της πραγματικής αξίας του ακινήτου με το ως άνω τίμημα, αφού ο αγοραστής εκμεταλλεύθηκε την ανάγκη του (άρθρο 179, 180 ΑΚ).

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 42/2008 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της εναντίον της από 24.7.2008 έφεσης του ενάγοντος με την 278/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Ειδικότερα, με την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση, το Δικαστήριο δέχθηκε, κατ' αντικατάσταση της αιτιολογίας της με την απόφαση του Εφετείου ότι ο τότε εναγόμενος και σημερινός ενάγων, παρά το ότι εγνώριζε την ανάγκη του ενάγοντος και ήδη εναγομένου , συμφώνησε μαζί του να του πωλήσει το ως άνω ακίνητο αντί τιμήματος 300.000 ευρώ, υπολειπόμενου σαφώς της πραγματικής αγοραίας αξίας αυτού, ανερχόμενης στο ποσόν των 500.000 ευρώ, αποκτήσας αυτό έναντι παροχής (τιμήματος), η οποία είναι φανερά δυσανάλογη προς την παροχή (πωληθέν ακίνητο).

Ακολούθως αναγνώρισε ως άκυρη και αισχροκερδή την σύμβαση πώλησης που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων με το ως άνω συμβόλαιο. Κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε αναίρεση .... Περαιτέρω αναφορικά με το τίμημα που καταβλήθηκε για την αναγνωρισθείσα ως άκυρη δικαιοπραξία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά την μεταξύ αυτού και του εναγομένου συμφωνία, κατέβαλε στην Δ.Ο.Υ ..τα εξής ποσά: ...

Περαιτέρω, προκειμένου να εκδοθεί αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη στο Δημόσιο του εναγόμενου - πωλητή και να συνταχθεί το ανωτέρω συμβόλαιο ο ενάγων σε εκπλήρωση της μεταξύ αυτού και του εναγομένου συμφωνίας ότι στο συνομολογηθέν τίμημα της αγοραπωλησίας περιλαμβάνονταν και οι οφειλές του εναγόμενου προς τρίτους, μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε στη Δ.Ο.Υ ...

επιπλέον των προαναφερόμενων, το ποσό των 5.668,28 ευρώ για το οποίο εκδόθηκε το ... αποδεικτικό ενημερότητας της Δ.Ο.Υ στο όνομα του εναγομένου ως παρακράτηση λόγω σύνταξης του ….232/1.11.2006 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... ........ προς απόδοση στην Δ.Ο.Υ. Ήτοι συνολικά ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο ως τίμημα για την ανωτέρω αγοραπωλησία το ποσό των 66.902, 92 ευρώ.

Μετά την αναγνώριση με την 42/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας της ακυρότητας, ως καταπλεονεκτικής και αντίθετης στο άρθρο 179 ΑΚ, της σύμβασης πώλησης του περιγραφομένου ακινήτου του εναγομένου και εξ υπαρχής ακύρου του άνω συμβολαίου, είναι νόμιμο, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα, το αίτημα του ενάγοντος για επιστροφή σ' αυτόν του τιμήματος, που πράγματι κατέβαλε ως τίμημα της ανωτέρω αγοραπωλησίας ενώ ήδη ο εκ της ως άνω αγοραπωλησίας αδικαιολογήτως πλουτήσας εναγόμενος πωλητής έχει διεκδικήσει το αντικείμενο αυτής (ήτοι το ακίνητο) από τον Π.

Γ. του Ι. προς τον οποίο μεταβιβάστηκε στη συνέχεια διαδοχικά το ακίνητο, ασκώντας την από 29.12.2010 διεκδικητική αγωγή του.

Συνεπώς ο εναγόμενος κατά το ανωτέρω ποσό των 66.902, 92 ευρώ έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερος από την περιουσία του ενάγοντος... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πριν την άσκηση της από 28.5.2007 αγωγής του εναγόμενου πωλητή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας για την αναγνώριση της ακυρότητας της αισχροκερδούς δικαιοπραξίας, ο ενάγων αγοραστής προέβη σε μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου, λόγω πώλησης στον Ν.

Μ. του Χ., με το ….19/28.11.2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ... ......., όπως αυτό διορθώθηκε με την ….31/7.12.2006 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, έναντι συνομολογηθέντος τιμήματος 260.223,16 ευρώ, αμφότερα τα συμβόλαια νομίμως μεταγεγραμμένα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου …...... Στην συνέχεια ο Ν.

Μ. του Χ. , μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως το ίδιο ακίνητο στον Π. Γ. του Ι., δυνάμει του ...55/7.11.2007 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ..., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …....... Ο εναγόμενος πωλητής άσκησε εναντίον των ανωτέρω την από 29.12.2010 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας με την οποία, μεταξύ άλλων, ζήτησε αφενός μεν να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του ακινήτου καθώς και η ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας των ως άνω διαδοχικών αγοραστών αφετέρου δε να υποχρεωθεί ο τελευταίος αγοραστής Π.

