Legislator Case Law & Legislation
1029/2016 AI generated

1029/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1029/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Τζιούβα, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1029/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): σελ. 10 των άνω πρακτικών), που περιγράφεται, ως "Αναλυτική επιμέτρηση". Το έγγραφο αυτό συγκεκριμενοποιείται χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες ούτε να προκαλείται σύγχυση για την ταυτότητά του, αφού φέρει αρίθμηση, που επιτρέπει τον ακριβή προσδιορισμό του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του, όπως η ημεροχρονολογία και ο συντάκτης του.

Keywords

AI generated
work subject to authorization intellectual forgery bogus self-employment registration of construction lien readiness for construction assurance of proper business conduct
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1029 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1029/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Τζιούβα, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Ι. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1710/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2015, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 21 Σεπτεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1120/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.

δ’ Κ.Ποιν.Δ.), από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ’ αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της αποφάσεως, ούτε να μνημονεύεται ποίο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του.

Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητος του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρ. 358 Κ.Ποιν.Δ.) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση του εγγράφου παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο (πληρότητα ή μη του τίτλου), κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο αλλά από το αν αναγνώσθηκε πραγματικά ή όχι.

Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.- Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των μνημονευόμενων ως αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος, περιλαμβάνεται και το επισημαινόμενο από τον τελευταίο στο αναιρετήριο με αύξοντα αριθμό 19 και όχι 18, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως- (βλ.

σελ. 10 των άνω πρακτικών), που περιγράφεται, ως "Αναλυτική επιμέτρηση". Το έγγραφο αυτό συγκεκριμενοποιείται χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες ούτε να προκαλείται σύγχυση για την ταυτότητά του, αφού φέρει αρίθμηση, που επιτρέπει τον ακριβή προσδιορισμό του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του, όπως η ημεροχρονολογία και ο συντάκτης του.

Και τούτο, διότι με την ανάγνωση του κειμένου του κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στον κατηγορούμενο και τους συνηγόρους του, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις ως προς αυτό, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του εν λόγω εγγράφου στα πρακτικά, ενώ ο αναιρεσείων, όπως επίσης προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προέβαλε, ο ίδιος ή δια των συνηγόρων του, καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση του εγγράφου τούτου, οπότε δεν στερήθηκε του, απορρέοντος από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ., κατά τα άνω υπερασπιστικού του δικαιώματος, εφόσον είχε την ευχέρεια στο ακροατήριο να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

Έτσι, με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του πιο πάνω αναγνωσθέντος εγγράφου, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 242 παρ.1 Π.Κ., "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".

Από τη διάταξη αυτή με την οποία προστατεύεται η γενική εμπιστοσύνη στην υποχρέωση αληθείας των υπαλλήλων που εκδίδουν δημόσια έγγραφα προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (γραπτού ψευδούς ή διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται αντικειμενικώς α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ.

α’ και 263Α Π.Κ., αρμόδιος καθ’ ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ’ Π.Κ. και δη δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ’ αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία γενικώς και αφηρημένως μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ως περιστατικό δεν νοείται το γεγονός που έχει συμβεί ή συμβαίνει κατά το χρόνο της βεβαιώσεως η αν όχι εκείνο που πρόκειται να συμβεί στο μέλλον, εκτός εάν το τελευταίο είναι αναποστάτως συνδεδεμένο με τέτοια γεγονότα υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητάς του, ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή εξ αντικειμένου και στη θέληση ή αποδοχή αυτού να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες.

Το άρθρο 13 στοιχ. α’ Π.Κ. ορίζει ότι "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου", το δε άρθρο 263Α του ίδιου Κώδικα επεκτείνει την υπαλληλική ιδιότητα στους δημάρχους ή προέδρους κοινοτήτων και σε όσους υπηρετούν, μόνιμα ή πρόσκαιρα, μεταξύ άλλων, σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν στο Κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του άνω αδικήματος πρέπει ο υπάλληλος να εκδώσει ή να συντάξει δημόσιο έγγραφο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχουν αναθέσει, στο οποίο να βεβαιώνει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, γνωρίζοντας ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και, επομένως, συστατικό στοιχείο του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως είναι και η αρμοδιότητα καθ’ ύλη και κατά τόπο του υπαλλήλου προς έκδοση του εγγράφου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ., "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη".

