Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects third-party intervention claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to annul the Third Instance Court's decision, ruling their arguments legally inadmissible and factually unfounded. The court held that the appellants failed to demonstrate abuse of right regarding the plaintiff's procedural actions and that their third-party intervention claim was untimely. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the third-party intervener, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 80, 81, 215, 559, 561, 568 of the Code of Civil Procedure; A third party may intervene only if they have a legal interest and the intervention is timely, while appeals regarding matters of fact are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1028 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1028/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Γ., 2) Μ. Μ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Δημητρακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/2/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017).
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρεμβάσεως υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρεμβάσεως ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ.
γ του Ν 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ 368/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19-10-2021 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσείοντες και την αναιρεσίβλητη (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ' αριθμ. 8985, 8986 και 8911/29-10-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Δ.
Χ.) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία < ...>, ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη.
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 4354/2015 και της Πράξης 118/2017 της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 30-4-2020 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία < ...>, ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού (που έχει νομίμως συσταθεί με το από 11-9-2019 καταστατικό και εδρεύει στο ...), η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει του από 18-6-2021 συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο του οποίου έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις υπ' αριθμ. .../20-6-1997 και .../14-11-2008 συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, τις οποίες αυτή κατήρτισε με τις ανώνυμες εταιρίες με τις επωνυμίες < ... > και <...> αντίστοιχα, των οποίων την τήρηση των όρων εγγυήθηκε ο πρώτος αναιρεσείων - καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση.
Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρο 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 4857/18-9-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι. Π., αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού της αρχικής δικασίμου της 15-11-2021 και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, έχει επιδοθεί, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη εταιρεία (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Επομένως, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η αναιρεσίβλητη - υπερ' ής η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939,941,942 και 943 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Οι προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) Η ύπαρξη απαίτησης κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, η οποία να έχει γίνει ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής για διάρρηξη, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ούτε να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο. (ΟλΑΠ 709/1974, ΑΠ 278/2011, ΑΠ 708/2017).Την ιδιότητα του δανειστή λογίζεται ότι έχει και ο φορέας ενοχικής απαίτησης, που τελεί υπό αναβλητική προθεσμία, διότι η προθεσμία δεν εξαρτά τη γένεση του ενοχικού δικαιώματος από την πάροδο του χρόνου, που έχει ταχθεί, αλλά αναστέλλει μόνο την ενάσκησή του, την οποία μεταθέτει στο μέλλον, ήτοι αρκεί να έχουν συντελεστεί μέχρι και το χρόνο της απαλλοτρίωσης, τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησής του και να έχει γίνει αυτή ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της περί διάρρηξης αγωγής (ΑΠ 928/2014, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 ν.δ. της 17.07/13.08.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" συνάγεται ότι στη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, το οποίο είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθρο 112 παρ.2 ΕισΝΑΚ, ήτοι το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου.
Με τη σύμβαση δε του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά και ακολούθως καταβάλλει τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις έναντι κεφαλαίου και τόκων.
Στην έννομη αυτή σχέση οι αμοιβαίες αποστολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως από το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του.
Επομένως τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσόν εκκαθαρισμένη. Επομένως η τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια ώστε έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής .
Διάφορη εκδοχή θα κατέληγε στο άτοπο να δύναται ο πιστούχος, παρόλο που γνωρίζει σε δεδομένη στιγμή την παθητική σε βάρος του κατάσταση που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πίστωσης και χρέωσης, να προβαίνει χωρίς κύρωση και χωρίς τον κίνδυνο διάρρηξης, σε απαλλοτρίωση των περιουσιακών του στοιχείων πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 805/2013). 2) Απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κάθε σοβαρή και ηθελημένη (μη εικονική) διάθεση ή εκποίηση με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια, που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας, ανεξάρτητα αν είναι επαχθής ή χαριστική, καθώς και κάθε παροχή γενόμενη από ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεων του έναντι των νομικών (ΑΠ805/2013,ΑΠ1217/2014).
