Supreme Court dismisses appeal on burden of proof regarding marital property contribution to house construction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting a set-off claim. The appellant argued he contributed to his wife's property increase, but the lower court found no evidence of his financial or personal labor contribution to the house built after his departure. The court ruled that the appellant failed to meet the burden of proof required by law to establish his contribution, making the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 13 and 566 § 1 of the Code of Civil Procedure; The burden of proof lies on the party claiming a contribution to marital property, and an appeal is inadmissible if the lower court correctly found no evidence of such contribution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1029 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1029/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μιχάλη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ. του Β., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 683/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-3-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 18-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ…. Δ'/ 10-10-2012 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού Αθηνών …, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων την συζήτηση αναιρεσείων, επεδόθησαν στην αναιρεσίβλητη: α') αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 683/2011αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, περιέχον πράξη περί ορισμού δικασίμου για την 28-5-2012 και β') η υπ' αριθ. πρωτ. 382/10-10-2012 βεβαίωση του Γραμματέως του Αρείου Πάγου, με την οποία βεβαιώνεται, ότι η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως ανεβλήθη για την παρούσα δικάσιμο και η οποία περιέχει και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως κατ' αυτήν. Η αναιρεσίβλητη όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, σαν να ήσαν παρόντες αμφότεροι οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρθο 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιόν από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγους εμπίπτει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (οι παραδοχές του) και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 48/1997).
Εξ άλλου, προϋπόθεση για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, είναι το έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του διαδίκου, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει το ένδικο μέσον, προκύπτει δε αυτό κυρίως από την βλάβη την οποία υπέστη και η ύπαρξη του λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, επειδή αφορά την δημοσία τάξη.
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αφότου τελέσθηκε, ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποία αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996).
Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της εγέρσεως της αγωγής (ΑΠ 193/2010 ΑΠ 287/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, προκείμενης εις βάρος του αγωγής για αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, εκθέτων ειδικότερα τα εξής: ".....Από τη διάταξη, εξάλλου του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικασταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, συνάγεται ότι η περιουσιακή επαύξηση του ενός συζύγου, προκειμένου να υπολογισθεί το δικαίωμα συμμετοχής, σ'αυτή του άλλου συζύγου κρίνεται από το χρόνο λύσης ή ακυρώσεως του γάμου, ή συμπληρώσεως τριετίας από τη διάσταση των συζύγων, κατόπιν αναγωγής, όμως σε χρήμα αυτής της αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, που είναι εκείνος της ασκήσεως της αγωγής.
Με την αναιρεσιβαλλομένη, όμως απόφαση, η αξία σε χρήμα του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου, το οποίο απέκτησα κατά τη διάρκεια του γάμου μου με την αναιρεσίβλητο, ήτοι το μικρής εκτάσεως οικόπεδο στα ... υπολογίζεται, όχι στο χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ήτοι την 15-4-2009 που αυτή μου επιδόθηκε, αλλά στο χρόνο της λύσης του γάμου μου με την αντίδικο, ήτοι την 4-5-2007, όπως ρητά αναγράφεται στην απόφαση.
Κατά συνέπεια, με το να υπολογίσει η αναιρεσιβαλλομένη την αξία του ακινήτου αυτού σε 65.000 ευρώ κατά το χρόνο εκείνο και όχι κατά το χρόνο που έπρεπε να την υπολογίσει, υπέπεσε στην πλημμέλεια της πιο πάνω περίπτωσης 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και θα πρέπει να αναιρεθεί". Περαιτέρω όμως, ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στην αίτηση αναιρέσεως, ποια ήταν η αξία του οικοπέδου του κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής και ειδικότερα εάν ήταν μεγαλύτερη ή μικρότερη από την προσδιορισθείσα, με την προσβαλλομένη απόφαση, των 65.000 ευρώ, ούτως ώστε να κριθεί από το παρόν δικαστήριο, εάν ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Τούτο δε, καθόσον έννομο συμφέρον θα είχε ο αναιρεσείων μόνο στην περίπτωση κατά την οποία, από την 4-5-2007 οπότε η αξία του οικοπέδου εκτιμήθηκε από το Εφετείο σε 65.000 ευρώ, μέχρι την 15-4-2009 οπότε συζητήθηκε η ένδικη αγωγή, θα είχε μειωθεί η αξία του οικοπέδου κάτω του ποσού αυτού, οπότε θα εμειώνετο και το ποσόν το οποίο θα όφειλε ο ίδιος να καταβάλει στην αντίδικό του ως συμμετοχή της (1/3) στα αποκτήματά του.