Από τη διάταξη αυτή, με την οποία προστατεύεται το έννομο αγαθό της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας, για το γενικότερο συμφέρον, συνάγεται ότι, για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ.

α’ και 263Α του Π.Κ., απαιτούνται α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημόσιων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας του (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος) και γ) σκοπός, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη.

Επομένως, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνο αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων. Για να συντρέχει δε ο ανωτέρω σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης πρέπει, όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο όρος "με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον" λογικά σημαίνει, ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον, ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο).

Έτσι, μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει τέτοια αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος να είναι είτε ο αποκλειστικός τρόπος είτε ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπούμενου οφέλους ή της βλάβης. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει, δηλαδή, όταν η ωφέλεια ή η βλάβη, που επιδιώκει ο δράστης, μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.

Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και πρόσθετα στοιχεία, όπως, μεταξύ άλλων, ορισμένος περαιτέρω σκοπός (υπερχειλής δόλος), ως συμβαίνει επί παραβάσεως καθήκοντος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που δικαιολογούν τον άνω σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας και καθίσταται αναιρετέα για τον προεκτεθέντα λόγο.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Τέτοια δε περίπτωση υφίσταται και όταν η παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, όταν, δηλαδή, έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 1710/2015, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, τα εξής: "Ο μάρτυρας κατηγορίας Μ.

Κ. του Χ., διατέλεσε Νομάρχης ... από 01,03-2000 έως 31.12.2002 και. από 01.01.2007 έως 31,12,2010 και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την δεύτερη κατηγορουμένη, Τ. Κ. και το σύζυγο της Α. Κ. του Γ., γεγονός που ουδόλως αμφισβήτησε στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ένορκη κατάθεση του, Στα πλαίσια των άνω φιλικών σχέσεων, ο ανωτέρω μάρτυρας με την ιδιότητα του Νομάρχη ...

κατά την ως άνω πρώτη θητεία του, ανέθεσε το έτος 2002 στην δεύτερη κατηγορουμένη, Τ. Κ., που ήταν εμπειροτέχνης χωματουργικών έργων οδοποιίας, με απευθείας ανάθεση την κατασκευή των έργων: α) "Αμμοχαλικόστρωση τμήματος αγροτικού δρόμου ...", προϋπολογισμού 15.000 €, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 18420/23.10.2002 απόφασης του Νομάρχη ..., Κ.

Μ., β) "Αμμοχολικάστρωση Αγροτικών δρόμων στο ...", προϋπολογισμού 300.000 € και γ) "Διάνοιξη δρόμου στην δασική περιοχή τρείς ..." προϋπολογισμού 100.300 €. Η ανάθεση των υπό στοιχείο β’ και γ’ έργων ήταν προφορική και επειδή δεν είχε εξασφαλίσει ο ανωτέρω Νομάρχης τις αναγκαίες πιστώσεις για την χρηματοδότηση τους, συμφώνησε με τη δεύτερη κατηγορούμενη να καταβληθεί η αμοιβή της το έτος 2004 με την έγκριση του προϋπολογισμού της Ν.Α ...

του 2004. Η τελευταία εκτέλεσε τα ως άνω έργα και μετά την τελική επιμέτρησή τους παραδόθηκαν στην Νομαρχία και παρελήφθησαν απ’ αυτήν και παραδόθηκαν στην κοινή χρήση ήδη από τα τέλη του 2002. Εντούτοις ο ανωτέρω μάρτυρας δεν επανεξελέγη Νομάρχης στις Νομαρχιακές εκλογές του 2002 και απέβησαν άκαρπες οι προσπάθειες της δεύτερης κατηγορούμενης για την είσπραξη της εργολαβικής της αμοιβής για τα υπό στοιχείο β’ και γ’ έργα από τον νεοεκλεγέντα Νομάρχη.

