Supreme Court dismisses appeal against insurance company's dismissal of disability claim due to insufficient evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting her disability claim. The appellant argued the appellate court failed to consider specific Swedish social security documents submitted as proof of permanent total incapacity. The court ruled that the appellate court had properly evaluated all evidence and that the appellant's claim of non-consideration was legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's evaluation of evidence is final unless it lacks a legal basis or contradicts the facts found, and failure to explicitly justify a contrary decision does not constitute grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1028 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1028/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. - Τ. του Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντοκατζή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Φωτεινάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11019/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1339/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/12/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1339/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δεχόμενο την από 27-6-2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 11019/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κηρύχθηκε κατά τόπον αναρμόδιο να δικάσει την από 27-7-2010 αγωγή της εναντίον της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, παραπέμποντας την υπόθεση στο κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε επί της ως άνω αγωγής, απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι α) η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2010, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αγωγή της κατά της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, υπό την επωνυμία "Αγροτική Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής και Υγείας Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι ή ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, ανέφερε ότι δυνάμει ασφαλιστικής σύμβασης, που καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ αυτής και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας στις 28-2-2001, εκδόθηκε από την τελευταία το υπ' αριθμ.
… ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, διαρκείας από 28-2-2001 έως 28-2-2023, το οποίο λειτούργησε κανονικώς, κατά τους ενσωματωμένους όρους αυτού από της ενάρξεώς του και επέκεινα. Ότι με το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, του οποίου τα ετήσια ασφάλιστρα ορίστηκαν στο ποσό των 1.825,22 ευρώ, που καταβάλλονταν ανελλιπώς, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την κάλυψη μιάς σειράς ασφαλιστικών παροχών προς αυτή (ενάγουσα), σύμφωνα με τους ενσωματωμένους γενικούς και ειδικούς όρους του, μεταξύ των οποίων και την ασφάλιση καταβολής ασφαλιστικού ποσού 120.000 ευρώ, λόγω διαρκούς ολικής ανικανότητας, που ήθελε προκύψει σε αυτή κατά τη διάρκεια ισχύος του.
Ότι περί το τέλος του έτους 2003, για πρώτη φορά αντιμετώπισε απρόσμενο πρόβλημα υγείας με τη σπονδυλική της στήλη, το οποίο οφείλετο σε επελθούσα σπονδυλολίσθηση του L5-S1 σπονδύλου, περίπου κατά 1 εκατοστό, το οποίο πρόβλημα, παρά την εντατική προσπάθεια νοσηλείας και θεραπείας που μετήλθε, επιδεινώθηκε σημαντικά και την κατέστησε άτομο με μόνιμη ολική ανικανότητα προς οποιαδήποτε εργασία, ενσωματώνοντας στο δικόγραφο της αγωγής της τα από 3-11-2003, 19-9-2005 και 5-12-2006 σχετικά έγγραφα επιτροπών του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Σουηδίας, όπου διαμένει και εργάζεται, για τη χορήγηση επιδόματος ασθενείας, λόγω μειωμένης ικανότητας εργασίας, ορισμένου χρόνου κατά τα δύο πρώτα, με την επιφύλαξη νέας αξιολόγησης και σε μόνιμη βάση κατά το τελευταίο.
Ότι από 3-11-2003, οπότε και άρχισε η περιπέτεια της υγείας της, έως την 2-1-2007, που υποβλήθηκε στην τελευταία εξέταση από ιατρικής απόψεως και κατ' εντολή του αλλοδαπού ασφαλιστικού φορέα της χώρας διαμονής και εργασίας της διέκοψε κάθε εργασιακή δραστηριότητα και επήλθε η πλήρης παύση και διακοπή της επαγγελματικής της απασχόλησης, λόγω μόνιμης πλέον ολικής της ανικανότητας.
