Legislator Case Law & Legislation
1029/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for vague and unsupported legal arguments.

Case Number 1029/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment limiting damages to €96,986.13. The appellant argued the lower court erred in assessing liability duration and failed to consider a claim of abuse of rights, but the court found these arguments lacked the specific factual basis required for admissibility. Consequently, the appeal was rejected, and the bank was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 299, 330, 914, 932 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it merely denies the claim or asserts a vague legal principle without specific factual substantiation.

Keywords

AI generated
tort liability inadmissibility abuse of rights statute of limitations legal costs civil procedure damages assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 330(2), 914, 932 of the Civil Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1029 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1029/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Περράκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη-Πρόδρομο Αναστασιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7156/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-4-2010 αίτησή της και με τους από 20-5-2014 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 11-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων αυτής. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να του καταβάλει νομιμοτόκως το χρηματικό ποσό των 177.778,13 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση, συνεπεία της αδικοπραξίας που αυτή τέλεσε σε βάρος του και περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως τα χρηματικά ποσά των 104.930,53 και 5.000 ευρώ αντιστοίχως ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση. Το Εφετείο, που επελήφθη της υποθέσεως, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης, περιόρισε με την προσβαλλομένη απόφαση του το ποσό της οφειλομένης αποζημιώσεως σε 96.986,13 ευρώ, αναγνωρίζοντας ότι το συνολικό ποσό που η τελευταία έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα ανέρχεται σε 101.986,13 ευρώ. Την απόφαση του Εφετείου πλήττει η εναγομένη με την υπό κρίση αίτηση και τους προσθέτους λόγους, που αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 του ΑΚ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, επελθούσης, περιουσιακής ή μη, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής ή κοινωνικής εν γένει δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρεούσης, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητος του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος τέλος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (αρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η κρίση περί του ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη απετέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δε βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Παράνομη, κατά την ανωτέρω έννοια, είναι και η κατά παράβαση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας παράλειψη της λήψεως μέτρων ελέγχου ή προστασίας των επενδυτών από μέρους της χρηματιστηριακής εταιρείας, συνεπεία των οποίων παρασχέθηκε η δυνατότητα σε τρίτα πρόσωπα, όπως σε συνεργαζόμενη εταιρεία λήψεως διαβιβάσεων εντολών, να προβούν δια των οργάνων ή υπαλλήλων τους σε υπεξαιρέσεις περιουσιακών στοιχείων πελατών της χρηματιστηριακής εταιρείας, οπότε γεννάται σε βάρος της τελευταίας αδικοπρακτική ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας (Α.Π. 1486/2008, 1738/2013, 252/2013).

Τέτοια μέτρα είναι, μεταξύ άλλων, τα προβλεπόμενα από τις επί μέρους ρυθμίσεις της με αριθμό 123/20-1-1998 (ΦΕΚ Β 137/1998) αποφάσεως του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την διαπίστωση από την χρηματιστηριακή εταιρεία του εάν η εταιρεία λήψεως και διαβιβάσεως εντολών (ΕΛΔΕ), διαθέτει επαρκείς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, τόσο πριν από την κατάρτιση της μεταξύ αυτών συμβάσεως συνεργασίας, όσο και κατά την διάρκεια της, για την παρακολούθηση και την αναφορά στις αρμόδιες αρχές των τυχόν ασυνηθών συναλλαγών της ΕΛΔΕ, για την υποχρέωση τακτής ανά μήνα και γραπτής ενημερώσεως των πελατών τους για τις διενεργηθείσες στο όνομα τους χρηματιστηριακές συναλλαγές, ανεξαρτήτως της ενημερώσεως που αυτοί λαμβάνουν από την ΕΛΔΕ.

Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν θεσπιστεί στα πλαίσια της πρώτης και της εβδόμης αρχής και των επί μέρους εξειδικεύσεων της με αριθμό 12263/Β 500 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β 340/24-4-1997) περί κυρώσεως του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του Ν. 2396/1996 και εφαρμόζεται αναλόγως και στις ΑΕΛΔΕ κατ’ άρθρο 30 παρ.5 του ιδίου νόμου, με τις οποίες ορίζεται ότι οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς (πρώτη αρχή) και ότι οι εταιρείες και τα απασχολούμενα σε αυτές πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς (εβδόμη αρχή).

Μάλιστα στα πλαίσια της πρώτης αρχής γίνεται ρητή μνεία σε εξειδικευμένες υποχρεώσεις των χρηματιστηριακών εταιρειών προς διασφάλιση της διαρκούς και επαρκούς ενημερώσεως των πελατών για την εξέλιξη των πάσης φύσεως υπηρεσιών που τους παρέχονται από την χρηματιστηριακή εταιρεία (4.2 ε), προς εξασφάλιση της συνεργασίας αυτών μόνο με άλλα πρόσωπα, τα οποία πληρούν τις νόμιμες και ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής των υπηρεσιών που απαιτούνται από την χρηματιστηριακή εταιρεία, όπως ενδεικτικά της κτήσεως αδείας από την εταιρεία λήψεως και διαβιβάσεως εντολών (4.2 στ) και προς λήψη κάθε απαραιτήτου μέτρου για να διασφαλισθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία πελατών που κατέχουν ή διακινούν δεν θα χρησιμοποιούνται για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό ή προς όφελος οποιουδήποτε τρίτου, πλην του δικαιούχου πελάτη (4.3).