Ωστόσο στις επόμενες Νομαρχιακές εκλογές εξελέγη ως Νομάρχης ο ανωτέρω Μ. Κ. και κατά την νέα θητεία του (από 01-01-2007 έως 31-12-2010), δεχόμενος τις συνεχείς οχλήσεις της φίλης του δεύτερης κατηγορουμένης προς εξόφληση της εργολαβικής της αμοιβής για τα υπό στοιχεία β και γ’ έργα, αποφάσισε να ικανοποιήσει τις ως άνω απαιτήσεις της δεύτερης κατηγορουμένης, αναφορικά με την εργολαβική αμοιβή της, που συμφωνήθηκε μεταξύ των προφορικά για την κατασκευή του έργου "Αμμοχαλικόστρωση Αγροτικών δρόμων στο ...", και προς τούτο με πρωτοβουλία του ανωτέρω Νομάρχη έγιναν εικονικές δημοπρασίες για δήθεν δύο έργα με τίτλους "Αγροτικός δρόμος ..." προϋπολογισμού 30.000 € και "Αμμοχαλικόστρωση αγροτικών δρόμων στο ...

Δήμου Γιαννιτσών", προϋπολογισμού 45.000 €, χρηματοδοτούμενα από τους ΚΑΠ ΝΑ ..., και δη το έτος 2007 το έργο "Αγροτικός δρόμος ..." και το έτος 2008 το έργο "Αμμοχαλικόστρωση αγροτικών δρόμων στο ... Δήμου Γιαννιτσών", και σε αμφότερα αναδείχθηκε δήθεν ως μειοδότης η δεύτερη κατηγορουμένη και μάλιστα υπογράφηκαν και εικονικές από 19 09-2007 και από 26-08-2008 εργολαβικές συμβάσεις κατασκευής.

Πάντα ταύτα, αποδεικνύονται από την αξιολογική εκτίμηση και συγκριτική αντιπαράθεση όλων των ως άνω αποδεικτικών μέσων και ιδίως από την με ημερομηνία 20.01.2012 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Κ. Α., την υπ’ αρθμ. …/21.08.2012 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων που έδωσαν οι, Σ. Β., Σ. Μ. και Γ. Ν., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Γιαννιτσών, οι καταθέσεις των οποίων όχι μόνον δεν αναιρούνται ούτε καν τίθενται σε αμφιβολία από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αλλά απεναντίας ενισχύονται από τα αναγνωστέα ως άνω έγγραφα, ιδίως από τα έγγραφα του έτους 2002 στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η από 29.11.2002 Αναλυτική επιμέτρηση Έργου:

Αμμοχαλικόστωση Αγροτικών δρόμων στο ..., Προϋπολογισμός 300,000 €, που φέρει τις υπογραφές των καταμετρήσαντων και δη της κατασκευάστριας του ως άνω έργου δεύτερης κατηγορούμενης, του Ν. Γ., υπάλληλου της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της ΝΑ ... καθώς και τη θεώρηση από τον Διευθυντή της ως άνω Διεύθυνσης, Β.

Π., με την υπογραφή του και τη σφραγίδα της ΝΑ .... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο αυτό κατά το οποίο το ήδη κατασκευασθέν και παραδοθέν κατά το έτος 2002 έργο "Αμμοχαλικόστρωση Αγροτικών δρόμων στο ...", εμφανίζεται να δημοπρατείται και να κατασκευάζεται από τη δεύτερη κατηγορουμένη κατά τα έτη 2007 και 2008, τέλεσαν οι κατηγορούμενοι τις αποδιδόμενες σ’ αυτούς αξιόποινες πράξεις και δη: 1) 0 πρώτος κατηγορούμενος (Ι.

Χ.): Α) της 19-10-2007, 14-11-2007, 24-09-2008 και 07-11-2008 στην Έδεσσα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος όντας υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση, δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς σε τέτοιο έγγραφο περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ο εν λόγω κατηγορούμενος ενεργώντας άλλοτε από κοινού με τον υπάλληλο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Ν.Α ..., Γ.

