Legislator Case Law & Legislation
1029/2012 AI generated

1029/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1029/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον πρώτο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τη συμμόρφωση του εργαζομένου σ' αυτές.

Legislator headnote

AI generated

1029/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υποχρέωση του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως. Η εξάρτηση ενδέχεται να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις, στις οποίες ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων αυτού.

Keywords

AI generated
contract for medical treatment freedom to choose healthcare provider medically certified work incapacity admission to health insurance practice medical practitioner outdated medical report
AI generated
1801/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
7/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Οι υπό στοιχεία 7, 9, 20, 24, 27, 28, 43 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Ο υπό στοιχείο 45 αναιρεσίβλητος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Ζιάγκου και κατέθεσε προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζιάγκο και κατέθεσαν προτάσεις.
489/2019
να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται μαζί του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
1706/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
1712/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1029 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και κριτήρια διάκρισης από σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών. Βάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι για παραβίαση των σχετικών διατάξεων και ανεπαρκή αιτιολογία. Αναιρεί.

Αριθμός 1029/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΧΡΟΝΙΑΣ ΑΙΜΟΚΑΘΑΡΣΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ", η οποία αποτελεί συνέχιση λόγω μετατροπής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΧΡΟΝΙΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στους Νέους Επιβάτες Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Γουλιέλμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ά. Κ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου - Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2772/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2194/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-2-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον πρώτο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τη συμμόρφωση του εργαζομένου σ' αυτές.

Η υποχρέωση του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως. Η εξάρτηση ενδέχεται να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις, στις οποίες ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων αυτού.

Πρέπει, όμως, να διαπιστώνεται οπωσδήποτε για να χαρακτηρισθεί μια συγκεκριμένη ενοχική σχέση ως σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας. Εξ άλλου, σύμβαση προσφοράς ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο προσφέρων παρέχει μεν αντί αμοιβής ή μισθού τις υπηρεσίες του προς το λήπτη αυτών, δεν υπόκειται, όμως, σε έλεγχο και εποπτεία του τελευταίου και δεν είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών.

Στη σύμβαση αυτή, ενδέχεται, πάλι, να υφίσταται κάποια δέσμευση του παρέχοντος τις υπηρεσίες έναντι του λήπτη αυτών, όπως συμβαίνει σε κάθε ενοχική σχέση. Η απλή υποχρέωση, όμως, της συμμόρφωσης του παρέχοντος τις υπηρεσίες προς όρους της συμβάσεώς του, ακόμη και αν συνδέονται με τα τοπικά ή χρονικά πλαίσια ή τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών, δεν υποδηλώνει, καθ' εαυτήν, εξάρτηση αυτού από το λήπτη των υπηρεσιών, με την έννοια, την οποία προϋποθέτει η κατάφαση συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας.

Ως εκ τούτου, το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου αποτελούν μεν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτημένης εργασίας, δεν αρκούν, όμως, για τη διαπίστωση αυτή.

Όπως δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή, αυτοτελώς, ούτε ο τρόπος προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου ούτε άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών ή η ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ (ΑΠ 71/2010). Για τη διάκριση μεταξύ παροχής εξαρτημένης εργασίας ή προσφοράς ανεξάρτητων υπηρεσιών αποφασιστικό κριτήριο δεν αποτελεί το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η συγκέντρωση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή το είδος της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως.

Το εν λόγω ποιοτικό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων της συμβάσεως και των εν γένει συνθηκών παροχής των υπηρεσιών ή της εργασίας, οπότε, κατά περίπτωση και ανάλογα με το είδος ή τη φύση αυτών, σε συνδυασμό με τις διαπιστούμενες ενδείξεις δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, καθίσταται ασφαλέστερη η διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από τις ανεξάρτητες υπηρεσίες (ΟλΑΠ 28/2005).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία έχει υπεισέλθει νομίμως στη θέση του αρχικού εργοδότη, διατηρούσε στους Νέους Επιβάτες Θεσσαλονίκης επιχείρηση "θεραπευτηρίου", που είχε ως αντικείμενο την παροχή φιλοξενίας ή μετανοσοκομειακής φροντίδας σε πρόσωπα με αναπηρίες ή με χρόνια ή ανίατα νοσήματα.

Ότι στα πλαίσια της φροντίδας αυτής, η επιχείρηση παρείχε και παραϊατρικές υπηρεσίες, όπως την τακτική παρακολούθηση της υγείας των τροφίμων, τη χορήγηση φαρμάκων, απλών ή ενέσιμων, την παροχή πρώτων βοηθειών κλπ. Ότι για την παροχή των υπηρεσιών αυτών, η εναγομένη διατηρούσε σε 24ωρη βάση νοσηλευτικό προσωπικό.

Ότι, κατά το μήνα Δεκέμβριο 1992, η εναγομένη προσέλαβε τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), που ήταν γιατρός "γενικής ιατρικής" και διατηρούσε, παράλληλα, ιδιωτικό ιατρείο, προκειμένου να παρακολουθεί υπεύθυνα την κατάσταση της υγείας των τροφίμων του θεραπευτηρίου και, σε περίπτωση διαπίστωσης κάποιας επιπλοκής που δεν μπορούσε να αντιμετωπισθεί επί τόπου, να επιμελείται προσωπικά τη διακομιδή του ασθενούς στο κατάλληλο νοσοκομείο.