Οι ρυθμίσεις αυτές τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου εκδηλώσεως των εκτιθεμένων στην αγωγή πράξεων και παραλείψεων, σύμφωνα και με την ρητή περί τούτου ρύθμιση του άρθρου 71 παρ.1 του μεταγενεστέρου νόμου 3606/2007. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται|"αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι απεδείχθησαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο.

Περαιτέρω, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ως "ζητήματα" δε, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως, όχι όμως και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανακοπής, ενστάσεως ή αφορούν την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 1/1999) Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Το έτος 1998, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) κατήρτισε έγγραφη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας με την χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", με την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι προμήθειας, να καταρτίζει στο όνομα της, αλλά για λογαριασμό του ενάγοντος χρηματιστηριακές συναλλαγές στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και ειδικότερα αγορές και πωλήσεις μετοχών ανωνύμων εταιρειών, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, και ανοίχτηκε στο όνομα αυτού ο με αριθμό 10241 χρηματιστηριακός κωδικός.

Η εν λόγω χρηματιστηριακή εταιρεία μετονομάσθηκε σε...και στη συνέχεια... συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγόμενη Τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα). Την ίδια χρονική περίοδο ο ενάγων κατήρτισε...έγγραφη σύμβαση λήψεως και διαβιβάσεως εντολών με την ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕΛΔΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Δ.

Μ., με την οποία η εν λόγω εταιρεία ανέλαβε έναντι του ενάγοντος την υποχρέωση λήψεως και διαβιβάσεως των εντολών αυτού προς την χρηματιστηριακή εταιρεία για την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών... Μεταξύ της ανωτέρω χρηματιστηριακής εταιρείας και της εταιρείας λήψεως και διαβιβάσεως εντολών είχε καταρτισθεί η...

από 10-5-1998 σύμβαση συνεργασίας, στην οποία καθορίζονταν το αντικείμενο αυτής, η διάρκεια της, το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής που παρείχετο από την χρηματιστηριακή εταιρεία προς την εταιρεία λήψεως και διαβιβάσεως εντολών, καθώς και η διαδικασία διαβιβάσεως των πιο πάνω εντολών... μέχρι το φθινόπωρο του έτους 2001 λειτούργησε ομαλά η μεταξύ των διαδίκων μερών και της εταιρείας "...

ΑΕΛΔΕ" συναλλακτική σχέση. Ειδικότερα ο ενάγων επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον Δ. Μ., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "... ΑΕΛΔΕ"... και του έδινε την εντολή αγοράς ή πωλήσεως συγκεκριμένης μετοχής. Στην συνέχεια ο Δ. Μ. ή οι προστηθέντες από αυτόν υπάλληλοι της εταιρείας διαβίβαζαν την εντολή στην χρηματιστηριακή εταιρεία, η οποία προέβαινε στην κατάρτιση της αντίστοιχης κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής από τον κωδικό του ενάγοντος, αγοράζοντας ή πωλώντας χρηματιστηριακώς μετοχές με βάση την πιο πάνω εντολή και εκδίδοντας τα αντίστοιχα πινακίδια.

Όλες οι εντολές του ενάγοντος δίδονταν μέσω της εταιρίας "... ΑΕΛΔΕ"... Από τον Οκτώβριο όμως του έτους 2001 ο ενάγων έπαυσε να λαμβάνει τις μηνιαίες γραπτές ενημερώσεις από την χρηματιστηριακή εταιρεία για την κίνηση του χαρτοφυλακίου του, οι οποίες μέχρι τότε αποστέλλονταν ταχυδρομικώς, μέσω της εταιρείας "INFORM Π.Λ.

ΑΕ" που είχε αναλάβει με σύμβαση την ταχυδρόμηση τους. Μάλιστα ο ενάγων λάμβανε μέχρι τότε σχετικές ενημερώσεις μόνο από την χρηματιστηριακή εταιρεία και όχι και από την εταιρεία λήψεως και διαβιβάσεως εντολών...Η εκκαλούσα...επαναφέρει...τον ισχυρισμό της...ότι ουδέποτε ο ενάγων την ενημέρωσε για την διακοπή της αποστολής των ενημερώσεων, με συνέπεια αυτή να μην υπέχει έναντι αυτού καμία ευθύνη, διότι σύμφωνα με τον υπό στοιχείο IV-7 όρο των γενικών όρων συναλλαγών (ΓΟΣ) στην μεταξύ αυτής και του ενάγοντος σύμβαση, αυτή απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη σε περίπτωση παραλείψεως από τον ενάγοντα να την ενημερώσει εγγράφως και χωρίς καμία καθυστέρηση για την μη αποστολή των ενημερώσεων.