Ν. και άλλοτε κατά μόνας και δη όντας υπάλληλος, Αναπληρωτής Προϊστάμενος στο Τμήμα Κατασκευής - Συντήρησης Έργων Οδοποιίας της Ν.Α, ..., συνέταξε και εξέδωσε την από 19-10-2007 βεβαίωση περαίωσης εργασιών που αφορούσε το έργο, "Αγροτικά Δρόμος ..." βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς ότι μετέβη στον τόπο του έργου για επιθεώρηση των εκτελεσθέντων εργασιών και ότι οι εργασίες εκτελέσθηκαν εντός της προθεσμίας περαίωσης αυτών, δηλαδή την 19-10-2007 και ότι σε αυτό δεν διαπιστώθηκαν ουσιώδεις ελλείψεις ενώ στην πραγματικότητα το έργο δεν εκτελέσθηκε το έτος 2007 αλλά έγιναν εργασίες αμμοχαλικόστρωστης των αγροτικών δρόμων στο ...

το έτος 2002 από την Κ. Τ. Επιπροσθέτως της 14-11-2007 με την προαναφερθείσα ιδιότητα του από κοινού με τον Γ. Ν. συνέταξε και εξέδωσε την 1η εντολή πληρωμής και πιστοποίηση για πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών του έργου "Αγροτικός Δρόμος ..." ποσού 25.301,67 ευρώ, βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς ότι πραγματοποιήθηκαν δαπάνες ύψους 25,301,67 ευρώ και το εμπρόθεσμο της εκτέλεσης των εργασιών και την 04-12-2002.

την 2η εντολή πληρωμής και πιστοποίηση για πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών του έργου "Αγροτικός Δρόμος ..." ποσού 25,301,67 ευρώ, βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς ότι πραγματοποιήθηκαν δαπάνες ύψους 3.759,31 ευρώ και το εμπρόθεσμο της εκτέλεσης των εργασιών. Περαιτέρω, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, συνέταξε και εξέδωσε την από 24-09-2008 βεβαίωση περαίωσης εργασιών που αφορούσε το ως άνω έργο, βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς ότι μετέβη στον τόπο του έργου για επιθεώρηση των εκτελεσθέντων εργασιών και ότι οι εργασίες εκτελέσθηκαν εντός της προθεσμίας περαίωσης αυτών, δηλαδή την 24-09-2008 και ότι σε αυτό δεν διαπιστώθηκαν ουσιώδεις ελλείψεις ενώ στην πραγματικότητα το έργο δεν εκτελέσθηκε το έτος 2008 αλλά το έτος 2002 από την Κ.

Τ. Επιπροσθέτως, της 07-11-2008 ο κατηγορούμενος από κοινού με τον Γ. Ν. και με της προαναφερθείσες ιδιότητες της συνέταξε και εξέδωσε την 1η εντολή πληρωμής και πιστοποίηση για πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών του έργου "Αμμοχαλικόστρωση δρόμων στο ... Δήμου Γιαννιτσών" ποσού 43,649,25 Ευρώ, βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς ότι πραγματοποιήθηκαν δαπάνες ύψους 43.649,25 ευρώ και το εμπρόθεσμο της εκτέλεσης των εργασιών ενώ στην πραγματικότητα το έργο δεν εκτελέσθηκε το έτος 2008 αλλά το έτος 2002 από την Κ.

Τ. β) της 19-9-2007 και 26-08-2008 στην Έδεσσα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ως υπάλληλος με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει άλλον. Συγκεκριμένα ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος στο Τμήμα Κατασκευής-Συντήρησης Έργων Οδοποιίας της Ν.Α. ...

προχώρησε την 19-09-2007 στην σύναψη εργολαβικής σύμβασης κατασκευής του Έργου "Αγροτικός Δρόμος ..." με την Κ. Τ., εμπειροτεχνίτη, και της 26-08-2008 στην σύναψη εργολαβικής σύμβασης κατασκευής του έργου "Αμμοχαλικόστρωση δρόμων στο ... Δήμου Γιαννιτσών" μι την ίδια ως άνω Κ. Τ., παραβαίνοντας τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, καθόσον οι αναθέσεις των αναφερόμενων ανωτέρω έργων ήταν εικονικές αφού στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για έργα που θα πραγματοποιηθούν στο μέλλον αλλά για έργο αμμοχαλικόστρωσης των αγροτικών δρόμων στο ...

