Supreme Court dismisses rape appeal claiming retroactive application of new law violated principle of legality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for rape, rejecting arguments that the new law was applied retroactively. The appellant claimed the lower court erred by convicting him under a paragraph not in force at the time of the 2014 act, arguing this violated the principle of legality. The court held that the new provision regarding non-consensual acts without specific threats was always punishable as rape regardless of the threat type used, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 336 and 337 of the Criminal Code; The Supreme Court ruled that the principle of legality does not preclude conviction under a new paragraph of the rape provision if the act constitutes rape under the general definition, as non-consensual sexual acts are punishable as rape irrespective of the specific threat mechanism employed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1028 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1028/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. D. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζαβαλιάννη, για αναίρεση της απόφασης 300, 561/2023 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από ...2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από ...2023 αίτηση του A. D. του T., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 300, 561/2023 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις ...2023, με την οποία καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη του βιασμού με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α και Ε’ΠΚ σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 και 474 ΚΠοινΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ισχύοντα έως 30/6/2019 ΠΚ: "Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της, τιμωρείται με κάθειρξη". Στην αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1/7/2019 νέου Ποινικού Κώδικα ορίζεται: 1. "Όποιος με σωματική βία ή απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας, εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη. 2.
Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις...... 5. Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ.1, επιχειρεί γενετήσια πράξη χωρίς τη συναίνεση του παθόντος, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη". Εν συνεχεία, με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 4637/2019 (με έναρξη ισχύος από 18-11-2019), η διάταξη του άρθρου 336 ΠΚ τροποποιήθηκε εκ νέου ως εξής: "Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας, εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών. 2.
Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις...". 4.Όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ.1 επιχειρεί γενετήσια πράξη χωρίς τις συναίνεση του παθόντος, τιμωείται με κάθειρξη έως δέκα έτη" Εν τέλει, με το άρθρο 71 του ν. 4855/2021 η διάταξη του άρθρου 336 ΠΚ τροποποιήθηκε ως εξής "Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας, εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη· τουλάχιστον δέκα ετών. 2.
Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις... 4. Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1, τελεί γενετήσια πράξη χωρίς τη συναίνεση του παθόντος, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη".
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις Νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος Νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο Νόμος, που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός Νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη.
Εξάλλου, ως "γενετήσια πράξη" νοείται, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 336 Νέου ΠΚ η συνουσία, καθώς και άλλες πράξεις με την ίδια, από πλευράς προσβολής του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας, βαρύτητα, όπως είναι, ενδεικτικά, η "παρά φύσιν" συνεύρεση, ο ετεροαυνανισμός, η πεολειξία, η αιδιολειξία, ο ετεροαυνανισμός ή η χρήση υποκατάσταστων μέσων (βλ.
σχετ. Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4619/2019, 19ο Κεφάλαιο, Εγκλήματα της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, σελ. 66), ήτοι πράξεις που δεν συνιστούν πάντοτε ή δεν προϋποθέτουν διεισδύσεις. Η κρίση του Δικαστηρίου περί ενδεικτικής και όχι αποκλειστικής απαρίθμησης των ανωτέρω πράξεων ως "γενετήσιων", προκύπτει αδιαμφισβήτητα τόσο από την αναφορά στην αιτιολογική έκθεση αυτή καθ' εαυτή, ότι ο όρος "γενετήσια πράξη" έχει την έννοια που προσδιορίζει η νομολογία και η επιστήμη, όσο και από την φράση "όπως είναι", που προηγείται της αναφοράς των επιμέρους αυτών πράξεων και η οποία, γραμματικά, καταδεικνύει τη μη αποκλειστική απαρίθμησή τους, αλλά την αναφορά τους ως παραδειγμάτων.
Ως εκ τούτου και, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο βιασμός αποσκοπεί στην ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη, όταν η πράξη του δράστη δεν είναι μία ήσσονος σημασίας ερωτική πράξη (όπως στιγμιαίος εναγκαλισμός και ασπασμός), αλλά είναι μια πράξη με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατατείνει στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη του παθόντος, τότε πρόκειται για γενετήσια πράξη, ίσης βαρύτητας με τη συνουσία και δεν συντρέχει προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 του ΠΚ (βλ.
