1028/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1028/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 5-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των δύο πρώτων λόγων της αναιρέσεως και να θεωρηθεί ότι δεν εισάγεται προς κρίση ο τρίτος λόγος αυτής.
Full text
Απόφαση 1028 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1028/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., που απεβίωσε και συνεχίζουν τη δίκη οι νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α. Ε. Π. συζ. ..., β. Χ. Π. του Δ., γ. Β. Π. του Δ., δ. Ό. Π. του Δ. και 2) Β. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2006 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος ..., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ....
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 219/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2009 του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 5-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των δύο πρώτων λόγων της αναιρέσεως και να θεωρηθεί ότι δεν εισάγεται προς κρίση ο τρίτος λόγος αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το αναιρεσείον υπ’ αριθμ. ...’ /21-12-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου ... Ε. Γ. Σ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13ης-5-2016, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τον εκπροσωπήσαντα όλους τους αναιρεσιβλήτους στη δίκη ενώπιον του Εφετείου Κερκύρας δικηγόρο Κ.
Σ. κατά τη δικάσιμο της 10-10-2008, κατά την οποία συζητήθηκαν οι από 8-10-2007 και 2-11-2007 εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος αντίστοιχα κατά της υπ’ αριθμ. 219/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 56/2009 απόφαση του ως άνω Εφετείου (άρθρο 6Α του Διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/2014).
Κατά την ανωτέρω δικάσιμο της 13-05 2016 αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (27-01-2017). Οι αναιρεσίβλητοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά τη δικάσιμο αυτή και την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, δεδομένου ότι η μετά την αναβολή εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, επέχει θέση κλητεύσεως για όλους τους διαδίκους (άρθρ. 226 παρ. 4 και 575 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει: 1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση.... 4.
Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια... Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Το δε άρθρο 17 παρ. 1 του Ν.Δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", ορίζει ότι ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης ενόψει της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του...", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανόμενη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη.
Ο δε προβλεπόμενος στη διάταξη αυτής περιορισμός της αρμοδιότητος του Εφετείου μόνο στον προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ανίσχυρος, ως προσκρούων στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, υποβαλλομένου αιτήματος, στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως περί αναγνωρίσεως του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό ότι δεν ήταν ωφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούταν σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή:
α) τη χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, β) την αναγνώριση δικαιούχων αποζημιώσεως, γ) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1977 και δ) το αίτημα περί δικαστικής δαπάνης (Ολ.ΑΠ 10, 11/2004).
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται και τα ακόλουθα: Μετά το οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας για δημόσια ωφέλεια και την αναγνώριση του δικαιούχου της αποζημιώσεως αυτής, είναι επιτρεπτή η άσκηση από αυτόν της αγωγής επιδίκασης, της, από την ανωτέρω αιτία, αποζημιώσεως και μάλιστα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απαίτηση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος είναι γεννημένη και απαιτητή αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημιώσεως δικαστικής αποφάσεως και δεν τελεί υπό την προθεσμία των δέκα οκτώ (18) μηνών, η οποία αναφέρεται στη μη συντέλεση της απαλλοτριώσεως από τη μη καταβολή ή τη μη παρακατάθεση της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως και την, εκ του λόγου αυτού, αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως.
Συνεπώς, ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημιώσεως, η οποία προσδιορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του, μπορεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ’ ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή της, καθώς και τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Για τη νομιμοποίηση του δικαιούχου ως ενάγοντος έναντι του υποχρέου για την καταβολή της αποζημιώσεως, δεν ερευνάται ούτε η δυνατότητα ολοκληρώσεως του έργου, το οποίο αφορά η απαλλοτρίωση, ούτε η υπαιτιότητα του υπόχρεου προς καταβολή. Ενόψει τούτων και εφόσον η άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής είναι παραδεκτή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημιώσεως δικαστικής αποφάσεως, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος για την καταβολή της προσδιορισθείσης αποζημιώσεως, η εκδίκαση αυτής εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως άνω αιτήματα, των οποίων η εκδίκαση γίνεται σε ενιαία διαδικασία και έτσι, σωρευόμενη με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη ενιαία διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 153/2012).