που είχε ήδη κατασκευασθεί το έτος 2002 από την Κ. Τ. δίχως να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες για την τότε σύναψη της σύμβασης και την ανάθεση του έργου κατά τη νομοθεσία για τα δημόσι έργα καθόσον δεν είχε εγκριθεί η τεχνική μελέτη του έργου από τη Νομαρχιακή Επιτροπή και δεν είχε διενεργηθεί ανοικτός διαγωνισμός της ανεύρεση πλειοδότη, με αποτέλεσμα να επέλθει βλάβη στην Ν.Α ...

καθόσον κατέστη εφικτό να εκταμιευτούν τα χρηματικά ποσά των 25.304,16, 3,759,31 και 43.644,20 ευρώ με αντίστοιχη ωφέλεια της Κ. Τ.".

Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84 παρ.2 περ. α’ Π.Κ.), των αξιόποινων πράξεων α) της ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας και β) της παραβάσεως καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση, για κάθε μία από τις οποίες του επέβαλε φυλάκιση δέκα (10) μηνών και συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον πρώτο κατηγορούμενο (Ι.

Χ.) ένοχο και ειδικότερα του ότι: Α} Στις 19-10-2007, 14-11-2007, 24-09-2Ο08 και 07-11-2008 στην Έδεσσα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος όντας υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς σε τέτοιο έγγραφο περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Ειδικότερα, ο εν λόγω κατηγορούμενος ενεργώντας άλλοτε από κοινού με τον υπάλληλο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Ν.Α ... Γ. Ν. και άλλοτε κατά μόνας και δη όντας υπάλληλος. Αναπληρωτής Προϊστάμενος στο Τμήμα Κατασκευής - Συντήρησης Έργων, οδοποιίας της Ν.Α. ..., συνέταξε και εξέδωσε την από 19-10-2007 βεβαίωση περαίωσης εργασιών που αφορούσε το έργο, "Αγροτικό Δρόμος ..." βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς ότι μετέβη στον τόπο του έργου για επιθεώρηση των εκτελεσθέντων εργασιών και ότι οι εργασίες εκτελέσθηκαν εντός της προθεσμίας περαίωσης αυτών, δηλαδή την 19-10-2007 και ότι σε αυτό δεν διαπιστώθηκαν ουσιώδεις ελλείψεις ενώ στην πραγματικότητα το έργο δεν εκτελέσθηκε το έτος 2007 αλλά έγιναν εργασίες αμμοχαλικόστρωσης των αγροτικών δρόμων στο ...

το έτος 2002 από την Κ. Τ. Επιπροσθέτως, στις 14-11-2007 με την προαναφερθείσα ιδιότητα του από κοινού με τον Γ. Ν. συνέταξε και εξέδωσε την 1η εντολή πληρωμής και πιστοποίηση για πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών του έργου "Αγροτικός Δρόμος ..." ποσού 25.301,67 ευρώ, βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς ότι πραγματοποιήθηκαν δαπάνες ύφους 25.301,67 ευρώ και το εμπρόθεσμο της εκτέλεσης των εργασιών και στις 04-12-2007 την 2η εντολή πληρωμής και πιστοποίηση για πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών του έργου "Αγροτικός Δρόμος ..." ποσού 25.301,67 ευρώ, βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς ότι πραγματοποιήθηκαν δαπάνες ύφους 3.759,31 ευρώ και το εμπρόθεσμο της εκτέλεσης των εργασιών.

Περαιτέρω, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, συνέταξε και εξέδωσε την από 24-09 2008 βεβαίωση περαίωσης εργασιών που αφορούσε το ως άνω έργο, βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς ότι μετέβη στον τόπο του έργου για επιθεώρηση των εκτελεσθέντων εργασιών και ότι οι εργασίες εκτελέσθηκαν εντός της προθεσμίας περαίωσης αυτών, δηλαδή την 24-09-2008 και ότι σε αυτό δεν διαπιστώθηκαν ουσιώδεις ελλείψεις ενώ στην πραγματικότητα το έργο δεν εκτελέσθηκε το έτος 2008 αλλά το έτος 2002 από την Κ.