Ότι για την εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών, ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να προσέρχεται στο θεραπευτήριο κατά τις "πρωινές ώρες από Δευτέρα έως Παρασκευή" εκάστης εβδομάδος, όπου είχε τη συνδρομή του νοσηλευτικού προσωπικού, του οποίου, συγχρόνως, προΐστατο. Ότι σε περίπτωση εκτάκτων περιστατικών, ο ενάγων ενημερωνόταν από το νοσηλευτικό προσωπικό και μετέβαινε άμεσα στο θεραπευτήριο για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Ότι η αμοιβή του ενάγοντος είχε συμφωνηθεί εξ αρχής σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, το οποίο κατά τη διάρκεια της συμβάσεως αναπροσαρμόσθηκε κατ' επανάληψη, χωρίς, όμως, να είναι συνδεδεμένο με το αποτέλεσμα της εργασίας του. Ότι κατά την είσπραξη της αμοιβής του, ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι η αναγομένη του κατέβαλλε και επιδόματα εορτών και αδείας.

Ότι κατά την παροχή των ως άνω υπηρεσιών, ο ενάγων "τελούσε σε νομική εξάρτηση από την εναγομένη, διότι βρισκόταν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο των εκπροσώπων της ως προς το χρόνο, τον τρόπο και τον τόπο εκτέλεσης της εργασίας του, την οποία παρείχε καθημερινά στο θεραπευτήριο", υπό οδηγίες και εντολές που ήσαν "δεσμευτικές γι' αυτόν".

Ότι, με το ως άνω περιεχόμενο, η συμβατική σχέση των διαδίκων λειτούργησε για περισσότερα από 15 χρόνια, μέχρι την 31-3-2008, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά αρνήθηκε να καταβάλει προς τον ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, διατεινόμενη ότι επρόκειτο για σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι "η σχέση που συνέδεε τους συμβαλλομένους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με μειωμένη απασχόληση ημερησίως, αφού τα μέρη απέβλεπαν στην παροχή διαρκώς προσφερόμενης εργασίας του ενάγοντος, η οποία δε γινόταν χωρίς έλεγχο και εποπτεία, ώστε να υφίσταται σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών".

Κατόπιν αυτού, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 2772/ 2009 απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έκανε δεκτή κατά το μεγαλύτερο μέρος την ένδικη, από 29-9-2008 αγωγή, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και επιδικάζοντας τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως.

Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε εσφαλμένα τα περιστατικά που δέχθηκε στην έννοια της παροχής εξαρτημένης εργασίας και διέλαβε ελλιπή και εν μέρει ασαφή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τη θεμελίωσή της, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι τα καθήκοντα του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) εξαντλούνταν στην παρακολούθηση της υγείας των τροφίμων του θεραπευτηρίου και στην αντιμετώπιση των τυχόν προβλημάτων αυτών είτε επί τόπου είτε με διακομιδή στο κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα, ότι τα καθήκοντα αυτά έπρεπε να εκτελούνται χωρίς την επιστημονική επίβλεψη τρίτου προσώπου, αλλά σύμφωνα, αποκλειστικώς, με την κρίση του αναιρεσίβλητου ως γενικού ιατρού και με την απλή βοήθεια του λοιπού, μη ιατρικού προσωπικού και ότι για τη διεκπεραίωσή τους αρκούσε (πλην των εκτάκτων) μια τακτική επίσκεψη του αναιρεσίβλητου κατά τις πρωινές ώρες εκάστης εργασίμου ημέρας, χωρίς ειδικότερο χρονικό ή ποσοτικό προσδιορισμό των ωρών αυτών, έκρινε ότι υπό τις περιστάσεις αυτές προέκυπτε παροχή οδηγιών εκ μέρους των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας (εναγομένης) και έλεγχος της συμμόρφωσης του αναιρεσίβλητου προς αυτές.

Πέραν, όμως, του ότι τα ως άνω καθήκοντα απέρρεαν από τη σύμβαση και η παράλειψη της εκτέλεσής τους θα αποτελούσε μη προσήκουσα εκπλήρωση αυτής, το Εφετείο σε ουδεμία άλλη παραδοχή προέβη, πλην αυτών που αναφέρθηκαν, ως προς την τυχόν εξειδίκευση των οδηγιών των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και το περιεχόμενο του ελέγχου της συμμόρφωσης του αναιρεσίβλητου προς αυτές, ώστε να συνάγεται νομική εξάρτηση ως χαρακτηριστικό της ύπαρξης συμβάσεως εργασίας.

Αντίθετα, η ελαστικότητα, με την οποία ο αναιρεσίβλητος μπορούσε να προσέρχεται στο θεραπευτήριο για να ασκεί τα καθήκοντά του, η επιστημονική ανεξαρτησία που απολάμβανε, η δυνατότητα της παράλληλης διατήρησης ιδιωτικού ιατρείου, ο συμβατικός καθορισμός της εκάστοτε αμοιβής αυτού χωρίς αναφορά προς τις ισχύουσες συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις και η είσπραξη της αμοιβής αυτής με την έκδοση αποδείξεων παροχής υπηρεσιών από αυτόν τον ίδιο, θα μπορούσαν να έχουν υπαχθεί στην έννοια της παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (πρβλ.

ΟλΑΠ 28/2005). Επομένως, ο αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται οι παραβάσεις αυτές και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

2. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 2194/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 12η Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