Γ. του Ι., ως νομέας του ακινήτου, να του το αποδώσει. Επί της αγωγής αυτής που συζητήθηκε αντιμωλία του Π. Γ. και ερήμην των λοιπών, εκδόθηκε η 13/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων πωλητής είναι κύριος του ακινήτου και ότι δεν υφίσταται δικαίωμα κυριότητας των λοιπών, καθόσον μετά την απαγγελθείσα, με την παραπάνω απόφαση απόλυτη ακυρότητα, το δικαίωμα επίκλησης αυτής υφίσταται έναντι παντός, ακόμη και κατά του καλής πίστεως τρίτου με συνέπεια, εφόσον ο αρχικός αγοραστής ενάγων δεν απέκτησε κυριότητα δεν μπορούσε να μεταβιβάσει περαιτέρω την κυριότητα του ακινήτου, υποχρεώθηκε δε ο Π.

Γ. να αποδώσει το ακίνητο στον εναγόμενο. Εν τω μεταξύ ο εν λόγω Π. Γ., ο οποίος και κατείχε το ακίνητο, άσκησε την από 10.2.2012 τριτανακοπή του ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ζήτησε να ακυρωθεί η ανωτέρω 278/2010 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, επί της οποίας εκδόθηκε 273/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ερήμην του εδώ ενάγοντος Κ.

Α. του Ν. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, που την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και κατά της τελευταίας ο τριτανακόπτων άσκησε την 25/26.9.2013 αναίρεσή του... Εξάλλου ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν υποχρεούται σε απόδοση του ένδικου πλουτισμού, αφού αυτός δεν σώζεται , κρίνεται επίσης απορριπτέος για το λόγο ότι τα καταβληθέντα από τον ενάγοντα ποσά αναλώθηκαν αποκλειστικά για την κάλυψη ισόποσων υποχρεώσεών του (εναγομένου) σε τρίτους δανειστές , ιδίως δε στο Ελληνικό Δημόσιο και στην ..., τις οποίες άλλως θα κάλυπτε εξ ιδίων χρημάτων, ενώ σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο πλουτισμός θεωρείται ότι σώζεται όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης διέθεσε για την εξόφληση δικού του χρέους ή για δικές του ανάγκες, τις οποίες θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες. ...

Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων, μεταβιβάζοντας, με το ….19/28.11.2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ... ......., όπως αυτό διορθώθηκε ως προς το ακριβές εμβαδόν του οικοπέδου δυνάμει της ….31/7.12.2006 πράξης της ίδιας Συμβολαιογράφου, που έχουν μεταγράφει νόμιμα, στον Ν. Μ. του Χ. το ίδιο οικόπεδο, αντί φερομένου ως συνομολογηθέντος τιμήματος πώλησης 260.223,16 ευρώ, ισόποσο με την αντικειμενική αξία, είκοσι πέντε ( 25) ημέρες μετά την μεταβίβαση προς αυτόν, και εισπράττοντας κατά την υπογραφή του συμβολαιογραφικού εγγράφου το ποσόν των 50.223,16 ευρώ, το δε υπόλοιπο ποσόν των 210.000 ευρώ από χρηματοδότηση δανείου, που έλαβε ο αγοραστής από τη ….., συνταχθείσης της ….53/19.12.2006 εξοφλητικής πράξης της ίδιας Συμβολαιογράφου σε συνδυασμό με την 29/10.2.2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, αποκόμισε καθαρό όφελος 203.186,62 ευρώ (260.223.16-57.036,54 ευρώ), με συνέπεια την επαύξηση της περιουσίας του και συνακόλουθα την άρση της προϋπόθεσης της ζημίας του και της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, με τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει την ένσταση ότι ο δότης ενάγων δεν δικαιούται να αξιώσει από αυτόν ως λήπτη τον πλουτισμό του επειδή κάλυψε την ζημία του, εισπράττοντας από τρίτο πρόσωπο ποσό ίσο με τον πλουτισμό αυτού (εναγομένου) από την περαιτέρω μεταβίβαση του ακινήτου και ως εκ τούτου δεν επήλθε αντίστοιχη μείωση στην περιουσία του, δεν είναι νόμιμος, εφόσον ο ενάγων, λόγω της απόλυτης ακυρότητας της μεταξύ αυτού και του ενάγοντος δικαιοπραξίας δεν ήταν φορέας του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας επί του ακινήτου και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να μεταβιβάσει δικαίωμα κυριότητας που δεν είχε, ώστε να εξασφαλίζει τη δυνατότητα είσπραξης τιμήματος που θα περιερχόταν σ' αυτόν ως ωφέλημα προς κάλυψη της ζημίας του, με πράξη που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την καταβολή.

