Legislator Case Law & Legislation
1029/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to examine independent claim regarding bad evidence assessment.

Case Number 1029/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Patras Regional Court of Appeal, finding a procedural error in the lower court's handling of the case. The appellant argued that the appellate court failed to examine an independent claim regarding the poor assessment of evidence, which was raised in the appeal against the first-instance judgment. The court ruled that such claims constitute independent grounds for appeal and must be reviewed, leading to the annulment of the appellate decision and remittal for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An independent claim for bad assessment of evidence constitutes a valid ground for appeal, requiring the appellate court to examine it substantively rather than dismissing it as merely an argument supporting another ground.

Keywords

AI generated
independent appeal ground bad assessment of evidence appellate court error remittal for retrial Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Constitution
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure
Article 281 para. 2 of the Municipalities and Communities Code
Article 1 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
OLAP 3/2008
OL. AP 11/1996
AP 406/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1029 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1029/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, ως καθολικού διαδόχου του .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουρή.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Λ. του Σ., κατοίκου ... του .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μπιρπανάγου.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε.

Για το αίτημα της αναβολής το λόγο έλαβε και η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου, η οποία δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-7-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, εισάγεται προς κρίση η από 8-07-2016 αίτηση αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 53/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απερρίφθη η από 6-5-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 16/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Με την πρωτοβάθμια απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 7-9-2006 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά την επικουρική της βάση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και ανεγνωρίσθη η οφειλή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου ποσού 245.940 ευρώ.

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επειδή, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήριο υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983 όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί από το νόμο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου, ενώ αντίθετα όταν υφίσταται σχέση ιδιωτικού δικαίου ιδρύεται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995, 138/1966).

Με το άρθρο δε 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι`), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε, παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή, αξίωση.

Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολ ΑΠ 7/2001, 8/2000). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 παρ. 1 και 908 εδ. α’ προκύπτει, ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης συμβάσεως, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, εφ’ όσον υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1307/2010, 786/07).

Εν προκειμένω, όπως δέχεται και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει στην αγωγή του, ότι με άτυπη σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του εναγομένου ... την 3-1-2005, ανέλαβε να μεταφέρει με το φορτηγό αυτοκίνητό του καθ’ όλο το έτος 2005 τα στερεά απόβλητα της περιοχής τού εναγόμενου σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους (χωματερές) και ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής πραγματοποίησε συνολικά 207 μεταφορές- δρομολόγια, για τις οποίες η συνολικώς συμφωνηθείσα αμοιβή του ανέρχονταν στο ποσό των 246.330 ευρώ.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε, επικαλούμενος επικουρικά και τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να του καταβάλει και το άνω ποσό των 246.330 ευρώ. Με την αγωγή αυτή και υπό το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα, εισάγεται διαφορά ιδιωτικού δικαίου, ανήκουσα στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων και όχι διοικητική διαφορά ουσίας, διότι η επικαλούμενη ως άνω σύμβαση δεν είναι διοικητική, εφ’ όσον με αυτήν δεν είχε δημιουργηθεί εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς που να παρέχει υπερέχουσα θέση στο αναιρεσείον Δημόσιο απέναντι στη αντισυμβαλλόμενη αναιρεσίβλητη, συμφώνως προς τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση.

Επομένως το Εφετείο Πατρών, που δίκασε τη διαφορά αυτή σε δεύτερο βαθμό και με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.4 ΚΠολΔ, εντεύθεν ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", κατά την έννοια της ρηθείσης διατάξεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (ΟλΑΠ 3/2008).

Για την ίδρυση δηλαδή του αντιστοίχου λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως. Οι λόγοι αυτοί, αν και αναφέρονται αποκλειστικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, είναι "πράγματα" με την προεκτεθείσα έννοια, εφ’ όσον και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων αποτελεί παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως που θεμελιώνει την έφεση (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Στην περίπτωση αυτή, το σφάλμα της αποφάσεως δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται αλλ’ αρκεί να μνημονεύεται ότι εξ αιτίας τούτου κατέληξε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό (ΑΠ 406/2003).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη προβάλλεται, κατ’ ορθή εκτίμηση, η από το άρθρο 559 αριθ.8 αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό, που πρότεινε ο αναιρεσείων με την έφεση του, και ειδικότερα δεν έλαβε υπ’ όψη τον ισχυρισμό του για κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Από το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης από 6-5-2008 εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως προκύπτει ότι ο τελευταίος παραπονέθηκε με τους λόγους αυτής για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, περιορίσθηκε στην εξέταση των λόγων εφέσεως, που ανεφέροντο στη θεμελίωση του παραδεκτού της αγωγής και δεν έλαβε υπ’ όψη τον διαλαμβανόμενο στην έφεση αυτοτελή λόγο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, γι’ αυτό και δεν προέβη στην κατ’ ουσίαν έρευνα της διαφοράς και επανεκτίμηση των αποδείξεων, εντεύθεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την είχαν δικάσει προηγουμένως. (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις,(άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ.), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 53/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα (1350) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