σχετ. ΑΠ635/2022). Ο κύριος γνώμονας για το εάν μια πράξη πρέπει να χαρακτηρισθεί ως "γενετήσια" είναι η ένταση της προσβολής του έννομου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας του θύματος. Κατά συνέπεια, πράξεις με έντονο σεξουαλικό χαρακτήρα, όπως είναι η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος του ανηλίκου, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη στα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και ο ασπασμός στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφόσον κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, θεωρούνται γενετήσιες πράξεις, κατά το νέο ΠΚ, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. (Ολ ΑΠ ...018).
Τα παραπάνω είναι σύμφωνα και με το άρθρο 36 παρ, 1 και 2 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, που κυρώθηκε με το Ν. 4531/2018 και έχει υπερνομοθετική ισχύ. Κατά την εν λόγω διάταξη, η ποινικοποίηση των πράξεων κατά της γενετήσιας ελευθερίας πρέπει να αφορά όχι μόνο τη "διάπραξη μη συναινετικής, κολπικής ή στοματικής διείσδυσης σεξουαλικού χαρακτήρα στο σώμα άλλου ατόμου με τη χρησιμοποίηση οποιουδήποτε οργάνου του σώματος ή αντικειμένου", αλλά και "τη διάπραξη άλλων μη συναινετικών πράξεων σεξουαλικού χαρακτήρα".
Υπό το πρίσμα αυτό, ο όρος της "γενετήσιας πράξης" δεν παρεκκλίνει ουσιωδώς από τον προαναφερθέντα ορισμό της "ασελγούς πράξης", όπως ερμηνευόταν, υπό την αυστηρή της εκδοχή, από τη μέχρι τώρα νομολογία των δικαστηρίων στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας. (Α.Π. 478/2020, ΑΠ 627/2022, ΑΠ 241/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης ιδρύει και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται υπό τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους αποδείχθηκαν τα εξής: "Η ανήλικη A. V. του P., η οποία γεννήθηκε στις ...-1997, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2000 ληξιαρχική πράξη γέννησης της ληξιάρχου ..., διέμενε στη ...
Αττικής, στην οδό ..., μαζί με τους γονείς της και την αδελφή της. Στις ...2014 και περί ώρα 18.00 επέστρεφε στην ανωτέρω οικία της στη ..., μετά από έξοδο με τον σύντροφο της Μ. Σ. Ενώ βρισκόταν ήδη πλησίον της οικίας της, ο κατηγορούμενος A. D., κάτοικος ... επί της οδού ..., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1971 και ήταν θείος της παθούσας από την πατρική γραμμή, ο οποίος διερχόταν εκείνη τη στιγμή από το σημείο που ήταν η παθούσα της πρότεινε να την μεταφέρει στο σπίτι της με το αυτοκίνητο του.
Η παθούσα στην αρχή δεν δέχθηκε γιατί η απόσταση από την οικία της ήταν πολύ μικρή, αλλά ο κατηγορούμενος επέμεινε να την μεταφέρει με το αυτοκίνητο του στην οικία της. Έτσι η παθούσα τελικά επιβιβάστηκε στη θέση του συνοδηγού, πλην όμως αντί να την μεταφέρει σπίτι της όπως της είχε προτείνει, την οδήγησε αρχικά στο ...
στη ..., όπου στάθμευσε το όχημα του και της έκανε υποδείξεις επειδή την είχε δει να κάνει παρέα με ένα αγόρι με το όνομα "Μ.", για το οποίο δεν είχε καλή άποψη και της είπε ότι δεν πρέπει να κάνει παρέα μαζί του. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κινήθηκε με το όχημα του σε ερημική τοποθεσία πλησίον του δημοτικού σχολείου της ...
Αττικής, ενώ κατά την διαδρομή ρωτούσε την παθούσα αν είναι παρθένα, η δε παθούσα απάντησε ότι είναι παρθένα. Ακολούθως ο κατηγορούμενος έχοντας ήδη οδηγήσει την παθούσα μακριά από την οικία της, προκειμένου να προβεί σε γενετήσια πράξη σε βάρος της παθούσας την ρώτησε εάν οι γονείς της γνωρίζουν ότι διατηρεί ερωτικό δεσμό με τον Μ.
