Legislator Case Law & Legislation
1029/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of family allowance claim based on abuse of rights. The court found the abuse of rights argument unconvincing and remanded the case for retrial.

Case Number 1029/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a claim for family allowances. The appellant argued that the lower court erred in rejecting the claim as an abuse of rights, citing the company's financial distress and the potential economic burden of the payment. The court found the abuse of rights argument unconvincing because the company's financial situation did not justify the denial of the claim, and the appellants' delay in asserting their rights was not sufficient to establish abuse. Consequently, the Supreme Court remanded the case for retrial before a newly constituted panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code and 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; The court held that the mere financial distress of the defendant does not automatically justify a finding of abuse of rights when the claim is substantiated, and the appellant's failure to present the claim promptly does not constitute abuse of rights.

Keywords

AI generated
abuse of rights family allowance economic distress remand for retrial civil procedure financial burden appellant's delay

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 128 paragraph 4 letters b and g of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1029 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1029/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Αλεξάνδρα Φαλίδα.

Των αναιρεσίβλητων: 1...., 2...., 3. ..., 4. ..., 5. ... και 6. ..., εκ των οποίων οι μεν 2η, 3η, 5η και 6η παραστάθηκαν με το δικηγόρο τους Δημήτριο Τσακίρη ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, οι δε 1η και 4η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1809/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4021/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/4/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 3/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες Γ 1775/13 Μαΐου 2005 και Γ 1789/ 17 Μαΐου 2005 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 11/4/2005 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς εμφάνιση για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στις αναιρεσίβλητες ... και ..., με θυροκόλληση, ενώ αντίγραφο του επιδοθέντος εγγράφου παραδόθηκε στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος της κατοικίας τους (ΑΤ ... και ΑΤ ... αντίστοιχα) και ταχυδρομήθηκε σχετική ειδοποίηση στις αναιρεσίβλητες κατ΄ άρθρ. 128 παρ. 4 β και γ Κ.Πολ.Δ. (από 17/5/2005 και 13/5/2005 απόδειξη παραλαβής των άνω Αστυνομικών Τμημάτων και από 17/5/2005 και 13/5/2005 βεβαίωση του ενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητού, προσυπογραφόμενη από τον αρμόδιο ταχυδρομικό υπάλληλο). Επομένως αφού οι αναιρεσίβλητες αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατά την άνω, νόμιμη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρούσες και αυτές (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.

ΑΠ. 8/2001). Εξάλλου η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.

Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξιώσεως – μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.

Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί «πράγμα» που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι απασχολούνται στην αναιρεσείουσα ως διοικητικοί υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν να τους καταβληθεί το επίδομα τέκνων του χρονικού διαστήματος από 1.1.1994 έως 31.12.1998, το οποίο η αναιρεσείουσα δεν τους κατέβαλε, διότι το επίδομα αυτό κατεβάλλετο στους συζύγους τους οι οποίοι ήσαν μισθωτοί απασχολούμενοι σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Η αναιρεσείουσα ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, πλην άλλων, προτείνοντας παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για λήψη του ενδίκου επιδόματος από τους αναιρεσιβλήτους, την οποία ένσταση επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν εφέσεως της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι: 1) οι αναιρεσίβλητοι αδράνησαν να αξιώσουν το επίδομα επί πολλά έτη, η δε αναιρεσείουσα ευλόγως πίστευε ότι δεν θα ασκούσαν τη σχετική αξίωσή τους, 2) μολονότι στην έγγραφη μηνιαία ανάλυση της μισθοδοσίας περιείχετο πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους να εκφέρουν τυχόν διαφωνίες τους επί των κονδυλίων της μισθοδοσίας, οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε διατύπωσαν τέτοια διαφωνία, 3) σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, άλλων εκκρεμών και όσων αναμένεται βασίμως ότι θα ασκηθούν σχετικά με τη λήψη του ένδικου επιδόματος τέκνων θα επέλθει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά στην αναιρεσείουσα, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγίανσης των Ν. 2271/94 και 2602/98 με συνέπεια ότι η αναιρεσείουσα θα βρεθεί και πάλι προ του κινδύνου χρεωκοπίας.

Το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέγραψαν εξοφλητικές αποδείξεις της μηνιαίας μισθοδοσίας τους χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία σχετικά με τη μη καταβολή του επιδόματος τέκνων σ' αυτούς, ως και ότι αδράνησαν επί μακρόν διάστημα να αξιώσουν την καταβολή του επιδόματος αυτού, απέρριψε όμως την παραπάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, διότι τα παραπάνω περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος.