Η γονική παροχή που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 ΑΚ συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και συνεπώς η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική, μη συναγομένου άλλως από το χαρακτηρισμό της, στο α' εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά, και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία (ΑΠ 778/2015, ΑΠ 28/2017). 3) Ανεπάρκεια της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση του δανειστή, η οποία οφείλεται αιτιωδώς στην απαλλοτρίωση.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη πρέπει να συντρέχει όχι μόνο κατά την απαλλοτρίωση αλλά και κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής διάρρηξης, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (ΑΠ 778/2015, ΑΠ 708/2017). 4) Δόλος του οφειλέτη, ήτοι πρόθεση βλάβης των δανειστών. Η πρόθεση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, μη αναιρουμένου του καταδολιευτικού χαρακτήρα της απαλλοτρίωσης αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών, επιδιώκει παράλληλα και άλλους σκοπούς. 5) Γνώση του τρίτου.
Ο τρίτος πρέπει να γνωρίζει το δόλο του οφειλέτη, ήτοι την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, μη απαιτούμενης αυτοτελούς πρόθεσης του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη, ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη (ΑΠ 638/2004, ΑΠ 1677/2008). Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.
Επομένως, σε περίπτωση που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη απαλλοτρίωσης που συνίσταται σε γονική παροχή και συνεπώς χαριστικής δικαιοπραξίας, δεν απαιτείται για το ορισμένο του δικογράφου της η αναφορά και της γνώσης του τρίτου, του τέκνου δηλαδή, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση. Εξάλλου, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διάρρηξης για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησης του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 480/2013, ΑΠ 1815/2012).
Σε περίπτωση όμως που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη περισσοτέρων απαλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων, εφόσον κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή η ληξιπρόθεσμη απαίτηση του ενάγοντος δανειστή είναι μεγαλύτερη από τη συνολική αξία όλων των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, ώστε να είναι αναγκαία η διάρρηξη όλων των απαλλοτριώσεων, δεν απαιτείται για το ορισμένο αυτής, η αναφορά της αξίας καθενός (ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 637/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη λόγω μη αναφοράς σ' αυτή της εμπορικής αξίας καθενός απαλλοτριωθέντος ακινήτου και καθενός ακινήτου που απέμεινε στην κυριότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, καθώς και του ύψους της οφειλής κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε τη διάρρηξη της αναφερόμενης σ'αυτή δικαιοπραξίας, με την οποία ο πρώτος αναιρεσείων μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην δεύτερη αναιρεσείουσα, θυγατέρα του, τέσσερα ακίνητά του, αξίας 55.000, 5.000, 35.000, 35.000 ευρώ αντίστοιχα και συνολικής αξίας 130.000 ευρώ, επικαλούμενη ήδη γεγεννημένη απαίτησή της κατά του πρώτου αναιρεσείοντος από εγγύηση συμβάσεων αλληλόχρεου λογαριασμού, ύψους 1.619.521 ευρώ κατά τη συζήτηση της αγωγής, με πρόθεση ματαιώσεως ικανοποιήσεως της απαιτήσεώς της, καθόσον η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος, ύψους 135.000 ευρώ, δεν επαρκεί για την ικανοποίησή της.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη, εφόσον περιέχει όλα τα εκ του νόμου απαιτούμενα στοιχεία, χωρίς να είναι αναγκαία η επίκληση της αξίας καθενός των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και εκείνων που απέμειναν στην κυριότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, παρεκτός του ότι αυτή προσδιορίζεται στην αγωγή, διότι η αναφερόμενη συνολική τους αξία υπολειπόταν κατά πολύ της απαιτήσεως της εναγούσης και σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αγωγής, ήταν αναγκαία η διάρρηξη όλων των απαλλοτριώσεων.
Επομένως, το Εφετείο δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ο περί του αντιθέτου πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, ΑΠ 1819/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ο πρώτος εξ αυτών προέβη στην επίδικη απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως, ούτε οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλ. τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση της ως άνω διατάξεως.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και έτσι να θέτει σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 372/2018).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθμ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναιρέσεως, αποτελεί το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ (ΟλΑΠ 88/1980, ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 372/2018, ΑΠ 524/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του και τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 (και όχι από τους αριθμούς 11 και 9) του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον βασικότερο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, στον οποίο στηριζόταν η προταθείσα ένστασή τους από το άρθρο 281 ΑΚ και συγκεκριμένα ότι κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως οι πιστούχες εταιρείες ήταν υγιείς, κερδοφόρες και αξιόχρεες, ότι με το Ν 3867/2010 υποχρεώθηκαν να παραλάβουν για τις απαιτήσεις τους, ύψους 13.690.457 ευρώ, των ετών 2007, 2008, 2009, ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία μετά τη διενέργεια του PSI, είχαν μειωμένη ονομαστική αξία, κατά 46,5%, με συνέπεια να υποστούν ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 7.463.853,35 ευρώ, ότι η αναιρεσίβλητη ως τράπεζα συναίνεσε στη διενέργεια του PSI, καθώς πήρε γι' αυτό επαρκή ανταλλάγματα (πακέτα στήριξης ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ), η συναίνεσή της συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της πλειοψηφίας εκείνης που ήταν αναγκαία ώστε να λάβει χώρα το PSI και να υποστούν οι εταιρείες ...