Σ. και αφού βεβαιώθηκε ότι οι γονείς της δεν γνωρίζουν για την ερωτική σχέση της, προσχηματικά τη ρώτησε και πάλι εάν είναι παρθένα και κατόπιν διαβεβαίωσης της παθούσας ότι είναι, ζήτησε να ελέγξει ο ίδιος εάν πράγματι παραμένει παρθένα. Η παθούσα αρνήθηκε και πρότεινε στον κατηγορούμενο να επισκεφθούν ιατρό γυναικολόγο για να διαπιστωθεί αυτή η κατάσταση, όμως ο κατηγορούμενος ήθελε να ελέγξει ο ίδιος εάν είναι παρθένα, διότι διαφορετικά αυτός θα έπρεπε να ενημερώσει τους γονείς της για την προσωπική σχέση της.
Ακολούθως, ζήτησε από την παθούσα επιτακτικά να κατεβάσει το παντελόνι της, απειλώντας ότι αν αρνιόταν θα ενημέρωνε τους γονείς της για την προσωπική σχέση της. Με βάση τις ανωτέρω απειλές η παθούσα, φοβούμενη ότι ο κατηγορούμενος θα πραγματοποιήσει την απειλή του και θα ενημέρωνε τον πατέρα της για την σχέση της, αναγκάστηκε να κατεβάσει το παντελόνι της και να ανεχτεί να βάλει ο κατηγορούμενος το δάκτυλο του μέσα στον κόλπο της, έως ότου αυτή πόνεσε και τον απώθησε.
Εν συνεχεία της είπε ότι δεν είναι παρθένα και πως όλα αυτά τα έκανε γιατί την αγαπάει και θέλει το καλό της. Μετά ο κατηγορούμενος επιχείρησε να φιλήσει και να δαγκώσει την ανήλικη παθούσα στο στόμα, πλην όμως αυτή τον απώθησε, ενώ τη στιγμή εκείνη δέχτηκε κλήση στο κινητό της τηλέφωνο από την ξαδέλφη της Α.
Μ., η οποία την ρώτησε που βρίσκεται και αυτή απάντησε ότι είναι με τον θείο της τον κατηγορούμενο. Αμέσως, μετά την τηλεφωνική κλήση, αποχώρησαν από το σημείο που βρισκόταν, ενώ ο κατηγορούμενος είπε στην παθούσα να αποκρύψει την συνάντηση τους. Μάλιστα, ενημέρωσε την παθούσα ότι ο ίδιος θα πει ότι ήταν στην δουλειά του, ενώ της υπέδειξε ότι αυτή θα έπρεπε να επικαλεστεί στους γονείς της ως λόγο της καθυστερημένης επιστροφής της στο σπίτι, την επίσκεψη της στο σπίτι του, διότι λόγω της συγγενικής σχέσης (αδέλφια) με τον πατέρα της, δεν θα της ζητούσε περαιτέρω εξηγήσεις.
