Supreme Court dismisses appeal for lack of specificity regarding alleged document distortion under Article 559 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the First Instance Court of Veria. The appellants argued that the Court of Appeal distorted the content of an expert report, but the court found this ground inadmissible due to its vagueness. The decision emphasized that an appeal must explicitly detail the distorted document, the court's interpretation, and the resulting prejudice to satisfy Article 559 of the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Civil Procedure Code: An appeal alleging distortion of a document is inadmissible if it fails to specify the document's content, the court's interpretation, and the resulting prejudice, thereby failing to establish a clear legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1028 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1028/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …., 2) Σ. Μ. του Ι. και 3) Β. Μ. του Ι., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λιόλιου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Τ. του Ι., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέργιου Καπράρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 3654/ΕΡ-ΔΙ/203/10-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν η 37/ΕΡ-ΔΙ/2014 και η 20/ΕΡ-ΔΙ/2018 μη οριστικές αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 12/ΕΡ-ΔΙ/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-1-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 25.1.2022 και με αριθμό κατάθεσης 258/27/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 678επ. ΚΠολΔ υπ' αριθμ. 1463/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 8.9.2020 και με αριθμ. κατάθεσης 106/ΕΦ/16.9.2020 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 1360/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η με αριθμό κατάθ. 12/ΕΡ-ΔΙ/2020 αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου για το ποσόν των 19.950,54 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ.
προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 19/2021, 498/2018, 69/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, 27/1998).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, 1184/2015, 121/2014, 1752/2013, 589/2005).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, 1361/2019, ΑΠ1551/2018, 319/2017, 901/2010, 2173/2007).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, 19/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους λόγους της αιτήσεως, πρώτο και δεύτερο από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτο κατά το ένα σκέλος του και τέταρτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του νόμου λόγω αντιφατικών αιτιολογιών.
Ειδικότερα: Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους α) ότι ενώ ορθά δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η με αριθμό ... άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Ν.Α. Ημαθίας αφορούσε μόνο την ανέγερση αναψυκτηρίου, μπαρ και γηπέδου ποδοσφαίρου και όχι ξενοδοχείου, στη συνέχεια εσφαλμένα και αντιφατικά δέχθηκε ότι το έτος 2005 ο πολιτικός μηχανικός Δ.
Π. είχε αναλάβει την εκπόνηση μελετών (αρχιτεκτονική μελέτη, φέροντος οργανισμού, τοπογραφικού και περιβάλλοντος χώρου, θερμομόνωσης και παθητικής προστασίας) και ο αναιρεσίβλητος τις μελέτες θερμομόνωσης, ενεργητικής πυροπροστασίας, ύδρευσης και αποχέτευσης, αφού μόλις το έτος 2007 κατατέθηκαν οι μελέτες για αναθεώρηση της πιο πάνω αδείας, ο δε αναιρεσίβλητος, εμφανίστηκε το πρώτον το έτος 2007 προκειμένου να αναλάβει μόνο την ανέγερση του ξενοδοχείου και όχι και την εκπόνηση μελετών για την ανέγερσή του και κατά συνέπεια δεν είχε προβεί σε καμία μελέτη πέραν του έργου της επίβλεψης μελέτης τρίτου, β) ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος αιτείται την καταβολή αμοιβής για την εκπόνηση των αναφερομένων μελετών, επί τη βάσει προφορικής συμφωνίας αυτού με τους αναιρεσείοντες για την κατασκευή του έργου, αφού ο αναιρεσίβλητος, ως μηχανολόγος - μηχανικός δεν θα ήταν δυνατόν να εκπονήσει αρχιτεκτονικές μελέτες.
Με τον τρίτο δε λόγο κατά το οικείο σκέλος της: ότι το Εφετείο αγνόησε τη με αριθμό 12/24.3.2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Χ. Σ.. Όμως, έτσι όπως διατυπώνονται οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους προβάλλονται γενικόλογες αιτιάσεις, οι οποίες δεν εστιάζονται ούτε μπορούν να ταυτοποιηθούν με τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, καθ' όσον ειδικότερα στο αναιρετήριο δεν μνημονεύονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ούτε διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης επί των προαναφερομένων ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του και, υπό τις οποίες πραγματικές παραδοχές συντελέσθηκε η παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικών πλημμελειών.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες περιορίζονται στο να διαλάβουν στο αναιρετήριο μόνο, το κατά την εκδοχή αυτών, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να αναφέρουν ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν. Επιπλέον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο που ανάγεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που παραβιάστηκαν.
Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχονται κατά τους αναιρεσείοντες ελλείψεις ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες, πλην όμως οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι με τους λόγους αυτούς γίνεται από τους αναιρεσείοντες αναφορά στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στη δική τους εκδοχή για την υπόθεση, χωρίς να παρατίθενται με πληρότητα αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από εκείνο πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε ώστε λόγω των ελλείψεων αυτών δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Τέλος, υπό την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσης της απόφασης, πλήττεται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος και η εκτίμηση των αποδείξεων, που αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (Ολ ΑΠ 8/2016).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, 1557/2018, 1349/2017).
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης κατά το οικείο σκέλος της από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη του την ως άνω αναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και την επικαλούμενη ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Τέλος, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το παραμορφωθέν έγγραφο, το περιεχόμενό του και το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό το δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 19/2021, 1145/2015, 9/2014, 1056/2014, 1663/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως κατά το οικείο σκέλος του προβάλλουν την αιτίαση, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 12/24.3.2017 πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Χ. Σ., με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν διαλαμβάνεται το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτά το δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου. Κατόπιν αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.1.2022 και με αριθμ. εκθ. κατάθ. 258/27/2022 αίτηση των 1. Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." κλπ (σύν. 3) για αναίρεση της 1643/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