Ότι σε συνέχεια της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου και της οριστικοποίησης της μόνιμης ολικής της ανικανότητας για οποιαδήποτε εργασιακή δραστηριότητα, ανήγγειλε, ως όφειλε, πάραυτα τον επελθόντα ασφαλιστικό κίνδυνο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ζητώντας την οικονομική συνδρομή της και την κάλυψη, ως όφειλε, των προβλεπόμενων στον πίνακα παροχών και ειδικότερα της καταβολής του ασφαλιστικού ποσού των 120.000 ευρώ, εξαιτίας της επισυμβάσης σε αυτή μόνιμης και διαρκούς ολικής ανικανότητας, καθόσον τούτο συνιστούσε υποχρέωση της εναγομένης εταιρείας, ως εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης, που είχε αναλάβει με το προαναφερόμενο ασφαλιστικό συμβόλαιο, αφού ο επίδικος ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε μετά την τριετή περίπου χρονική διάρκεια λειτουργίας του μεταξύ τους ασφαλιστηρίου συμβολαίου και ασφαλώς δεν προϋπήρξε τούτου.
Ότι παραδόξως η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, αφού αρχικά παρέλκυσε τεχνηέντως τη διαδικασία της οφειλόμενης να καταβληθεί στην ίδια αποζημίωσης του ποσού των 120.000 ευρώ, τελικώς με την από 7-6-2007 υπ' αριθμ. …/2007 απαντητική επιστολή της, αρνήθηκε την αξιούμενη από αυτή αποζημίωση με το ψευδεπίπλαστο, αναληθές, αβάσιμο και αναπόδεικτο επιχείρημα ότι δήθεν η εκδηλωθείσα ασθένειά της, που της επέφερε τη μόνιμη ολική ανικανότητα, προϋπήρχε της ασφάλισής της, γεγονός που δήθεν η ίδια απέκρυψε από αυτή.
Ισχυριζόμενη περαιτέρω η ενάγουσα ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι αντισυμβατική και ταυτοχρόνως παράνομη, ζήτησε, μετά τη μετατροπή του αιτήματος της αγωγής της, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει νομιμοτόκως από την όχλησή της στις 13-9-2007, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής της, α) το ποσό των 120.000 ευρώ λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου από την ασφαλισθείσα περίπτωση της μόνιμης ολικής ανικανότητάς της, που επήλθε κατά τη διάρκεια ισχύος της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης και β) το ποσό των 25.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη στην προσωπικότητά της από την παράνομη και αδικαιολόγητη άρνηση εκπληρώσεως της συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να της καλύψει την οφειλόμενη από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφαλιστική παροχή της καταβολής του αναγραφόμενου στον πίνακα παροχών και ασφαλίστρων ασφαλιστικού ποσού, λόγω της διαρκούς ολικής ανικανότητας, η οποία συνιστά αναμφισβήτητα προσβολή της προσωπικότητάς της.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 11019/2013 απόφασή του επί της ανωτέρω αγωγής, κηρύχτηκε κατά τόπο αναρμόδιο να τη δικάσει και παρέπεμψε την υπόθεση στο κατά τόπο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 27-6-2013 έφεσή της και συναφώς εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή αρμοδίως είχε εισαχθεί προς συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που ήταν καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκασή της, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά παραδοχή της ασκηθείσας ως άνω έφεσης της αναιρεσείουσας, κράτησε την υπόθεση και δίκασε αυτή κατ' ουσία, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο τους προβληθέντες ισχυρισμούς της εφεσίβλητης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, ως στηριζόμενη στις αναφερόμενες διατάξεις, ερευνώντας στη συνέχεια την ουσιαστική βασιμότητα αυτής και του προς αντίκρουσή της ισχυρισμού της εναγομένης ότι δεν κατέβαλε την αιτούμενη αποζημίωση στην ενάγουσα, όπως είχε συμβατικό δικαίωμα, καθόσον η επικαλούμενη από την τελευταία πάθηση προϋπήρχε της επαναφοράς του συμβολαίου της, με συνέπεια να εξαιρούνται και να μην καλύπτονται οι περιπτώσεις ανικανότητας που οφείλονται σε προγενέστερη της ασφάλισης πάθηση ή σωματική βλάβη, καθώς και τα επακόλουθα και οι επιπλοκές τους, δέχτηκε, μετά την εκτίμηση των νομίμως προσκομιζόμενων αποδείξεων που αναφέρονται σε αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα κατήρτισε με την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την Επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ" (ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΖΥ) το υπ'αριθ.