Τέλος, ζήτησε από την ανήλικη παθούσα, να μείνει μεταξύ τους, ότι είχε συμβεί και της υποσχέθηκε ότι αυτός δεν θα ενημερώσει τον πατέρα της για την συνάντηση της με τον Μ. Σ.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η παθούσα μετά το επίδικο συμβάν, φοβούμενη τις αντιδράσεις των γονέων της, κυρίως δε του πατέρα της, δεν τους εκμυστηρεύτηκε όσα συνέβησαν με τον κατηγορούμενο στις ...2014. Αμέσως, όμως, μίλησε με τους εξαδέλφους της E. B. και Λ. D. στους οποίους ανέφερε όλα τα ανωτέρω. Επιπλέον, είχε συνάντηση με την εθελόντρια ψυχολόγο του 1ου Λυκείου ... που φοιτούσε, Ε. Β., καθώς και με αστυνομικό που υπηρετούσε στο Α.Τ. Ραφήνας, στους οποίους εκμυστηρεύθηκε όλα όσα είχαν γίνει με τον κατηγορούμενο. Κατόπιν, περίσκεψης και συμβουλών των ανωτέρω προσώπων, στις ...2014 η ανήλικη παθούσα A. V., μετέβη στο Τμήμα Εποπτείας Ανηλίκων της Υποδ/νσης Ανηλίκων της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής και κατήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε βάρος της στις ανωτέρω ασελγείς πράξεις και ζήτησε την ποινική του δίωξη.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος τη συγγενική σχέση που τον συνέδεε με την παθούσα, την οδήγησε σε ερημική τοποθεσία, όπου υπό την απειλή ότι θα ενημερώσει τον πατέρα της για τη ερωτική σχέση που διατηρούσε με τον Μ. Σ., την εξανάγκασε υπό τον φόβο της βίαιης αντίδρασης του πατέρα της στην περίπτωση που θα μάθαινε για την ανωτέρω σχέση της, να κατεβάσει το παντελόνι και το εσώρουχο της και εν συνεχεία να ανεχθεί την τέλεση γενετήσιας πράξης από τον κατηγορούμενο και δη την είσοδο του δαχτύλου του στον κόλπο της, υπό το πρόσχημα της διακρίβωσης της παρθενίας της.
Η παθούσα κατά την κατάθεση της προανακριτικά, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατέθεσε για τον φόβο που της προκάλεσε ο κατηγορούμενος με το ενδεχόμενο να ενημερώσει τον πατέρα της για την ερωτική της σχέση. Χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η παθούσα κατέθεσε «...
είχα μεγάλο φόβο απέναντι στον πατέρα μου από διάφορα συμβάντα στο σπίτι μου... υπήρχαν οικογενειακά προβλήματα, ήταν πολύ αυστηρός...έχει υπάρξει βίαιος ενόψει του ότι είχε πιει και αλκοόλ... ήταν η μεγαλύτερη μου φοβία τότε στο μυαλό μου .....". Τα ανωτέρω ενισχύονται και από την κατάθεση της μάρτυρας μητέρας της παθούσας E. V., ενώπιον του ακροατηρίου του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία κατέθεσε ότι ο σύζυγος της είναι αλκοολικός και ότι για τον λόγο αυτό είχε βίαιη συμπεριφορά στην οικογένεια του.
Τέλος και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, απολογούμενος στο Δικαστήριο τούτο κατέθεσε ότι ο αδελφός του και πατέρας της παθούσας, όταν έπινε γινόταν βίαιος και είχε επιθετική συμπεριφορά.
Συνεπώς, ο φόβος που προκλήθηκε στην παθούσα σε ενδεχόμενη αποκάλυψη της προσωπικής σχέσης της, την εξανάγκασε να ανεχθεί την ως άνω γενετήσια πράξη του κατηγορουμένου, την οποία ο τελευταίος τέλεσε υπό το πρόσχημα διακρίβωσης της παρθενίας της, ο κατηγορούμενος στην πραγματικότητα όμως η πράξη είχε έντονο ηδονιστικό χαρακτήρα και προσέβαλε την αγνότητα της νεαρής ηλικίας της ανωτέρω ανήλικης παθούσας, η οποία διήγε το 16° έτος της ηλικίας της, καθώς και το κοινό αίσθημα αιδούς και των ηθών και κατέτεινε στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής του, αφού και μετά την ως άνω ασελγή πράξη επιχείρησε να φιλήσει και να δαγκώσει την ανήλικη παθούσα στο στόμα, πλην όμως αυτή τον απώθησε. Περί όλων των ανωτέρω η ανήλικη παθούσα κατέθεσε, αβίαστα, αρχικά στην από ...2014 ανωμοτί εξέτασή της ενώπιον αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Ανηλίκων -Τμήματος Εποπτείας Ανηλίκων της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, παρουσία και της πραγματογνώμονας - ψυχολόγου Κ. Κ., η οποία διορίστηκε κατ' αρθρ. 226Α του