Ενώ στην αντίθετη περίπτωση, ευλόγως, ο αναιρεσείων δεν θα είχε έννομο συμφέρον για να προσβάλει με αίτηση αναιρέσεως την απόφαση του Εφετείου. Εν όψει τη ελλείψεως αυτής, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 1400ΑΚ., είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' Κ.Πολ.Δ., " με Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας εσφαλμένης, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ( έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξ άλλου, η συμβολή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 ΑΚ).
Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία τους έστω και η συνολική στην απόφαση (ΑΠ 1678/2005, 1418/2005) είναι περισσότερες από αυτές, που η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες επιβάλλει, χωρίς να είναι αναγκαίο σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας των αποκτημάτων του υποχρέου (Απ.3/2003, 252/2002, 1658/2001), ή σε σχέση με καθένα από τα αποκτήματα αυτά χωριστά (ΑΠ 193/2010.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων :"...Κατά τον χρόνο που έγινε αμετάκλητης η ως άνω απόφαση λύσεως του γάμου των διαδίκων, δηλαδή την 4-5-2007, η αγοραία αξία του επιδίκου ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 65.000 ευρώ... Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα από του χρόνου τελέσεως του ως άνω γάμου τους (22-2-1976) και μέχρι το χρόνο κτήσεως του ως άνω περιουσιακού στοιχείου (1-6-1987) εκ μέρους του εναγομένου συνεισέφερε στην συζυγική οικία παροχές σε είδος, με τη μορφή εξοικονομήσεως από αυτήν δαπάνης:
α) Για καταβολή μισθωμάτων, λόγω εξασφαλίσεως από αυτήν και τον πατέρα της, της οικογενειακής τους στέγης, μίας μονοκατοικίας, εμβαδού 65 τ.μ. περίπου, η οποία είχε ανεγερθεί σε οικόπεδο εμβαδού 164 τλμ, συγκύριοι της οποίας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ήταν η ενάγουσα και ο πατέρας της Β. Δ., η δε μισθωτική αξία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2/1976- 6/1987) ανερχόταν, για το έτος 1976 στο ποσό των 18.000 δραχμών, για το έτος 1977 στο ποσό των 25.000 δραχμών, για το έτος 1978 στο ποσό των 30.000 δραχμών, για το έτος 1979 στο ποσό των 35.000 δραχμών, για το έτος 1980 στο ποσό των 40.000 δραχμών, για το έτος 1981 στο ποσό των 45.000 δραχμών, για το έτος 1982 στο ποσό των 55.000 δραχμών, για το έτος 1983 στο ποσό των 65.000 δραχμών, για το έτος 1984 στο ποσό των 75.000 δραχμών, για το ετος 1985 στο ποσό των 85.000 δραχμών και για το έτος 1986 στο ποσό των 50.000 δραχμών ήτοι συνολικά στο ποσό των 523.000 δραχμών ( ή 1.534,84 ευρώ) και β) για την παροχή των οικιακών εν γένει υπηρεσιών της, δηλαδή των φροντίδων της προς τον ίδιο τον εναγόμενο, τα ανήλικα τέκνα τους και τη συζυγική οικία, πέραν του από την υποχρεωτική συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, σύμφωνα δε με τις συνθήκες του έγγαμου βίου τους, επιβαλλόμενου μέτρου (άρθρο 1389 ΑΚ) και τούτο σε συνδυασμό με τη θυσία από μέρους της του μέχρι του γάμου της εξασκουμένου έναντι μισθού επαγγέλματός της, μάλιστα κατ' απαίτηση του συζύγου της και συγκεκριμένα της απασχολήσεώς της ως εργάτριας....
από την οποία (εργασία της) θα αποκόμιζε για το επίδικο χρονικό διάστημα (2/1976- 6/1987) με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν είχε παραιτηθεί από την εργασία της, για το έτος 1976 το ποσό των 6.000 δραχμών το μήνα.... και για το έτος 1987 το ποσό των 90.000 δραχμών το μήνα, ήτοι συνολικά το ποσό των 5. 319.000 δραχμών ( ή 15.609,68) ευρώ.