Τέλος, το τεκμήριο ωφελείας του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, το οποίο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό, κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο αυτό (υποβολή αιτήσεως εντός δύο μηνών από την έκδοση αποφάσεως περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, παραπομπή της αιτήσεως σε Τριμελή Διοικητική Επιτροπή και αποστολή της εκθέσεως της επιτροπής με όλα τα στοιχεία της απαλλοτριώσεως στο αρμόδιο Εφετείο).
Οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του ως άνω άρθρου δεν μπορούν να επεκταθούν και στις συντελεσθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω νόμου (19-01-2002) απαλλοτριώσεις (Ολ.ΑΠ 7/2013, 11, 12/2011). Η ειδική ως άνω διαδικασία και η προδικασία ισχύουν στην περίπτωση υποβολής χωριστής αιτήσεως για την ανατροπή μόνο του τεκμηρίου ωφελείας, ενώ αντίθετα δεν ισχύουν στην περίπτωση συνεκδικάσεως αιτήματος ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας και καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (ΑΠ 1119/ 2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 17-11-2006 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... οι: Δ. Γ. Π. και Β. Π. ισχυρίσθηκαν, ότι με την υπ’ αριθμ. .../20.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου έκταση, λόγω δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της Εγνατίας οδού (τμήμα ..., στο Δήμο ..., όπως αυτή απεικονίζεται και αποτυπώνεται στο, από τον Αύγουστο του 1999 κτηματολογικό διάγραμμα και αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της ΕΥΔΕ ΜΕΔΕ, που συντάχθηκε και θεωρήθηκε νόμιμα.
Με την υπ’ αριθμ. 185/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, καθορίσθηκε προσωρινά η αποζημίωση για τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες τους (έδαφος, μείωση αξίας απομενόντων τμημάτων, επικείμενα). Ακολούθως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 128/1998 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες, στο ποσό των 300 δραχμών το τετραγωνικό μέτρο, όχι όμως και για τις δικές τους.
Το Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε το ποσό της αποζημιώσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και έτσι συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση. Με την υπ’ αριθμ. 358/2001 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, αυτοί (ενάγοντες) αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την υπ’ ... ιδιοκτησία κατά ποσοστό 50% ο καθένας. Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε την αποζημίωση, όπως είχε καθορισθεί ανωτέρω, πλην όμως, κατά την είσπραξή της, διαπίστωσαν ότι δεν τους κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση, αλλά μειωμένη, λόγω αυτοαποζημιώσεως, διότι θεώρησε ότι αυξάνεται η αξία των ακινήτων τους, εκτάσεως 4.835 τ.μ., λόγω γειτνιάσεως με την Εγνατία οδό, ενώ δύο τμήματα της ιδιοκτησίας τους, όπως αυτά περιγράφονται στην αγωγή, έχουν αποκοπεί από κάθε πρόσβαση και κατέστησαν άχρηστα για εκμετάλλευση.
Με το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει εντόκως, για την πρώτη έκταση, το ποσό των 8.513,60 ευρώ στον καθένα και για τα λοιπά τμήματα το ποσό των 21.686,30 ευρώ στον καθένα, επικουρικά δε τα παραπάνω ποσά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής, που εισήχθη προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 219/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή κατά την κύρια βάση της ως προς το πρώτο αίτημα αποζημιώσεως για το ποσό των 300 δρχ. το τετραγωνικό μέτρο λόγω ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, θεμελιούμενη στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 17 του Συντάγματος, 1 επ.
του Ν. 2881/ 2001 και 346 ΑΚ, αποδειχθείσης δε και ουσιαστικά βασίμου ως προς το αίτημα αυτό, υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα ενάγοντα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 2.147,40 ευρώ. Με την από 2-7-2007 έφεσή του κατά της αποφάσεως αυτής, το εκκαλούν - εναγόμενο προέβαλε: 1) ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι δεν ασκήθηκε κατά τη διαγραφόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2971/ 2001 διαδικασία (άσκηση αίτησης ενώπιον της ειδικής επιτροπής μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, σύνταξη έκθεσης από την επιτροπή σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, διαβίβαση της εν λόγω αίτησης στο αρμόδιο Εφετείο για τον προσδιορισμό δικασίμου κ.λπ.), 2) ότι, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κρίθηκε βάσιμο το αίτημα περί αποζημιώσεως λόγω ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, 3) ότι παρά το νόμο κρίθηκε ότι, με τη μη καταβολή της αποζημιώσεως αυτής, παραβιάζεται το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 4) ότι η αγωγή ήταν αόριστη και απορριπτέα και 5) ότι η επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν ήταν νόμιμη και έπρεπε να απορριφθεί.