Όμως στην προκειμένη περίπτωση, και ανεξαρτήτως του κύρους του ως άνω γενικού ορού συναλλαγών περί απαλλαγής από κάθε ευθύνη της χρηματιστηριακής εταιρείας λόγω της πιο πάνω παραλείψεως του επενδυτή να μην ειδοποιήσει... δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατά την κατάρτιση της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας είχε προσχωρήσει σε γενικούς όρους συναλλαγών, περιλαμβανομένου και του ανωτέρω όρου, ως αναπόσπαστο τμήμα της πιο πάνω συμβάσεως...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά την διακοπή των ενημερώσεων, ο ενάγων συνέχισε και στο επόμενο χρονικό διάστημα να διαβιβάζει στο Δ. Μ. διάφορες εντολές για την αγορά ή την πώληση...μετοχών. Τον Δεκέμβριο του έτους 2002 ο ενάγων, θέλοντας να έχει μια εικόνα του χαρτοφυλακίου του, ζήτησε επίμονα από τον Δ. Μ.

να τον ενημερώσει. Ο Δ. Μ. απέστειλε στον ενάγοντα μια κατάσταση του χαρτοφυλακίου του, από την οποία ο ενάγων διαπίστωσε ότι από τις 17-9-2001, οπότε έλαβε χώρα η πρώτη συναλλαγή, και καθ’ όλο το μέχρι τότε χρονικό διάστημα, ο Δ. Μ. είχε πραγματοποιήσει πληθώρα συναλλαγών, χρησιμοποιώντας τον χρηματιστηριακό κωδικό του ενάγοντος και δίδοντας εντολές στην χρηματιστηριακή εταιρία για την διενέργεια ιδίως πωλήσεων από το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος, εν αγνοία του τελευταίου ή καθ’ υπέρβαση της δοθείσας από αυτόν εντολής, παριστάνοντας έτσι ψευδώς στους αρμοδίους για την διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής υπαλλήλους της χρηματιστηριακής εταιρείας ότι είχε την προς τούτο ειδική εντολή του ενάγοντος.

Παρά ταύτα ο ενάγων δεν ανακάλεσε την δοθείσα στην εταιρεία "... ΑΕΛΔΕ" εντολή, ευελπιστώντας προφανώς στην από τον Δ. Μ. αποκατάσταση του χαρτοφυλακίου του, ούτε ενημέρωσε σχετικά την χρηματιστηριακή εταιρεία, με συνέπεια να παρασχεθεί η δυνατότητα στον Δ. Μ. να συνεχίσει να πωλεί μετοχές από το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος εν αγνοία του τελευταίου, ο οποίος εξακολουθούσε να μην λαμβάνει γραπτές ενημερώσεις από την χρηματιστηριακή εταιρεία.

Με τον τρόπο αυτό ο Δ. Μ. πώλησε από το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος, και χωρίς εντολή του τελευταίου ή εκ των υστέρων έγκριση αυτού, κατά το χρονικό διάστημα από 17-9-2001 έως 9-5-2003, οπότε καταρτίσθηκε μεταξύ των ανωτέρω το υπό την αυτή ημερομηνία έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό: 1) στις 26-2-2003 1000 μετοχές της εταιρείας FORTHNET ΑΕ, 2) στις 15-10-2001 500 συνολικά μετοχές της εταιρείας INFORM Π.

Λ. ΑΕ..., 3) στις 17-9-2001 3000 μετοχές της εταιρείας LAVIFARM ΑΕ, 4) στις 21-1-2002 2000 μετοχές της εταιρείας ΠΑΝΑΦΟΝ (VODAFONE) ΑΕ, 5) στις 21-3-2003 3800 μετοχές της εταιρείας NOTOS COM - ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΕ, 6) στις 20 και 26-2-2003 4000 μετοχές συνολικά της εταιρείας ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ Λ. (...) ΑΕ, 7) στις 26-2-2003 2000 μετοχές της εταιρείας ΣΕΛΜΑΝ ΑΕ, 8) στις 26-2-2003 1000 μετοχές της εταιρείας ΑΓΡ.

ΟΙΚΟΣ Σ. ΑΕ, 9) στις 19-11-2001 και 21-1-2002 1000 συνολικά μετοχές της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 10) στις 21-3-2003 3000 μετοχές της εταιρείας Τ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕ, 11) στις 22-1-2002 4000 μετοχές της εταιρείας SPIDER Ν. Π. ΑΕ και 12) στις 8-11-2001 2000 μετοχές της εταιρείας Π. ΑΒΕΕ...Με το τίμημα από την πώληση των προαναφερομένων μετοχών του ενάγοντος, ο Δ.