…/2001 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, το οποίο έχει έναρξη ισχύος 28-2-2001 και λήξη ισχύος 28-2-2023, με το οποίο ασφαλίστηκε για τους κινδύνους που αναλυτικά αναφέρονται σ'αυτό και συγκεκριμένα η ενάγουσα ήταν ασφαλισμένη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με το ανωτέρω ασφαλιστήριο με τις εξής καλύψεις - παροχές:
Α. Ασφάλιση ζωής ορισμένης λήξης που συνδέεται με επενδύσεις (με επιλογή επενδυτικού προϊόντος το 1004 ΑΤΕ ΜΙΚΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ).
Β. Από τις Συμπληρωματικές ασφαλίσεις η ενάγουσα ασφαλίστηκε για :
1. Πρόσκαιρη ασφάλιση θανάτου
2. Μόνιμη Ολική Ανικανότητα (Μ.Ο.Α) με απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου
3.Θάνατο - Μόνιμη Ανικανότητα από ατύχημα.
Το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο διεπόταν από τους γενικούς και ειδικούς ασφαλιστικούς όρους που εμπεριέχονται σ' αυτό και ενσωματώνονται στην ασφαλιστική σύμβαση και αποτελούσαν μαζί του και με την υποβληθείσα αίτηση ασφάλισης με αρ. πρωτ. ….ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο και παραδόθηκαν στην ενάγουσα μαζί με το ασφαλιστήριο και το σύνολο των ετησίων ασφαλίστρων για το ανωτέρω ασφαλιστήριο θα προκαταβάλλονταν κάθε έτος ισχύος της άνω ασφάλισης σε μία δόση και δη την 28η Φεβρουαρίου κάθε έτους.
Το σύνολο των μικτών ετησίων ασφαλίστρων ανέρχονταν τότε στο ποσό των 1825,22 ευρώ. Στο άρθρο 3 των γενικών όρων της ασφάλισης ζωής οι οποίοι όροι ισχύουν και για την ασφάλιση ζωής και για τις συμπληρωματικές ασφαλίσεις μεταξύ άλλων ορίζονται και τα εξής 1. Στην παράγραφο 1 με τίτλο "Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης":
Ο Συμβαλλόμενος και ο Ασφαλισμένος υποχρεούνται να δηλώσουν στην εταιρία κάθε στοιχείο ή περιστατικό ή πληροφορία που γνωρίζουν, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου που αναλαμβάνει, καθώς επίσης να απαντήσουν με ειλικρίνεια και πληρότητα σε κάθε σχετική ερώτηση της Εταιρίας και των Συνεργατών της, καθώς και στις ερωτήσεις που περιέχονται στην αίτηση προς ασφάλιση, 2.
Στην παράγραφο 4 με τίτλο "Καταβολή Ασφαλίστρων": Το ασφάλιστρο είναι ετήσιο και προκαταβάλλεται από τον Συμβαλλόμενο σε μετρητά. Είναι δυνατόν όμως να συμφωνηθεί στο ασφαλιστήριο ή με πρόσθετη πράξη η τμηματική καταβολή του ετήσιου ασφαλίστρου σε εξαμηνιαίες δόσεις με ποσοστιαία αύξηση των ασφαλίστρων.
Πάντως, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση πρέπει να καταβληθούν όλες οι δόσεις που υπολείπονται για να συμπληρωθεί ολόκληρο το ετήσιο ασφάλιστρο των συμπληρωματικών ασφαλίσεων, άλλως παρακρατούνται από τα ασφάλισμα. Τα ασφάλιστρα προκαταβάλλονται κατά τις οριζόμενες στην ασφαλιστική σύμβαση ημερομηνίες χωρίς καμία ειδοποίηση, ή όχληση της εταιρίας προς τον Συμβαλλόμενο.
Η καταβολή των ασφαλίστρων γίνεται στην έδρα της Εταιρίας ή στους εντεταλμένους για την είσπραξη τους και κατά τις ημερομηνίες που καθορίζονται στο ασφαλιστήριο με έντυπη πάντα εξοφλητική απόδειξη της Εταιρίας, που υπογράφει ειδικά εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Αν η εταιρία υπενθυμίσει την υποχρέωση πληρωμής του ασφαλίστρου, αυτό δεν είναι δυνατό σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως τροποποίηση του γενικού αυτού κανόνα και αποκλείεται κάθε επίκληση αντιθέτου εθίμου ή συνήθειας".