Το Εφετείο Κερκύρας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (56/2009), που εκδόθηκε επί της ως άνω εφέσεως και επί της από 8-10-2007 εφέσεως των εκκαλούντων: 1) Ε. συζ. Δ. Π., Χ. Δ. Π., Β. Δ. Π. και Ό. Δ. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντος Δ. Γ. Π. και 2) Β. Γ. Π., προέβη σε εκτίμηση του πρώτου λόγου της εφέσεως του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι με αυτόν πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση κατά την παραδοχή της, ότι αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο Δικαστήριο για την εκδίκασή της, ήταν το εκδόν Δικαστήριο ενώ θα έπρεπε να κηρυχθεί τούτο αναρμόδιο, διότι αρμόδιο ήταν το Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από το Ν. 2971/2001.
Ακολούθως το Εφετείο έκρινε τα εξής: "Στις δίκες, κατά τις οποίες αναζητείται η κρίση του δικαστηρίου για το ζήτημα της ωφελείας ή μη του εναπομείναντος ακινήτου, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τούτου για τη διάνοιξη εθνικής οδού και της καταβολής ή μη της ορισθείσας αποζημίωσης, η οποία συμψηφίστηκε με τον δικαιολογητικό λόγο της ωφέλειας του δικαιούχου αυτής, υπό τη μορφή της αυτοαποζημίωσης, ενόψει του ότι πρόκειται περί ιδιωτικής διαφοράς και δεν κρίνεται η νομιμότητα της απαλλοτριωτικής πράξης, ώστε να εμπίπτει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 10/2004 Ελ.Δνη 45.712, ΑΠ 920/ 2005 ΝΟΜΟΣ 373349), προέχον ζήτημα αποτελεί η ύπαρξη ή μη της ωφέλειας με συνακόλουθο την υποχρέωση ή μη του υποχρέου να καταβάλει την ορισθείσα αποζημίωση που συμψηφίστηκε λόγω αυτοαποζημιώσεως και συνεπεία αντιστοίχου ωφελείας του δικαιούχου αυτής.
Η αξίωση αυτή του δικαιούχου δύναται να εισαχθεί και κατά την εκδίκαση αιτήσεως καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης ή οριστικής τοιαύτης (Ολ.ΑΠ 10/2004 Ελ.Δνη 45.712, ΑΠ 920/2005 Ενθ. Ανωτέρω ΣτΕ 3142/1987 Ελ.Δνη 31.2515), αλλά και κατά την τακτική διαδικασία εντός 10ετίας μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως (άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, καθόσον η αξίωση αυτή δεν προσβάλλει το κύρος της απαλλοτριωτικής πράξεως ή ορισμού οριστικής τιμής μονάδας ή διορθώσεως των στοιχείων κτηματογράφησης ή κτηματολογικών τοιαύτων, ώστε να έχει αποκλειστική εφαρμογή ο Ν. 653/1977 και η διαδικασία που προβλέπεται δι’ αυτού, ήτοι αυτή του Εφετείου εντός διμήνου προθεσμίας από της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως και για απαλλοτριώσεις προ της ισχύος του Ν. 2971/2001, εντός διμήνου από της δημοσιεύσεώς του, αλλά πρόκειται περί υποχρεώσεως ή μη καταβολής ορισθείσας οριστικά αποζημίωσης επί τη συνδρομή ή μη ωφελείας στους δικαιούχους ως παρόδιους ιδιοκτήτες απαλλοτριουμένου τελικώς ακινήτου (ΑΠ 920/05 ενθ.
ανωτ.).