Κατόπιν αυτών, εφόσον για το ως άνω επίδικο περιουσιακό στοιχείο του εναγομένου δεν αποδείχθηκε συμβολή της ενάγουσας μικρότερη του 1/3 στην περιουσιακή του αύξηση ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή, τεκμαίρεται τέτοια συμβολή της στο εν λόγω ποσοστό, απορριπτομένης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου...".
Το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο τέταρτο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, σε σχέση με τη συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1400 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για τη συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος συζύγου της με παροχή υπηρεσιών πέραν του αναγκαίου μέτρου, που δεν είχε ανάγκη περαιτέρω εξειδίκευσης ως προς το είδος και την αξία των υπηρεσιών που συνιστούν την συνυπολογιστέα συμβολή της αναιρεσίβλητης συζύγου, δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής κατά το αντίστοιχο αίτημά της.
Διέλαβε δε επί του θέματος αυτού το ίδιο δικαστήριο στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης".
Εξ άλλου, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής, που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 193/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής:"...Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι στην ως άνω οικογενειακή στέγη οι διάδικοι διέμεναν μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους μέχρι το μήνα Νοέμβριο του έτους 1999, οπότε αυτή λόγω του σεισμού του ίδιου έτους υπέστη σοβαρές βλάβες και κρίθηκε κατεδαφιστέα.
Το έτος 1998 απεβίωσε ο πατέρας της ενάγουσας και τον κληρονόμησαν αυτή (ενάγουσα) και ο αδερφός της Γ. Δ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας στο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου που είχε ο θανών επί του ως άνω ακινήτου. Στη συνέχεια ο εν λόγω κληρονόμος, Γ. Δ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-1-2000 δωρεάς εν ζωή συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Καπράλου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα, δώρισε το ως άνω ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου, που είχε στο ανωτέρω ακίνητο, στο ανηψιό του και τέκνο των διαδίκων Α.
Κ., και δεν αγοράσθηκε με χρήματα του εναγομένου, όπως εσφαλμένα αυτός ισχυρίζεται με τις έγγραφες προτάσεις του της παρούσας συζητήσεως. Ακολούθως η ενάγουσα, αμέσως με την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς τους το μήνα Μάρτιο του έτους 2001, προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ…/21-3-2001 άδειας οικοδομής και στην συνέχεια στην ανέγερση νέας διώροφης οικοδομής στο ανωτέρω κληρονομιαίο ακίνητο, όπου διαμένει με τα τέκνα της, αποκλειστικά με χρήματα δικά της, εργαζόμενη από το έτος 1989 μέχρι σήμερα ως καθαρίστρια στο Δήμο Αθηναίων με μηνιαίο μισθό 250.000 δραχμών ( ή 733, 67 ευρώ), καθώς και με τη λήψη:
α) αντισεισμικού δανείου ποσού 4.575.675 δραχμών, β) δανείου για προσωπικές ανάγκες ποσού 3.000 ευρώ.... Και γ) τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου ποσού 36.000 ευρώ, που έλαβε αυτή μαζί με το τέκνο της Α. την 29-9-2006.... ια να συνεχισθούν οι εργασίες στην ως άνω οικοδομή τους. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου τους συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της συζύγου του με την ανέγερση της οικοδομής επί του ανωτέρω οικοπέδου συνεισφέροντας χρηματικά ποσά.....
και την προσωπική του εργασία.... αφού, το μήνα Μάρτιο του έτους 2001, που ο εναγόμενος αποχώρησε οριστικά από την συζυγική οικία, η οικοδομή δεν είχε αρχίσει ακόμη να κτίζεται, ούτε καν τα σκυροδέματα δεν είχαν κατασκευασθεί....
Συνεπώς πρέπει η ένσταση συμψηφισμού να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη..."Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο, το οποίο κατά τα ανωτέρω δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων, δεν συνέβαλε καθόλου στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα στην ανέγερση της αναφερθείσης οικοδομής σε οικόπεδό της και απέρριψε τον περί συμψηφισμού ισχυρισμό εκείνου, δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 683/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