Τ. Επιπροσθέτως στις 07-11-2008. ο κατηγορούμενος από κοινού με τον Γ. Ν. και με τις προαναφερθείσες ιδιότητες τους συνέταξε και εξέδωσε την 1η εντολή πληρωμής και πιστοποίηση για πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών του έργου "Αμμοχαλικόστρωση δρόμων στο ... Δήμου Γιαννιτσών" ποσού 43.649,25 Ευρώ, βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς ότι πραγματοποιήθηκαν δαπάνες ύψους 43.649,25 ευρώ και το εμπρόθεσμο της εκτέλεσης των εργασιών ενώ στην πραγματικότητα το έργο δεν εκτελέσθηκε το έτος 2008 αλλά το έτος 2002 από την Κ.

Τ.

Β) Στις 19-9-2007 και 26-08-2008 στην Έδεσσα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ως υπάλληλος με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει άλλον. Συγκεκριμένα ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος στο Τμήμα Κατασκευής - Συντήρησης Έργων Οδοποιίας της Ν.Α. ...

προχώρησε στις 19-09-2007 στην σύναψη εργολαβικής σύμβασης κατασκευής του έργου "Αγροτικός Δρόμος ..." με την Κ. Τ., εμπειροτεχνίτη, και στις 26-08-2008 στην σύναψη εργολαβικής σύμβασης κατασκευής του έργου "Αμμοχαλικόοτρωση δρόμων στο ... Δήμου Γιαννιτσών" με την ίδια ως άνω Κ. Τ., παραβαίνοντας τα καθήκοντα της υπηρεσίας του καθόσον οι αναθέσεις των αναφερόμενων ανωτέρω έργων ήταν εικονικές αφού στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για έργα που θα πραγματοποιηθούν στο μέλλον αλλά για έργο αμμοχαλικόστρωσης των αγροτικών δρόμων στο ...

που είχε ήδη κατασκευασθεί το έτος 2002 από την Κ. Τ. δίχως να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες για την τότε σύναψη της σύμβασης και την ανάθεση του έργου κατά τη νομοθεσία για τα δημόσια έργα καθόσον δεν είχε εγκριθεί η τεχνική μελέτη του έργου από τη Νομαρχιακή Επιτροπή και δεν είχε διενεργηθεί ανοικτός διαγωνισμός προς ανεύρεση πλειοδότη, με αποτέλεσμα να να επέλθει βλάβη στην Ν.Α ...

καθόσον κατέστη εφικτό να εκταμιευθούν τα χρηματικά ποσά των 25.304,16, 3.75931 και 43.644,20 ευρώ με αντίστοιχη ωφέλεια της Κ. Τ.".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους (χωρίς να απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα, να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή), καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ.

α’ , 263Α και 242 παρ.1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, έτσι, δεν στέρησε κατά τούτο την απόφαση από νόμιμη βάση. Η ειδικότερη αιτίαση, ότι στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπάρχει ασάφεια, ως προς τη θεμελίωση του στοιχείου της καθ’ ύλη αρμοδιότητας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου προς σύνταξη και έκδοση των προαναφερθέντων επίμαχων εγγράφων (βεβαιώσεων περαίωσης εργασιών, εντολών πληρωμής και πιστοποιήσεων για πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών), αναγκαίου για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, είναι αβάσιμη, διότι από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αυτός συνέταξε και εξέδωσε τα εν λόγω έγγραφα (ψευδείς βεβαιώσεις) με την ιδιότητα του Αναπληρωτή Προϊσταμένου στο Τμήμα Κατασκευής-Συντήρησης Έργων Οδοποιίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δέχθηκε, ότι ο ίδιος είχε υλική αρμοδιότητα προς τούτο, ως εκ του συγκεκριμένου τμήματος της ανωτέρω υπηρεσίας, του οποίου ήταν υπάλληλος, χωρίς να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκτίθεται ο ειδικότερος τρόπος καθιδρύσεως της σχετικής αρμοδιότητάς του.