ΠΚ, στην οποία κατήγγειλε τον κατηγορούμενο, ζητώντας την ποινική του δίωξη. Στη συνέχεια τα επιβεβαίωσε και με τις καταθέσεις της στον ανακριτή, αλλά και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Επιπλέον, σύμφωνα με την από ...2014 αναγνωσθείσα πραγματογνωμοσύνη της ψυχολόγου Κ. Κ., η οποία ορίστηκε κατά το στάδιο της προανάκρισης, προκειμένου να αποφανθεί σχετικά με την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση της ανήλικης, αναφέρεται ότι δεν διαπιστώνονται στοιχεία ψυχικής πάθησης ή άλλης ψυχιατρικής συμπτωματολογίας στην ανήλικη παθούσα, η οποία περιγράφεται ως ένα όμορφο και ανεπτυγμένο κορίτσι 16 ετών που παρακολουθεί μαθήματα της Β' τάξης του 1ου Λυκείου ..., με πού καλές επιδόσεις και η οποία προσήλθε στην αίθουσα εξέτασης με προθυμία και σοβαρότητα να συνεργαστεί με την ψυχολόγο στις ερωτήσεις της οποίας απάντησε με εξαιρετικά καλή ροή λόγου και ορθή δομή σκέψης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την προμνησθείσα πραγματογνωμοσύνη, η ανήλικη παθούσα α) περιέγραψε οικογενειακές δυσκολίες, με έντονες συγκρούσεις μεταξύ των δύο γονέων της και βίαιη συμπεριφορά του πατέρα της, τόσο σε βάρος της μητέρας της, όσο και εις βάρος της ιδίας και της αδελφής της, κυρίως σε στιγμές που επέλεξαν να προστατεύσουν τη μητέρα τους από την επιθετική του συμπεριφορά, β) εξέφρασε τη θλίψη της για γεγονότα που έχει ζήσει στο παρελθόν και εμφανίστηκε εξαιρετικά ανασφαλής σε ότι αφορά τη ζωή της μέσα στο σπίτι και γ) εξέθεσε, ότι ο πατέρας της έχει εξάρτηση από το αλκοόλ και η συχνή βίαιη συμπεριφορά του αποδίδεται κατά την άποψη της σε αυτή, αλλά και στην ελλιπή μόρφωση και χαμηλή συναισθηματική ωριμότητα (δεν είναι κακός, δεν του έμαθε ποτέ κανείς ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος δεν έχει αισθανθεί ασφάλεια και δεν έχει πάρει αγάπη).
Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του Ανακριτή, καθώς και κατά την κύρια διαδικασία τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ,όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αρνήθηκε την κατηγορία ισχυριζόμενος ότι δεν έπραξε ασελγείς πράξεις σε βάρος της παθούσας - ανιψιάς του. Παραδέχεται όμως ότι ζήτησε να μεταφέρει με το αυτοκίνητο του την παθούσα στο σπίτι της κατά την ...2014, αλλά ότι αυτό το έκανε με σκοπό να νουθετήσει την παθούσα, αναφορικά με την προσωπική της σχέση.
Επίσης, κατέθεσε ότι όσα κατήγγειλε σε βάρος του η παθούσα είναι ψευδή και ότι προέβη στην σε βάρος του καταγγελία με σκοπό να τον εκδικηθεί. Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι. Και τούτο διότι: 1) τα από την παθούσα καταγγελλόμενα κρίνονται απολύτως αληθή και πειστικά, είναι ίδια σε όλες τις καταθέσεις της από την αρχή της υπόθεσης, λαμβανομένου υπόψη και του χαρακτήρα της, όπως αυτός περιγράφηκε στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Η παθούσα απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι έτρεφε αισθήματα μίσους κατά του θείου της - κατηγορουμένου, ούτε επίσης ότι ήθελε να τον εκδικηθεί, αφού και μετά το συμβάν εξακολουθούσε να διαμένει με την οικογένεια της, δεν απομακρύνθηκε από την οικογενειακή της στέγη και είχε καλές σχέσεις με τους γονείς της.
Ειδικότερα, όσα αρχικά κατήγγειλε η παθούσα τα επιβεβαίωσε πλήρως με την από ...2017 ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Ανακριτή στην οποία δήλωσε ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, αλλά και με τις καταθέσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου. 2) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί νουθεσίας της παθούσας κρίνεται αβάσιμος, καθόσον η παθούσα είχε και τους δυο γονείς της οι οποίοι είχαν την επιμέλεια της και αυτοί ήταν κατά νόμο αρμόδιοι να την νουθετήσουν και να την προστατεύσουν από την ερωτική σχέση που διατηρούσε αν αυτή δεν ήταν η πρέπουσα.