και ... ζημία 7.500.000 ευρώ, ενώ ο πρώτος αναιρεσείων ουδέποτε συναίνεσε στη διενέργεια του PSI με τους συγκεκριμένους όρους. Ότι η αναιρεσίβλητη επιδιώκει να εισπράξει το σύνολο των απαιτήσεών της, αδιαφορώντας για τη ζημία που ο πρώτος αναιρεσείων υπέστη από το PSI, το οποίο με τη συναίνεση και ενεργό συμμετοχή της αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα και αυτός όχι απλά να της οφείλει το συνολικό ποσό, χωρίς αντίστοιχο <κούρεμα> και χωρίς επιμήκυνση της εξοφλήσεως έως το 2042, αλλά να ακυρωθεί και η γονική παροχή που έγινε το 2009, όταν κανείς δεν περίμενε τα όσα μέχρι σήμερα τελικά μεσολάβησαν.
Από τη παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, έκρινε ως προς τον επαναφερθέντα με τις προτάσεις ισχυρισμό των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου και βασίμου κριθέντος δικαιώματος της ενάγουσας, υπό την επίκληση του ότι:
α) η ενάγουσα, ενώ γνώριζε από το 2010 για την επίδικη γονική παροχή, άσκησε την ένδικη αγωγή το 2014, δημιουργώντας σ'αυτούς την εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να την προσβάλει, β) το 2011, ενώ γνώριζε για τη γονική παροχή, ζήτησε εμπράγματη διασφάλιση επί του συνόλου των υπόλοιπων περιουσιακών στοιχείων του πρώτου εναγομένου, γ) στις 26-10-2011, ενώ γνώριζε για τη γονική παροχή, αύξησε το πιστωτικό όριο της ...
και της ..., αποδεικνύοντας έμπρακτη εμπιστοσύνη στη διοίκηση των εταιρειών, μη θεωρώντας ως καταδολιευτική τη γονική παροχή, δ) οι συνέπειες της διαρρήξεως της επίδικης απαλλοτριώσεως θα είναι καταστροφικές για τους εναγομένους και την οικογένειά τους, αφού θα κατασχεθεί ακόμα και η πρώτη κατοικία τους, ενώ η ενάγουσα θα έχει πολύ μικρό όφελος, σε σχέση με το ύψος των απαιτήσεών της, ε) η ενάγουσα κινείται δικαστικά εναντίον τους προς διάρρηξη της γονικής παροχής, ενώ δεν εκποιεί άμεσα τα ομόλογα που έχει στα χέρια της, δεν προχωρά σε πλειστηριασμό των υπόλοιπων περιουσιακών στοιχείων του πρώτου εναγομένου, [έκρινε ότι] ο εν λόγω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι τα ως άνω περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας προς προσβολή ως καταδολιευτικής της επίδικης δικαιοπραξίας.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στους ως άνω ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αθροιστικά μαζί με τα λοιπά ως άνω υπό στοιχεία α) έως ε) περιστατικά. Όμως, τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, συνολικώς εκτιμώμενα με τα ήδη αξιολογηθέντα από το Εφετείο, δεν είναι δυνατόν να προσδώσουν νομιμότητα στον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας και να τον καταστήσουν ερευνητέο κατ' ουσίαν.
Επομένως, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας αυτή ως μη νόμιμη.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο κατά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και μάλιστα με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα από την απόφαση πραγματικά περιστατικά, ούτε διαλαμβάνεται σαφώς ο τρόπος με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια.
Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αρθμ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή η υπέρ της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 182, 183, 189 αρθμ.1, 191αρθμ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ της αναιρεσίβλητης, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτής λόγω της ερημοδικίας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.193/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Δέχεται την υπέρ της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα από 12-10-2021 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