Επομένως, ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και ελλείψεως νόμιμης βάσεως σε σχέση με την ανωτέρω αξιόποινη πράξη (της ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας) δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Αντιθέτως, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση, για την οποία επίσης καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτούμενη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, ως προς το αξιούμενο από το νόμο πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής του υποστάσεως (υπερχειλή δόλο), επί πλέον δε, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμά της ασάφειες και αντιφάσεις, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά το κατά τα άνω πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο, ότι δηλαδή η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα παράβαση καθήκοντος έγινε με σκοπό να προσπορίσει παράνομο όφελος στην εργολήπτρια των προμνημονευόμενων έργων οδοποιίας Τ. Κ. και να βλάψει τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... με την εκταμίευση των προαναφερόμενων χρηματικών ποσών, δεν εκτίθεται κανένα περιστατικό, που να δικαιολογεί την επιδίωξη του πιο πάνω σκοπού, μη αιτιολογουμένου ιδιαιτέρως του στοιχείου τούτου, όπως απαιτείται, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, για τη θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, ενώ, εξάλλου, δεν διευκρινίζεται, πώς οι αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα σχετικές με την παράβαση καθήκοντος ενέργειες ήταν αντικειμενικά πρόσφορες και ικανές να οδηγήσουν σε παράνομη ωφέλεια της ανωτέρω εργολήπτριας και αντίστοιχη βλάβη της Ν.Α. ..., ενόψει του ότι αντιφατικά (προς την παραδοχή τέτοιας ωφέλειας και βλάβης) γίνεται δεκτό, σύμφωνα με το πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα έργα εκτελέσθηκαν από την Τ.

Κ. και μετά την τελική επιμέτρησή τους παραδόθηκαν στη Νομαρχία, από την οποία παραλήφθηκαν και παραδόθηκαν στην κοινή χρήση ήδη από τα τέλη του έτους 2002. Ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερείται νόμιμης βάσεως, ως προς την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση, αφού, εξαιτίας των πιο πάνω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεων των σχετικών αιτιολογιών της, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής, επί του προκειμένου, της προπαρατεθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 259 Π.Κ., η οποία έτσι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου.

Επομένως, ο σχετικός δεύτερος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς το οικείο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αυτές, είναι βάσιμος, πρέπει δε, κατά παραδοχή του λόγου τούτου, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και, συγκεκριμένα, ως προς το κεφάλαιο και διατάξεις της περί καταδίκης του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί συνολικής ποινής.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, όπως η παράβαση καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση (άρθρ. 259 σε συνδ. με άρθρ. 98 Π.Κ.), είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε κάθε επί μέρους αξιόποινη πράξη, που διατηρεί την αυτοτέλειά της, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδάφ. β’ , 370 στοιχ. β’ και 511 εδ. α’ και γ’ Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, ο αναιρεσείων εμφανισθεί και κριθεί και ένας βάσιμος λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα.- Εν προκειμένω, όσον αφορά την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα σε βαθμό πλημμελήματος επί μέρους αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση, η οποία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, φέρεται ότι τελέσθηκε στις 19-9-2007, από της κατά τα άνω τελέσεώς της και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (19-2-2016) παρήλθε χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει την οκταετία.

Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στην παρούσα δίκη και εκρίθη βάσιμος ο αναφερόμενος στην προηγούμενη παράγραφο αναιρετικός λόγος, πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη για την επί μέρους αυτή πράξη, λόγω παραγραφής, αφού έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

Η υπόθεση, όμως, κατά το αναιρούμενο υπόλοιπο μέρος της, που δεν έχει παραγραφεί, πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 1710/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης α) ως προς το κεφάλαιο και τις διατάξεις της περί καταδίκης του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση και β) ως προς τη διάταξή της περί συνολικής ποινής.

Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, Χ. Ι. του Θ., κατοίκου ..., ασκηθείσα ποινική δίωξη για την επί μέρους αξιόποινη πράξη παραβάσεως καθήκοντος, την οποία φέρεται ότι τέλεσε αυτός στην Έδεσσα στις 19-9-2007.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο υπόλοιπο μέρος της, για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού ως άνω δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 19-9-2015 (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21-9-2015) αίτηση του Χ. Ι. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1710/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