Μ. προέβαινε, κατά το από 28-11-2001 και εφεξής χρονικό διάστημα, ομοίως χωρίς την εντολή του ενάγοντος και εν αγνοία αυτού, σε αγορές άλλων μετοχών δικής του επιλογής και κυρίως μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΕΡΑΛ" και δευτερευόντως της εταιρείας με την επωνυμία "..."..., τις οποίες στην συνέχεια πωλούσε και αγόραζε εκ νέου, με προφανή σκοπό να εισπράξει η εταιρεία "...

ΑΕΛΔΕ" την από 0,5 % προμήθεια επί της αξίας των πιο πάνω συναλλαγών από την χρηματιστηριακή εταιρεία, αλλά ιδίως να δημιουργηθεί τεχνητή ζήτηση της μετοχής της εταιρείας "ΚΕΡΑΛ", που ήδη αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα με συνέπεια λίγο καιρό μετά, με την από 6-3-2003 απόφαση του ΔΣ του Χρηματιστηρίου Αθηνών να τεθεί η μετοχή της υπό καθεστώς διαπραγμάτευσης υπό επιτήρηση.

Μάλιστα σε παρόμοιες ενέργειες προέβαινε κατά την ίδια χρονική περίοδο ο Δ. Μ. χρησιμοποιώντας τους κωδικούς πληθώρας πελατών του. Την εν λόγω εν αγνοία και δίχως σχετική εντολή του ενάγοντος πώληση των ανωτέρω μετοχών, αναγνώρισε ο Δ. Μ....και υποσχέθηκε την αποκατάσταση του εκποιηθέντος χαρτοφυλακίου αυτού μέχρι 31-7-2003, αποδεχόμενος μάλιστα μια συναλλαγματική, ποσού 80.000 ευρώ...

Στη συνέχεια η προθεσμία αυτή παρατάθηκε μέχρι τις 31-10-2003...Αλλά και αυτή η προθεσμία παρήλθε άπρακτη, ενώ δεν πληρώθηκε και η συναλλαγματική, παρά την έκδοση από τον ενάγοντα της με αριθμό 1307/2004 διαταγής πληρωμής...σε βάρος του Δ. Μ. Παράλληλα η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία επιλήφθηκε ως εποπτική αρχή, ανέστειλε...

και στην συνέχεια απαγόρευσε την λειτουργία της εταιρείας λήψεως και διαβιβάσεως εντολών με την επωνυμία "... ΑΕΛΔΕ" για διάφορες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, στις οποίες περιλαμβάνονταν και κοινοποιηθείσες στην πιο πάνω Επιτροπή καταγγελίες επενδυτών για αυθαίρετες και εν αγνοία τους συναλλαγές, μέσω των χρηματιστηριακών εταιρειών "...

ΑΧΕ" και "MARFIN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ", δυνάμει των με αριθ. 20/477/3-3-2004 και 13/309/29-7-2004 αποφάσεων αυτής. Επίσης με την με αριθμό 10/367/22-12-2005 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επιβλήθηκε πρόστιμο της τάξεως των 150.000 ευρώ σε βάρος του Δ. Μ. για μεθοδευμένες από αυτόν συναλλαγές με σκοπό την τεχνητή διαμόρφωση της τιμής και της εμπορευσιμότητας της μετοχής της εταιρείας "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ" κατά την χρονική περίοδο από 1-12-2003 έως 15-3-2004..., ενώ με ταυτάριθμη απόφαση...

επιβλήθηκε πρόστιμο της τάξεως των 20.000 ευρώ σε βάρος της εναγόμενης Τράπεζας...Κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα Τράπεζα προσέφυγε ανεπιτυχώς ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών... κατά δε της απορριπτικής... αποφάσεως του εν λόγω διοικητικού Δικαστηρίου έχει ασκήσει αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και εκκρεμεί, κατά τους ισχυρισμούς της.

Πέραν των όσων...αναφέρθηκαν για διακοπή της αποστολής των μηνιαίων γραπτών ενημερώσεων του ενάγοντος από την χρηματιστηριακή εταιρεία από τον Οκτώβριο του έτος 2001 και για τον εφεξής χρόνο, αποδείχτηκε επίσης ότι η χρηματιστηριακή εταιρία κατά τη διάρκεια της συνεργασίας αυτής με την (εταιρεία λήψεως και διαβιβάσεως εντολών με την επωνυμία "...

ΑΕΛΔΕ"..., δεν είχε μεριμνήσει για τη διαπίστωση της λειτουργίας επαρκούς και αποτελεσματικού συστήματος εσωτερικού ελέγχου στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της ΑΕΛΔΕ, ούτε προέβαινε στην παρακολούθηση και τον έλεγχο του όγκου των συναλλαγών της συγκεκριμένης μετοχής της εταιρείας "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ" δια των εντολών που τις διαβίβαζε η ανωτέρω εταιρεία λήψεως και διαβιβάσεως εντολών, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι δεν επιχειρούντο μεθοδεύσεις άτυπης προωθήσεως μετοχών ή άλλης μορφής στρεβλώσεως της αγοράς και σε αντίθετη περίπτωση να αναφέρει σχετικά στις αρμόδιες αρχές.

Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι η χρηματιστηριακή εταιρεία, η οποία συνεργαζόταν με την εταιρεία "... ΑΕΛΔΕ" ήδη από 10-5-1998, ανάθεσε στην εταιρεία ορκωτών εκτιμητών με την επωνυμία "GRANT ... ΑΕ" την διενέργεια ελέγχου επί της προαναφερόμενης εταιρείας, ο οποίος έλαβε χώρα στις 16-8-2000, ήτοι μετά την πάροδο διετίας και πλέον από την έναρξη της μεταξύ αυτών συνεργασίας.

Από τα αποτελέσματα του ελέγχου διαπιστώθηκε ότι πράγματι με την από 2-8-1999 απόφαση του ΔΣ της προαναφερόμενης εταιρείας είχε ορισθεί εσωτερικός ελεγκτής αυτής η εξωτερική συνεργάτης Ε. Χ., με σαφείς αρμοδιότητες και υποχρεώσεις. Ο έλεγχος όμως αυτός δεν επαναλήφθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, έτσι ώστε να διαπιστωθεί, μέσω περιοδικών και αιφνίδιων ελέγχων, εάν καθ’ όλο το διάστημα της συνεργασίας μεταξύ των πιο πάνω εταιρειών, πληρούνταν οι από τον νόμο προϋποθέσεις για την ύπαρξη και λειτουργία αποτελεσματικών μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου στα πλαίσια της δραστηριότητας της εταιρείας λήψεως και διαβιβάσεως εντολών.

Εάν όμως η χρηματιστηριακή εταιρεία είχε επαναλάβει τους πιο πάνω ελέγχους θα είχε διαπιστωθεί από αυτήν ότι εσωτερικός ελεγκτής σε μεταγενέστερο χρόνο είχε ορισθεί ο Κ. Μ., υπάλληλος της εταιρείας, ο οποίος αγνοούσε τον διορισμό του αυτό και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει που βρίσκονταν τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας...

Εξ άλλου από τον έλεγχο που διενήργησε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποδείχθηκε επίσης ότι διαρκούσης της ανόδου της μετοχής της εταιρείας "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ" κατά την περίοδο από 1-12-2003 έως 26-1-2004, ο Δ. Μ. μέσω 373 χρηματιστηριακών κωδικών διενήργησε για λογαριασμό πελατών του συναλλαγές που ανήρχοντο στο 57,06% του όγκου των αγορών και στο 26,77% του όγκου των πωλήσεων, ήτοι στο 41,91% του όγκου συναλλαγών της μετοχής αυτής κατά την ανοδική περίοδο, συμβάλλοντας σημαντικά στην διαμόρφωση της τιμής και της εμπορευσιμότητας της μετοχής.

Επίσης παρενέβαινε πολύ συχνά στην διαμόρφωση της τιμής κλεισίματος της εν λόγω μετοχής, πραγματοποιώντας μέσω των διαφόρων κωδικών πελατών το 28,57% του όγκου των συναλλαγών, που διαμόρφωναν τις τιμές κλεισίματος των συνεδριάσεων της ανοδικής περιόδου. Κατά δε την περίοδο της πτώσεως της τιμής της μετοχής, ήτοι από 27-1-2004 έως 15-3-2004, ο Δ.

Μ. διενήργησε για λογαριασμό πελατών συναλλαγές που ανήρχοντο στο 1,67% του όγκου των αγορών και στο 20 % του όγκου των πωλήσεων, ήτοι στο 10,84 % του όγκου των συναλλαγών της πτωτικής περιόδου, με αποτέλεσμα να επηρεασθεί αρνητικά η τιμή της μετοχής. Οι ανωτέρω συναλλαγές επί της μετοχής της εταιρείας "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ" είχαν διενεργηθεί κυρίως μέσω των χρηματιστηριακών εταιριών "..." και "MARFIN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγόμενη Τράπεζα, ήταν δε μεθοδευμένες από τον Δ.

Μ. για τον τεχνητό επηρεασμό της τιμής και της εμπορευσιμότητας της εν λόγω μετοχής, με αποτέλεσμα την διάδοση ανακριβών και παραπλανητικών πληροφοριών ως προς τα στοιχεία αυτά της μετοχής της πιο πάνω εταιρείας, που από τη φύση τους μπορούσαν να επηρεάσουν περαιτέρω την τιμή και την εμπορευσιμότητα της μετοχής και γενικότερα να πλήξουν την αξιοπιστία και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς κινητών αξιών...

Και ναι μεν τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα για τα οποία επιλήφθηκε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι μεταγενέστερα του επίδικου χρόνου, καταδεικνύουν όμως την μεθοδευμένη στάση που τηρούσε δια του εκπροσώπου της η εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕΛΔΕ" έναντι της ανωτέρω μετοχής και κατά το ένδικο χρονικό διάστημα.

Ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσεως του Δικαστηρίου είναι η παραδοχή της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΛΔΕ" και του Δ. Μ. για τις μεθοδεύσεις που έλαβαν χώρα με σκοπό την τεχνητή άνοδο της πιο πάνω μετοχής ήδη από τον Φεβρουάριο του έτους 2002, στην από 3-2-2004 ανακοπή αυτών...Παρά το γεγονός ότι ο μεγάλος όγκος των συναλλαγών επί της μετοχής αυτής δίδονταν στην χρηματιστηριακή εταιρεία από την συγκεκριμένη εταιρεία λήψεως και διαβιβάσεως εντολών, με έδρα μια μικρή επαρχιακή πόλη, μέσω μεγάλου αριθμού χρηματιστηριακών κωδικών, η χρηματιστηριακή εταιρεία δεν προβληματίσθηκε...

ούτε ερεύνησε, έστω δειγματοληπτικά την γνησιότητα των σχετικών εντολών, απευθυνόμενη σε πελάτες της, οπότε ευχερώς θα είχε διαπιστώσει ότι πολλές εντολές δίδονταν εν αγνοία αυτών και θα είχε αντιδράσει σχετικά. Οι ανωτέρω παραλείψεις εκ μέρους της χρηματιστηριακής εταιρείας, οι οποίες οφείλονται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) αυτής, παρείχαν την δυνατότητα στον Δ.

Μ., υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας λήψεως και διαβιβάσεως εντολών με τη επωνυμία "... ΑΕΛΔΕ", να προβεί στις προαναφερθείσες υπεξαιρέσεις περιουσιακών στοιχείων από το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος, με συνέπεια την πρόκληση ζημίας σε βάρος του τελευταίου. Συγκεκριμένα εξ αιτίας της διακοπής της αποστολής γραπτών ενημερώσεων από την χρηματιστηριακή εταιρεία προς τον ενάγοντα ήδη από τον Οκτώβριο του 2001 και για τον εφεξής χρόνο, ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει ότι ο Δ.

Μ. είχε προβεί στις ως άνω συναλλαγές δια μέσου της χρηματιστηριακής εταιρείας εν αγνοία του και χωρίς προηγουμένη εντολή αυτού, εξ αιτίας δε των λοιπών παραλείψεων παρασχέθηκε η δυνατότητα στον Δ. Μ. να συνεχίσει να προβαίνει σε τεχνητό επηρεασμό της τιμής της πιο πάνω μετοχής, υπεξαιρώντας για τον σκοπό αυτό περιουσιακά στοιχεία πελατών του, περιλαμβανομένου του ενάγοντος.

Η αιτιώδης κατά τα ανωτέρω συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της χρηματιστηριακής εταιρείας δεν αίρεται από το ότι ο ενάγων παρέλειψε να ενημερώσει την χρηματιστηριακή εταιρεία για την διακοπή της αποστολής σε αυτόν γραπτών ενημερώσεων, ούτε από το ότι μετά το Δεκέμβριο του έτους 2002, οπότε πληροφορήθηκε για την σύνθεση του χαρτοφυλακίου του από τον Δ.

Μ., δεν διέκοψε την συνεργασία του με αυτόν, ούτε ενημέρωσε την χρηματιστηριακή εταιρεία, αλλά η συμπεριφορά του αυτή μπορεί να θεμελιώσει ένσταση συντρέχοντος πταίσματος αυτού (άρθρο 300 ΑΚ), περί της οποίας όμως δεν έχει προβληθεί πρωτοδίκως από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα Τράπεζα σχετικός ισχυρισμός...Η αξία των μετοχών αυτών, σύμφωνα με την με αριθ. 31352/22-6-2006 βεβαίωση του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ανερχόταν....Επομένως η θετική ζημία του ενάγοντος από παράνομη εκποίηση του χαρτοφυλακίου του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των....105.640 ευρώ.

Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί ποσό της τάξεως των 8.653,87 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία των 3982 μετοχών της εταιρείας "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ", που είχαν απομείνει στο χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος και επομένως η συνολική ζημία αυτού περιορίζεται στο ποσό των 96.986,13 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά το μέρος που έκρινε ομοίως ότι η εναγόμενη υπέχει αυτοτελώς ευθύνη από αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος..., ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο...".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ., 297, 298 και 330 ίδιου Κώδικα δεχόμενα ότι η παράβαση από την αναιρεσείουσα χρηματιστηριακή εταιρεία του Κανονισμού Δεοντολογίας και των αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιογοράς, καθόσον αφορά την τακτή ανά μήνα έγγραφη ενημέρωση των πελατών της για τις πραγματοποιηθείσες επ’ ονόματί τους χρηματιστηριακές συναλλαγές και την λήψη μέτρων για να διαπιστωθεί αν η εταιρεία λήψεως και διαβιβάσεως εντολών (ΕΛΔΕ) διαθέτει επαρκείς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου για την παρακολούθηση και την αναφορά στις αρμόδιες αρχές των τυχόν ασυνηθών συναλλαγών της, συνιστά παρανομία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ.