Εξάλλου, όπως προέκυψε οι δυο οικογένειες διατηρούσαν μέχρι το συμβάν άριστες κοινωνικές σχέσεις ανταλλάσσοντας εκατέρωθεν επισκέψεις. Ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν θείος και μάλιστα διαφορετικού φύλου, δεν είχε κανένα ιδιαίτερο λόγο να νουθετήσει την παθούσα ανιψιά του. Σημειωτέων ότι μετά το επίδικο συμβάν οι σχέσεις των δυο οικογενειών διακόπηκαν τελείως μέχρι και σήμερα. 3) Η ως άνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχε οδηγήσει την παθούσα σε ερημική τοποθεσία και όχι στην οικία της όπως της είχε υποσχεθεί, καταδεικνύει την βούληση του να εξαναγκάσει την παθούσα παρά την θέλησή της να ανεχτεί την τέλεση γενετήσιας πράξης σε βάρος της, εκμεταλλευόμενος τον φόβο της τελευταίας από την αποκάλυψη της προσωπικής της σχέσης στον πατέρα της. 4) Ο σκοπός διέγερσης και ικανοποίησης της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του κατηγορουμένου, προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων και τον τρόπο δράσης αυτού, όπως ήδη προεκτέθηκε, εξάλλου εάν δεν υπήρχε τέτοιος σκοπός ο κατηγορούμενος δεν θα επιχειρούσε να φιλήσει την ανήλικη παθούσα στο στόμα, περαιτέρω δε, εάν πράγματι η μόνη του ανησυχία ήταν εάν αυτή είχε ολοκληρωμένες σχέσεις ή όχι, αυτό θα μπορούσε να διαπιστωθεί από ιατρό, όπως ήδη του είχε προτείνει η παθούσα.
Τέλος, το γεγονός ότι ζήτησε από αυτήν να αποσιωπήσει τις πράξεις που τέλεσε σε βάρος της και να πει ψέματα για το που βρισκόταν την ώρα του συμβάντος καταδεικνύει πως ο κατηγορούμενος είχε επίγνωση της ηθικής απαξίας και του παράνομου της πράξεως του.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα και για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, σαφώς προκύπτει ότι η πράξη αυτή ουδόλως συνιστά απλή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας της παθούσας απορριπτομένου, ως εκ τούτου, ως αβάσιμου κατ' ουσίαν, του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί ορθού νομικού χαρακτηρισμού της εν λόγω αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης, από βιασμό της παθούσας, σε προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας αυτής. (ΑΠ 1145/2022, ΑΠ 930/2020, ΑΠ 118/2017, ΤΝΠ, ΝΟΜΟΣ).
Ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου κατ'άρθρο 352 Α ΠΚ, διενεργηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη και διορισθεί ειδικός πραγματογνώμονας ο οποίος θα αποφανθεί εάν η ψυχογενετήσια κατάσταση του κατηγορουμένου εκτρέπεται ή όχι του φυσιολογικού ανθρώπου, ώστε έτσι να αποδειχθεί η αναλήθεια των καταγγελλομένων σε βάρος του από την παθούσα. Το αίτημα αυτό του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί διότι η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ουδόλως θα εισφέρει στη διερεύνηση της υπόθεσης και στη διακρίβωση της αλήθειας αναφορικά με την αποδιδόμενη πράξη, σε κάθε δε περίπτωση τυχόν αποδοχή του αιτήματος αυτού θα είχε ως επακόλουθο την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, με συνέπεια την άνευ λόγου παρέλκυση της δίκης και την καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει απορριπτομένων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί μη στοιχειοθετήσεως της αποδιδόμενης πράξεως, να κηρυχθεί ομόφωνα ο κατηγορούμενος ένοχος για την αποδιδόμενη πράξη σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 336 του ΠΚ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό."
Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξης του βιασμού, αναγνωρίζοντας σ' αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ ως πρωτοδίκως ως και του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ με το ακόλουθο διατακτικό: "Στη ... Αττικής, κατά τις απογευματινές ώρες της ...2014 με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξανάγκασε άλλον σε ανοχή ασελγούς πράξης και ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, συνάντησε την ανήλικη ανιψιά του A. (ον.) V. (επ.) του P., η οποία επέστρεφε στο σπίτι της μετά από βόλτα και ψώνια στη ...
Αττικής και της πρότεινε να μπει στο αυτοκίνητο του για να την επιστρέψει σπίτι. Ακολούθως και εφόσον αυτή επιβιβάσθηκε στη θέση του συνοδηγού, αντί να την πάει σπίτι της την οδήγησε αρχικά στο ... στη ... Αττικής και εν συνεχεία σε ερημική τοποθεσία πλησίον του δημοτικού σχολείου της ... Αττικής και με την απειλή ότι αν δεν ανεχτεί τις ασελγείς του πράξεις θα ενημερώσει τον πατέρα της α) ότι την είχε δει εκείνη την ημέρα με άντρα ονόματι "Μ." και β) ότι δεν είναι παρθένα, την ανάγκασε να κατεβάσει το παντελόνι της και να ανεχτεί να βάλει το δάκτυλό του μέσα στον κόλπο της, όπερ και έπραξε, έως ότου αυτή πόνεσε και τον απώθησε, περαιτέρω δε επιχείρησε να την φιλήσει στο στόμα, πλην όμως η ανήλικη παθούσα τον απέφυγε." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 336 παρ. 4 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος 1) οι γενετήσιες πράξεις στις οποίες προέβη ο αναιρεσείων σε βάρος της παθούσας ανεψιάς του, 2) οι ειδικές περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτές έλαβαν χώρα και θεμελιώνουν την κρίση ότι αφορούν πράξεις με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα με τις οποίες κατέτεινε στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και οι οποίες προσβάλλουν την γενετήσια ελευθερία και αξιοπρέπεια, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη της παθούσας 3) ο ψυχολογικός εξαναγκασμός της παθούσας συνιστάμενος στην απειλή ότι αν η ανήλικη δεν δεχόταν τις ασελγείς πράξεις του κατηγορουμένου θα ενημέρωνε τον πατέρα της ότι την είχε δεί με άνδρα ονόματι Μ.
ως και ότι δεν είναι παρθένα και 4) η επιχείρηση γενετήσιας πράξης χωρίς τη συναίνεση του θύματος. Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη για υπέρβαση εξουσίας με τις αιτιάσεις α) της αρνητικής υπέρβασης διότι το Δικαστήριο έπρεπε να τον κηρύξει αθώο για την πράξη του βιασμού διότι είχε καταστεί πλέον ανέγκλητη, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4637/2019 σε συνδ.
με το αρθρ. 2 ΠΚ και των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 336, όπου για την τέλεση του αδικήματος του βιασμού είναι αναγκαία η απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα, β) θετική υπέρβαση εξουσίας διότι το Δικαστήριο τον καταδίκασε με τη νέα διάταξη του άρθρου 336 παρ.4, η οποία δεν περιλαμβάνονταν στο άρθρο 336 παρ.1 του προισχ.
ΠΚ. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας τον αναιρεσείοντα ένοχο της επιεικέστερης ως προς την ποινή αξιόποινης πράξης του άρθρου 336 παρ. 4 ΠΚ δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της θετικής ή αρνητικής υπέρβασης εξουσίας καθόσον ναι μεν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (2014) δεν ίσχυε η παράγραφος 4 του άρθρου 336 ΠΚ, πλην όμως ο εξαναγκασμός σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης χωρίς τη συναίνεση του θύματος με οποιαδήποτε είδους απειλή ετιμωρείτο πάντοτε ως βιασμός σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 336 του ισχύοντος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ΠΚ.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για θετική και αρνητική υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η πράξη του αναιρεσείοντος στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης του βιασμού (άρθρο 336 παρ. 4 ΠΚ) και όχι αυτή της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 ΠΚ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την εν λόγω ουσιαστική ποινική διάταξη.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από ...2023 αίτηση του A. D. του T., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 300, 561/2023 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Αυγούστου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