Συνεπώς, κρίνοντας εαυτό το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον, έστω και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία, συμπληρουμένης κατ’ αυτό της εκκαλουμένης αποφάσεώς του διά της παρούσας, ορθά τις οικείες δικονομικές διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε (άρθρα 14 παρ. 2 και 29 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επομένως, απορριπτέος, ως αβάσιμος, κρίνεται ο ως άνω λόγος της εφέσεως του εναγομένου".
Επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 4 και 5 αυτής), διαλαμβάνονται και τα εξής: "Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8 παρ. 1, 2, 9 παρ. 4 και 26 του Ν. 2822/2001 "Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" (αντίστοιχες των προϊσχυσασών διατάξεων των άρθρ. 7, 8, παρ. 1, 3, 9 παρ. 3 και 27 του Ν.Δ. 797/1971) σε συνδ. με τα άρθρ. 19, 20, 21 Ν. 2882/ 2001 και τις αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος Ν.Δ. 797/1971, διά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου περί προσδιορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης για απαλλοτρίωση, που είναι εκ του νόμου αμετάκλητη, ως μη υποκείμενη σε ένδικα μέσα (άρθρ. 19 παρ. 10 Ν. 2882/2001 και 18 παρ. 10 Ν.Δ. 797/1917), αποκτά ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της δικαστικής καθορισθείσας αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, το δικαίωμα προς λήψη αυτής και, συνεπώς, στην περίπτωση που ήθελε ασκήσει τούτο με αγωγή κατά του προ πληρωμή υποχρέου, αρκεί για τη θεμελίωση αυτής η μνεία της απόφασης περί αναγνωρίσεως, μη απαιτουμένης της αναφοράς και των παραγωγικών του επί του απαλλοτριωθέντος δικαιώματός του περιστατικών (ΑΠ 1264/1976 ΝοΒ 25-891).
Για την έγερση της καταψηφιστικής αγωγής απαιτείται να έχει καθορισθεί τελεσιδίκως η αποζημίωση. Καθισταμένης τελεσίδικης της δικαστικής απόφασης, η οποία προσδιορίζει προσωρινώς αποζημίωση είτε με τη μη άσκηση αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού στο Εφετείο (άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 2882/2001), είτε με την άσκηση αυτής ενώπιον του Εφετείου και εκδόσεως αποφάσεως (άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 2882/2001), ο δικαιούχος της αποζημίωσης δικαιούται να εγείρει τακτική αγωγή, αξιώνοντας την καταδίκη του υπόχρεου στην καταβολή της, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Για την ταυτότητα του ως άνω νομικού και πραγματικού λόγου, δύναται ο δικαιούχος να εγείρει την τακτική αγωγή, αξιώνοντας επίσης την αποζημίωση που παρακρατήθηκε υπό του υποχρέου ως αυτοαποζημίωση λόγω ωφέλειάς του εκ της απαλλοτριώσεως". Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο (άρθρα 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ) ως προς την εκδίκαση της αγωγής κατά την τακτική διαδικασία από το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, ήταν αρμόδιο καθ’ ύλην προς εκδίκασή της.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σημειώνεται, ότι αυτός ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του ως άνω νόμου, αλλά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως από το Εφετείο της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, συνιστάμενης στο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος περί μη τηρήσεως της προδικασίας του άρθρου 33 του ως άνω νόμου, υπολαβόν εσφαλμένως ότι αυτό (αναιρεσείου) αμφισβήτησε την καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου.
Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σχετικό λόγω εφέσεως του εκκαλούντος και κρίνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αγωγής κατά την τακτική διαδικασία, έκρινε και επί της μη αναγκαιότητος της τηρήσεως της προδικασίας του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001.
Τέλος το αρμόδιο τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την υπ’ αριθμ. 1749/2009 γνωμοδότησή του, όπως από αυτή προκύπτει, γνωμοδότησε αρνητικώς επί του τρίτου λόγου της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη απορρίψεως της αγωγής λόγω αοριστίας της. Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δεν εισάγεται προς κρίση κατ’ άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2298/1995, όπως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 3790/2009.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως ως αβάσιμοι καθώς και η αίτηση αναιρέσεως. Δικαστική δαπάνη δεν ορίζεται λόγω ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων και της εντεύθεν μη υποβολής των σε έξοδα δικαστικά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-09-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 56/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