και πρόσφορη αιτία για την πρόκληση ζημίας, την οποία και προκάλεσε στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τις οποίες επίσης η μεταξύ της, ως άνω, παραβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της επελθούσας ζημίας αιτιώδης συνάφεια δεν ήρθη εκ της παραλείψεως του αναιρεσιβλήτου να ειδοποιήσει την αναιρεσείουσα για την μη αποστολή εκ μέρους της μηνιαίων ενημερώσεων περί των διενεργηθεισών χρηματιστηριακών συναλλαγών.Παράλειψη, η οποία από μόνη της χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δεν θεμελιώνει παράβαση της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η παράβαση των ρυθμίσεων του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ και των όμοιων της 123/20-1-1998 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν μπορεί να θεμελιώσει αδικοπραξία σε βάρος του επενδυτή είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν όχι μόνον στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος δια της εξασφαλίσεως της διατήρησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς αλλά παράλληλα αποβλέπουν και στην αποτελεσματική προστασία των επενδυτών υπέρ των οποίων επιβάλλουν στις ΕΠΕΥ συγκεκριμένες και σημαντικές υποχρεώσεις για την αποτροπή ζημίας τους.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως και δη ο τέταρτος του αναιρετηρίου κατά το αντίστοιχο σκέλος του και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος κατά το αντίστοιχο σκέλος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι, περί παραβιάσεως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 914 ΑΚ, καθόσον αφορά ειδικότερα την έννοια του παρανόμου (πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι) και της αιτιώδους συνάφειας (οι λοιποί) τυγχάνουν αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την επιβαλλομένη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Τούτο δε διότι εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά , τα οποία συγκροτούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων και δη την παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά της αναιρεσείουσας συνιστάμενη στην παράλειψη της να ενημερώνει κάθε μήνα εγγράφως τον αναιρεσίβλητο περί των διενεργουμένων χρηματιστηριακών συναλλαγών και να διενεργεί περιοδικούς ελέγχους επί της συνεργαζόμενης μετ’ αυτής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕΛΔΕ" και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς ταύτης και της επελθούσης στον αναιρεσίβλητο ζημίας. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, διότι: α) δεν δέχεται το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται για όλες της πραγματοποιηθείσες εντός του χρονικού διαστήματος από 17-9-2001 μέχρι 9-5-2003 πραγματοποιηθείσες συναλλαγές αλλά μόνον για εκείνες που προσδιορίζονται ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, β) δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ο ειδικότερος προσδιορισμός του χρόνου κατά τον οποίο έπρεπε να διενεργούνται και να επαναλαμβάνονται από την αναιρεσείουσα έλεγχος της ...

ΑΕΛΔΕ, αλλά ούτε και το είδος και το περιεχόμενο των ελέγχων αυτών. Δεν ήταν επίσης αναγκαία αιτιολόγηση του ζητήματος αν ο αναιρεσίβλητος θα μετέβαλε στάση σε περίπτωση μη διακοπής από την αναιρεσείουσα των επιβαλλομένων μηνιαίων ενημερώσεων γ) σαφείς και επαρκείς είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αναφορικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των υπαιτίων (αμελών) πράξεων και παραλείψεων της αναιρεσείουσας, διακοπής της αποστολής των μηνιαίων γραπτών ενημερώσεων του αναιρεσιβλήτου και ελλείψεως μέριμνας για τη διαπίστωση της λειτουργίας επαρκούς και αποτελεσματικού συστήματος εσωτερικού ελέγχου στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της συνεργάτιδός της ΑΕΛΔΕ, αλλά και παρακολούθησης και ελέγχου του όγκου των συναλλαγών της μετοχής της εταιρείας "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ" και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, πρώτος, τρίτος, τέταρτος κατά το αντίστοιχο σκέλος, λόγοι του αναιρετηρίου και τρίτος, κατά το αντίστοιχο σκέλος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τον χρόνο γενέσεως της ζημίας του αναιρεσιβλήτου και αντιστοίχως της ευθύνης της αναιρεσείουσας το χρόνο διενεργείας των παραλειφθέντων ελέγχων, το είδος και το περιεχόμενο αυτών και τον αιτιώδη σύνδεσμο τους με την επελθούσα ζημία, ακόμη και μετά την κατά τον μήνα Δεκέμβριο 2002 πληροφόρηση του αναιρεσιβλήτου περί των παρανόμων ενεργειών του νομίμου εκπροσώπου της "...

ΑΕΛΔΕ" είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα καθόσον αφορά την τελευταία, ως άνω, αιτίαση της μη διακοπής της αιτιώδους συνάφειας το Εφετείο με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες έκρινε ότι η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου, όταν κατά τον μήνα Δεκέμβριο του 2002 πληροφορήθηκε για την σύνθεση του χαρτοφυλακίου του, να διακόψει την συνεργασία του με την "...