Έτσι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση περιέλευσης στον ζημιωθέντα δότη ωφελημάτων δηλ. ανταλλάγματος είτε από τον λήπτη είτε από τρίτο ώστε να αποκλείεται για αυτόν η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού...''. Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ - και ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 907,150 και 157 του ΑΚ, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες - ενώ δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, εφ' όσον από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, επαρκείς και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά στη θεμελίωση της ευθύνης του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, εφ' όσον, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, κατόπιν αγωγής του αναιρεσείοντος, η συναφθείσα με το ανωτέρω συμβόλαιο μεταβιβαστική της κυριότητας, αιτία πωλήσεως, δικαιοπραξία κρίθηκε τελεσιδίκως άκυρη, ως αντιτιθέμενη στα χρηστά ήθη κατ' άρθρο 179 ΑΚ, αυτός κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, ως προς το καταβληθέν τίμημα, το οποίο οφείλει να αποδώσει, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.

Εξ άλλου, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση περιελεύσεως στο ζημιωθέντα αναιρεσίβλητο ωφελημάτων, δηλαδή ανταλλάγματος είτε από τον λήπτη είτε από τρίτο, ώστε να αποκλείεται για αυτόν η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, δοθέντος ότι αυτός δεν ήταν φορέας του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας επί του ακινήτου και ως εκ τούτου δεν ηδύνατο να μεταβιβάσει δικαίωμα κυριότητας που δεν είχε, ώστε να εξασφαλίζει τη δυνατότητα εισπράξεως τιμήματος, που θα περιερχόταν σ' αυτόν ως ωφέλημα προς κάλυψη της ζημίας του, με πράξη που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την καταβολή.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος, κατά τα προαναφερθέντα σκέλη του, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1424/2017), ενώ δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας για το αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, που μνημόνευσε στην απόφασή του, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007) και επίσης δεν ιδρύεται από παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ειδικότερων περιστατικών, που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν δεν συμπίπτουν απολύτως, χωρίς όμως να διαφέρουν ουσιωδώς, από τα περιστατικά της αγωγής (ΑΠ 846/2017).

Ο όρος "πράγματα" στην ανωτέρω διάταξη είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, όχι δε και οι αρνητικοί των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών ισχυρισμοί του διαδίκου, ή τα επιχειρήματα των διαδίκων και του δικαστηρίου από την εκτίμηση και γενικώς τη στάθμιση των αποδείξεων (ΑΠ 663/2018).

Εξ άλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, έχει δικαίωμα από το νόμο ( αρθρ. 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικώς με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποία είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη, ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ732/2017).

Περαιτέρω, από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη( ΑΠ 791/2017).

Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης( ΑΠ 188/2017).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα ακόλουθα: " ...Το Εφετείο, παρά και την σιωπηρή αλλά σαφή ομολογία του αναιρεσιβλήτου διά των προτάσεών του (με την δεσμευτικότητα εκ του άρθρου 358 ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι, λόγω αδυναμίας του να μεταβιβάσει την κυριότητα ακινήτου, την οποία δεν είχε, στον Ν.

Μ., δεν εξασφαλίζει δυνατότητα είσπραξης στο μέλλον του τιμήματος, εκλαμβάνοντας σαφώς πλην οπωσδήποτε εσφαλμένα ως αληθές γεγονός, ενώ αποδείχθηκε αναληθές, ότι εκκρεμεί η είσπραξή του, καίτοι ταυτόχρονα δέχεται και αναφέρει το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και την πράξη εξόφλησης, αμφότερα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δηλαδή δημόσια έγγραφα πλήρους αποδεικτικής δύναμης κατ' άρθρο 338 ΚΠολΔ, από τα οποία προκύπτει ως γεγονός, η από του έτους 2006 είσπραξη και εξ ολοκλήρου του ποσού των 260.223,16 ευρώ διά πράξεως αιτιωδώς συνδεόμενης με την αισχροκερδή καταβολή του.

Δηλαδή, το Εφετείο και με ανύπαρκτες, άλλως ελλιπείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε πράγματα ασκούντα καταλυτική επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να προβληθούν, δέχθηκε άλλα πράγματα ως αληθινά χωρίς αποδείξεις και ακόμα παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, υπέπεσε έτσι στις πλημμέλειες αν όχι εκ του αριθμού 19 οπωσδήποτε εκ των αριθμών 8, 10 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ...".

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι : α) η ως άνω αναφορά του αναιρεσιβλήτου δεν αποτελεί δικαστική ομολογία, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, για να καταλήξει σε διατύπωση συμπερασμάτων και κρίσεων, και επιχειρήματα προς στήριξη της αγωγής του και β) τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν ''πράγμα'' υπό την προεκτεθείσα έννοια του όρου, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω παραδοχή του και ακολούθως στο αποδεικτικό πόρισμα του περί της αβασιμότητας της αγωγής από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτήν, και δη των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων και των παρά των διαδίκων νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντων εγγράφων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-7-2017 αίτηση του Γ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 30/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