Σχετικά με τις δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες που η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι θα προκαλέσει η ευδοκίμηση της κρινομένης αγωγής, ως και η συνεπακόλουθη ικανοποίηση παρομοίων αξιώσεων άλλων μισθωτών, που ανατρέπουν το πρόγραμμα οικονομικής εξυγίανσής της, το Εφετείο έκρινε ότι τα παραπάνω δεν δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών καταχρηστική.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 Α.Κ. Ειδικώτερα ενώ γίνεται δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέγραφαν εξοφλητικές αποδείξεις για τη μηνιαία μισθοδοσία τους χωρίς να διατυπώσουν ποτέ αντίρρηση, επιφύλαξη ή διαμαρτυρία, δεν αναφέρονται στη προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση ότι η παραπάνω συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων δεν έχει έννομη επιρροή ούτε θα μπορούσε να στηρίξει εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν θα ασκούσαν το επίδικο δικαίωμα.

Επίσης, ενώ η πιθανή επιβάρυνση της αναιρεσείουσας από την καταβολή του επιδόματος τέκνων σε όλο το γυναικείο προσωπικό που δεν λαμβάνει το επίδομα αυτό, ανέρχεται σε σημαντικά ποσά, κρίνεται, παρά ταύτα, ότι αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι εξαιτίας της επιβαρύνσεως αυτής ανατρέπεται ο προϋπολογισμός, τα προγράμματα εξυγίανσης και ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός της αναιρεσείουσας.

Επομένως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως, που εκτιμούνται ενιαίως ως αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Χρήστος Μπαλντάς, έχει την εξής γνώμη : Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, όπως από αυτή προκύπτει, σε σχέση με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, ότι το γεγονός ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τελεί υπό καθεστώς εξυγίανσης δεν δικαιολογεί την αποστέρηση από τις ενάγουσες του επιδίκου οικογενειακού επιδόματος, η καταβολή του οποίου θα επιφέρει στην εναγομένη οικονομική επιβάρυνση κατά το ποσό των 7.143.357 δραχμών ή 20.963,63 ευρώ, ενώ η συνολική οικονομική επιβάρυνση σε πιθανή χορήγηση του εν λόγω επιδόματος σε όλες τις υπαλλήλους της εναγομένης θα ανέλθει στο ποσόν των 9.500.000 δραχμών ή 27.879,67 Ευρώ.

Λαμβανομένου δε υπόψη ότι κατά την εταιρική χρήση 1998 υπήρξαν κέρδη ποσού 1.660.223.648 δραχμών, από το οποίο, αφαιρουμένων των ζημιών προηγουμένων χρήσεων ύψους 165.154.657.048 δραχμών και φόρων 24.137.669 δραχμών, απομένει σύνολο ζημιών για τη νέα χρήση 163.588.583.062 δραχμών, είναι προφανές ότι η καταβολή του επιδίκου οικογενειακού επιδόματος δεν είναι αυτό που θα προκαλέσει την οικονομική καταστροφή της εναγομένης εταιρείας.

΄Εκρινε δε ότι ενόψει τούτων ο περί καταχρηστικής ασκήσεως της αξιώσεως των εναγουσών ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, προς στήριξη του οποίου προβλήθηκε από αυτή, κατά την προσβαλλομένη τόσον το περιστατικό τούτο (οικονομική της καταστροφή από την ικανοποίηση της εν λόγω αξιώσεως), όσον και η πολύχρονη αδράνεια των αντιδίκων της να προβάλουν την αξίωσή τους αυτή ως και η έλλειψη αντιρρήσεώς τους για την μη καταβολή του άνω επιδόματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε εκ πλαγίου δι΄ ανεπαρκούς αιτιολογίας την διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. ως προς τα άνω διαληφθέντα σε σχέση με την επικληθείσα από την αναιρεσείουσα οικονομική της καταστροφή εκ της ικανοποιήσεως της ενδίκου αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω και ενόψει του ότι τα λοιπά ως άνω προβληθέντα πραγματικά περιστατικά, είτε αυτά και μόνα είτε και σε συνδυασμό προς το εν λόγω έτερο τοιούτο, υπό την κατά τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα συνδρομή του, δεν καθιστούν την άσκηση των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων καταχρηστική και συνεπώς το Εφετείο, ανεξαρτήτως της πληρότητος ή μη των αιτιολογιών του ως προς τα έτερα ταύτα πραγματικά περιστατικά, ορθά κατ΄ αποτέλεσμα έκρινε, γι΄ αυτό και είναι απορριπτέος ο από του άρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως.

Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 4021/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