ΑΕΛΔΕ", πεισθείς στις υποσχέσεις του εκπροσώπου της περί αποκαταστάσεως τούτου (χαρτοφυλακίου), και να ενημερώσει σχετικώς την αναιρεσείουσα, μπορεί μεν να θεμελιώσει ένσταση συνυπαιτότητός του στην επελθούσα έκτοτε ζημία του, η οποία όμως δεν προεβλήθη από την αναιρεσείουσα, δεν αίρει όμως την αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας για την συνεχισθείσα παράνομη και υπαίτιο συμπεριφορά της, η οποία και συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία του αναιρεσιβλήτου.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική αιτίαση για την στοιχειοθέτηση της οποίας επικαλείται επί λέξει τα εξής: "... Η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της ότι η οποιαδήποτε τυχόν ζημία του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου ανάγεται στην κατάσταση των μετοχών που υπήρχε στο χαρτοφυλάκιο του κατά το χρόνο που αυτός δεν έδιδε εντολές αγοραπωλησίας μετοχών προς την ΑΕΛΔΕ, ήτοι κατά την ημερομηνία της 16-9-2001, δεδομένου ότι για τις συναλλαγές που διενεργήθηκαν στον μεταγενέστερο της 17-9-2001 χρόνο αυτός δεν έδιδε εντολές προς την ΑΕΛΔΕ όπως αναλυτικά προβάλαμε με τις προτάσεις μας τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και...

στο Εφετείο... Η προσβαλλομένη έσφαλλε διότι δεν έλαβε υπόψη ότι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της ευθύνης μας και της εντεύθεν ζημίας του αντιδίκου ανάγεται στο χρονικό σημείο (17.9.2001) κατά το οποίο άρχισε από τον εκπρόσωπο της ΑΕΛΔΕ, κατά τις παραδοχές της, η αυθαίρετη αγοραπωλησία των μετοχών χωρίς εντολή του αντιδίκου, και όχι στο εφεξής χρονικό διάστημα μέχρι την 9.5.2003.

Εάν είχε λάβει υπόψη της τον προταθέντα ισχυρισμό μας θα είχε προσδιορίσει διαφορετικά το χρόνο γένεσης της ευθύνης μας και της ζημίας. Επομένως έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατέστησε την απόφαση του αναιρετέα, διότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα προταθέντα από εμάς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και για το λόγο αυτό πρέπει να αναιρεθεί κατ’ άρθρο 559 παρ.8 Κ.Πολ.Δικ.".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πέραν της αοριστίας του, είναι απαράδεκτος, διότι οι προεκτεθέντες ισχυρισμοί της αναιρεσειούσης δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την ρηθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., τουτέστιν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά άρνηση της αγωγής και δη της καθοριζομένης σ’ αυτήν χρονικής διαρκείας της ευθύνης της αναιρεσείουσας.

Τέλος η αναιρεσείουσα με τον έκτο και τελευταίο πρόσθετο λόγος αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αυτή, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια για την θεμελίωση της οποίας επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της ότι ο αναιρεσίβλητος αναγνώρισε ρητά και εγγράφως την ανυπαρξία απαιτήσεως του κατά της ίδιας (αναιρασείουσας) Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο ως άνω ισχυρισμός που είχε προταθεί προς θεμελίωση της προβληθείσης ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της ενδίκου αγωγής, ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και απερρίφθη μετά της εν λόγω ενστάσεως με την κατωτέρω παρατιθεμένη αιτιολογία:"...η εναγομένη προέβαλλε...τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει...

με λόγο εφέσεως, ότι η άσκηση της αξιώσεως του ενάγοντος προς αποζημίωση σε βάρος αυτής υπερβαίνει καταφανώς τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά τετραετία περίπου μετά την εκδήλωση της σε βάρος του αδικοπραξίας της εταιρείας λήψεως και διαβιβάσεως εντολών, προς την οποία και μόνο ο ενάγων είχε διαμαρτυρηθεί, χωρίς ουδέποτε αυτός να παραπονεθεί για την συμπεριφορά της χρηματιστηριακής εταιρείας, έχοντας αντιθέτως αναγνωρίσει στην από 20-2-2004 έγγραφη δήλωση του προς αυτήν ότι ουδεμία ευθύνη την βαρύνει σχετικά, ενώ στράφηκε με προγενέστερη αγωγή του μόνο κατά της εταιρείας λήψεως και διαβιβάσεως εντολών και των νομίμων εκπροσώπων της, επί της οποίας εκδόθηκε ήδη οριστική απόφαση που δέχθηκε αυτήν και υποχρέωσε την εταιρεία και τον νόμιμο εκπρόσωπο της να του καταβάλουν, εις ολόκληρο, το ποσό των 116.108,13 ευρώ.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν θεμελιώνει την από το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος.... Επομένως ο δεύτερος λόγος εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Απριλίου 2010 αίτηση και τους από 20 Μαΐου 2014 προσθέτους λόγους αναιρέσεως της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κατά της υπ’ αριθμ.94/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