Η καταβολή των ασφαλίστρων αποδεικνύεται μόνο με έντυπη εξοφλητική απόδειξη της Εταιρίας..... Η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στην Εταιρία να καταγγείλει την σύμβαση. Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωσή της προς τον Συμβαλλόμενο με την οποία γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης.
Στο άρθρο 4 των γενικών όρων πιο ασφάλισης ζωής με τίτλο "ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ" ορίζεται μεταξύ άλλων ότι σε περίπτωση παράβασης από δόλο ή και από αμέλεια των υποχρεώσεων τού Συμβαλλόμενου ή του Ασφαλισμένου που ορίζονται στο άρθρο 3 του ν.2496/97 κατά τη σύναψη της ασφάλισης η και κατά την διάρκεια της η εταιρία μας έχει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης.
Στο άρθρο 29 των γενικών όρων της ασφάλισης ζωής (σελ. 11) με τον τίτλο "ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΙΣΧΥ" ορίζεται: Εάν το ασφαλιστήριο ακυρωθεί ή μετατραπεί "σε ελεύθερο περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων" γιατί δεν πληρώθηκαν τα ασφάλιστρα, είναι δυνατό να επαναφερθεί σε ισχύ, μετά από έγγραφη αίτηση του Συμβαλλόμενου, που θα υποβληθεί στην Εταιρία μέσα σε προθεσμία 2 ετών από την ημερομηνία που το πρώτο ασφάλιστρο δεν πληρώθηκε και εφόσον ο Ασφαλισμένος είναι ασφαλίσιμος σύμφωνα με τους κανόνες εκτίμησης κινδύνων που ακολουθεί η εταιρεία κατά το χρόνο αυτό, και καταβληθεί η διαφορά του μαθηματικού αποθέματος για την πρόσκαιρη ασφάλιση Θανάτου.
Οι τυχόν συμπληρωματικές ασφαλίσεις και ο λογαριασμός Επένδυσης Ασφαλιστηρίου θα τεθούν σε ισχύ από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης επαναφοράς προς την Εταιρία και της πληρωμής της δόσης του ετήσιου ασφάλιστρου. Στο άρθρο 30 των γενικών όρων της ασφάλισης ζωής (σελ. 11) με το τίτλο "ΕΞΑΓΟΡΑ - ΜΕΡΙΚΗ ΕΞΑΓΟΡΑ" μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι με τη συμπλήρωση του 2ου έτους και εφόσον έχουν καταβληθεί τα αντίστοιχα ασφάλιστρα ο Συμβαλλόμενος μπορεί να εξαγοράσει το ασφαλιστήριο με έγγραφη αίτησή του προς την Εταιρία στο δε άρθρο 31 με τίτλο "ελεύθερο περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων" ορίζεται μεταξύ άλλων ότι εφόσον το ασφαλιστήριο απέκτησε δικαίωμα εξαγοράς και ο Συμβαλλόμενος διέκοψε την πληρωμή των ασφαλίστρων δικαιούται αντί της εξαγοράς να διατηρήσει το λογαριασμό Επένδυσης Ασφαλιστηρίου χωρίς περαιτέρω πληρωμή ασφαλίστρων.
Στο άρθρο 12 των γενικών όρων ασφάλισης με τίτλο "κατοικία" ορίζεται μεταξύ άλλων ότι συμφωνείται ότι όλες οι επιδόσεις ή κοινοποιήσεις της εταιρίας θα γίνονται στην διεύθυνση που δηλώθηκε με την αίτηση ασφάλισης ή με τυχόν μεταγενέστερη έγγραφη δήλωση του Συμβαλλόμενου/Ασφαλισμένου που κατατίθεται στην εταιρεία.
Το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο καταρτίστηκε με την διαμεσολάβηση του ασφαλιστικού Συνεργάτη της εναγομένης στην Θεσσαλονίκη Σ. Ε., ο οποίος είναι ενταγμένος στο γραφείο Πωλήσεων της εναγομένης … στην …, του οποίου Συντονίστρια Διευθύντρια είναι η κ. Γ., όπως προκύπτει και από αυτό και παρέμεινε ασφαλιστής της σε όλη την διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου της συμβολαίου.
Τον Δεκέμβριο του έτους 2002 έγινε συγχώνευση της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ)" που έχει την έδρα της στην Ν. Σμύρνη Αττικής, Λ. Συγγρού 163 και της θυγατρικής ..... εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ" (ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΖΥ) που έδρευε στην Αθήνα, Λεωφόρος Συγγρού 4-6 δια απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη με το υπ' αριθμόν …/….-12-2002 συμβόλαιο της συμ/φου Αθήνας Ιορδάνας Μορφονιού, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμόν Κ3-12748/31-12-2002 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, η οποία καταχωρήθηκε στα μητρώα Ανωνύμων Εταιριών την 31-12-2002, και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ με αριθμό φύλλου 12998/31-12-2004, η δε επωνυμία της εναγόμενης εταιρίας τροποποιήθηκε από "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ)" σε "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ".
Λόγω της άνω συγχώνευσης η εναγόμενη εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ) υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της απορροφηθείσας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΖΥ". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέβαλε τα ασφάλιστρα του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου της ζωής μέχρι και το ασφαλιστικό έτος 28/2/2005 - 28/2/2006.
Για το ασφαλιστικό έτος 28-2-2006 έως 28-2-2007 δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα ούτε κατά την συμφωνηθείσα ημερομηνία δηλ. στις 28-2-2006 ούτε αργότερα και η εναγόμενη εταιρία με συστημένη επιστολή της τον μήνα Απρίλιο του έτους 2006 ενημέρωσε την ενάγουσα ότι οφείλει τα ασφάλιστρα της περιόδου 28/2/2006 - 29/2/2007 τα οποία πρέπει άμεσα να εξοφλήσει εφόσον επιθυμεί την συνέχιση της ασφάλισης της άλλως μετά την πάροδο τριάντα ημερών από την ειδοποίησή αυτή χωρίς να πληρωθούν τα ασφάλιστρα θα ακυρωθεί η καταρτισθείσα μεταξύ τους άνω ασφαλιστική σύμβαση και το συμβόλαιο της και θα ελευθεροποιηθεί Η ενάγουσα παρά την ειδοποίησή και πάλι δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα ασφάλιστρα και έτσι η ενάγουσα εταιρία εξέδωσε την υπ' αρ.
…/…-6-2006 πρόσθετη πράξη, με την οποία το υπ' αρ. … Ασφαλιστήριο συμβόλαιο Ζωής κατέστη ελεύθερο περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων από 28-2-2006 και ακυρώθηκαν και έπαυσαν να ισχύουν όλες οι συμπληρωματικές του ασφαλίσεις. Η πρόσθετη αυτή πράξη γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα και στον ασφαλιστή Συνεργάτη της που διαμεσολάβησε για την κατάρτιση του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου Σ.
Ε.. Έτσι το ανωτέρω ασφαλιστήριο έπαυσε να ισχύει λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων, αφού προηγουμένως τηρήθηκαν τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του Ν. 2496/1997. Η ενάγουσα στις 26-6-2006 υπέβαλε στην εναγόμενη εταιρία αίτηση με την οποία ζητούσε την επαναφορά σε ισχύ ως είχε του ακυρωθέντος ασφαλιστηρίου της συμβολαίου με αριθμό ….
Την αίτησή της αυτή υπέβαλε στον ασφαλιστή και Συνεργάτη της εναγόμενης Σ. Ε., ο οποίος στην συνέχεια την διαβίβασε στην εταιρία, η δε εταιρία με βάση την αίτησή της και τις εμπεριεχόμενες απαντήσεις της στο ερωτηματολόγιο για το ιατρικό ιστορικό της, από το οποίο δεν προέκυπτε κάποιο περιστατικό σε σχέση με την υγεία της, την έκρινε ασφαλίσιμη και επανέφερε σε ισχύ ως είχε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο της με την υπ' αρ.
… πρόσθετη πράξη, σύμφωνα με την οποία η μεν βασική ασφάλιση Ζωής επαναφέρεται σε ισχύ από 28-2-2006, οι δε συμπληρωματικές ασφαλίσεις από 28-6-2006. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα στις 8-5-2007 υπέβαλε στην εναγόμενη εταιρία μέσω του Γραφείου Πωλήσεων της εναγομένης … στην Θεσσαλονίκη την υπ' αρ. πρωτ. … αίτησή της, με την οποία ζητούσε αποζημίωση - καταβολή ΜΟΑ λόγω μόνιμης ολικής ανικανότητάς της προσκομίζοντας ιατρική Γνωμάτευση του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Σουηδίας.
Από την γνωμάτευση αυτή διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής της στήλης από το έτος 2003 δηλ. προ της επαναφοράς σε ισχύ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της, το οποίο πρόβλημα, παρότι της ήταν γνωστό κατά την υποβολή της αίτησης επαναφοράς, δεν το δήλωσε αλλά το απέκρυψε.
Μετά την διαπίστωση αυτή της εναγομένης, δεν κατέβαλε στην ενάγουσα αποζημίωση λόγω ΜΟΑ, διότι η πάθηση που προκάλεσε την ΜΟΑ, ήταν προϋπάρχουσα της επαναφοράς και δεν δηλώθηκε και την ενημέρωσε με το υπ' αρ. …/…-5-2007 έγγραφο, ότι η περίπτωση της δεν καλύπτεται λόγω του ότι η πάθηση, για την οποία ζητούσε την ΜΟΑ προϋπήρχε της επαναφοράς σε ισχύ του συμβολαίου της και δεν δηλώθηκε.
Στην συνέχεια η εναγόμενη εταιρία ενόψει όλων των ανωτέρω, ότι δηλ. κατά την αίτηση επαναφοράς η ενάγουσα απέκρυψε περιστατικά που αφορούσαν την υγεία της, τα οποία της ήταν γνωστά και αν της είχαν δηλωθεί, δεν θα προχωρούσε σε επαναφορά του συμβολαίου της με την υπ' αρ. …/…-6-2006 πρόσθετη πράξη της, κατήγγειλε την ασφαλιστική της σύμβαση από την επαναφορά της δηλ, από 28-6-2006, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της και αντιλόγισε και τα καταβληθέντα ασφάλιστρα.
Κατά συνέπεια νόμιμα και συμβατικά ενήργησε η εναγόμενη εταιρία και δεν κατέβαλε αποζημίωση λόγω ΜΟΑ, καθότι αποδεικνύεται, ότι η πάθηση για την οποία ζητάει την ΜΟΑ η ενάγουσα προϋπήρχε στης επαναφοράς του Συμβολαίου της, εξαιρούνται δε και δεν καλύπτονται οι περιπτώσεις ανικανότητας που οφείλονται σε προγενέστερη της ασφάλισης πάθηση ή σωματική βλάβη, καθώς και τα επακόλουθα και οι επιπλοκές τους (άρθρο 5 γενικών όρων συμπληρωματικής ασφάλισης μόνιμης ολικής ανικανότητας).
Τα παραπάνω αποδεικνύονται και από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, συζύγου της ενάγουσας, ο οποίος με την κατάθεσή του αποδέχεται ότι ενημερώθηκε από την εναγόμενη και από τον συνεργάτη της και ασφαλιστή της Σ. Ε. για την καθυστέρηση και την ακύρωσε και ότι πλήρωσε τα ασφάλιστρα με την επαναφορά τον Ιούνιο του έτους 2006 και ταυτόχρονα καταθέτει ότι επειδή από το 2003 η ενάγουσα αντιμετώπιζε πρόβλημα, θεωρήσανε ότι δεν χρειάζεται να καταβάλλουνε ασφάλιστρα και καταθέτει ρητά ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ενημερώθηκε το πρώτον για την ανικανότητα της ενάγουσας συζύγου του το έτος 2007.
Κατόπιν των ανωτέρω, η αγωγή, με την οποία η ενάγουσα ζητεί να της καταβληθεί το συμφωνηθέν ασφάλισμα λόγω ΜΟΑ από το άνω …/2001 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, (την οποία άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται με την παράθεση ενάριθμα του φερόμενου ως παραβιασθέντα κανόνα δικαίου), εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης, κατά παραδοχή των προβαλλόμενων για την αντίκρουσή της ισχυρισμών της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, σύμφωνα με τις αναφερόμενες σε αυτή ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε.
Με βάση δε το προαναφερόμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αυτή, αναφορικά με τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ζητήματα του χρόνου επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και του χαρακτηρισμού της πάθησής της ως εξαιρούμενης από την ασφαλιστική κάλυψη ως προϋπάρχουσης και μη δηλωθείσης, επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και δεν απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η οποία, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Ειδικότερα, ενόψει των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, α) ότι από 3-11-2003, οπότε και άρχισε η περιπέτεια της υγείας της, έως την 2-1-2007, που υποβλήθηκε στην τελευταία εξέταση από ιατρικής απόψεως και κατ' εντολή του αλλοδαπού ασφαλιστικού φορέα της χώρας διαμονής και εργασίας της διέκοψε κάθε εργασιακή δραστηριότητα και επήλθε η πλήρης παύση και διακοπή της επαγγελματικής της απασχόλησης λόγω της μόνιμης πλέον ολικής της ανικανότητας και β) ότι σε συνέχεια της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου και της οριστικοποίησης της μόνιμης ολικής της ανικανότητας ανήγγειλε, ως όφειλε, "πάραυτα" τον επελθόντα ασφαλιστικό κίνδυνο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, την ως άνω απορριπτική της ένδικης αγωγής κρίση του Εφετείου δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι στις 26-6-2006, που η ενάγουσα υπέβαλε στην εναγομένη εταιρεία την αίτησή της περί επαναφοράς σε ισχύ, ως είχε, του ήδη ακυρωθέντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου της, με τις εμπεριεχόμενες απαντήσεις της στο ερωτηματολόγιο για το ιατρικό ιστορικό της, γνώριζε και απέκρυψε από την τελευταία (εναγομένη), το εμφανιζόμενο κατά το έτος 2003 πρόβλημα της υγείας της, από το οποίο προκλήθηκε τελικά η δηλωθείσα στις 8-5-2007, μόνιμη ολική ανικανότητά της, καθώς και ότι εάν η εναγομένη γνώριζε την προϋπάρχουσα αυτή κατάσταση της υγείας της, δεν θα είχε προβεί στην αιτηθείσα επαναφορά ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της με την αναφερόμενη πρόσθετη πράξη της μετά την προηγούμενη ακύρωσή του.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, κατά το σκέλος που η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, (νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 354/2011).
Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, την πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, προκειμένου να καταλήξει στο απορριπτικό της ένδικης αγωγής πόρισμά του, δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτικό αυτής (αγωγής) ισχυρισμό, ότι το έτος 2003 αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας στη σπονδυλική της στήλη, που την κατέστησε μονίμως και ολικώς ανάπηρη και ότι ο επίδικος ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε μετά την τριετή περίπου χρονική διάρκεια λειτουργίας του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ήτοι προς τα τέλη του 2003, κατά χρόνο που η ασφαλιστική σύμβαση ήταν σε ισχύ και δεν προϋπήρχε αυτής, αφού περί τούτων δεν διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό του οποιαδήποτε σχετική παραδοχή.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αλλά τους απέρριψε ρητώς και "εκ των πραγμάτων" ως αβάσιμους, εφόσον δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή τους.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11, περ γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 1376/2012).
Μη λήψη υπόψη πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1072/2005, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομιζόμενα ενώπιόν του με επίκληση από την ίδια έγγραφα και συγκεκριμένα τα από 3-11-2003, 19-9-2005 και 5-12-2006 έγγραφα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Σουηδίας, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η μόνιμη ολική ανικανότητά της επήλθε κατά το χρόνο που ίσχυε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και δη περίπου μετά την τριετή διάρκεια αυτού.
Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή σαφέστατη διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία μάλιστα είχε ενσωματώσει η αναιρεσείουσα στην ένδικη αγωγή της, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγησή τους, το γεγονός δε ότι οι παραδοχές του είναι αντίθετες προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.262 /2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/12/2016 αίτηση της Α. Κ.-Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1339/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