Legislator Case Law & Legislation
1028/2015 AI generated

1028/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1028/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1028/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ’ εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1028 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1028/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", η οποία εδρεύει στον Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου εγκατεστημένη στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πασσά, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Φ. χήρας Γ. Φ., το γένος Δ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυράκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4560/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 787/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 16-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ο λόγος δε αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας, συντρέχει όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, Α.Π. 831/2005, Α.Π. 174/2005).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ’ εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον.

Περαιτέρω, το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ.1 εδ.

α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β’ ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.

α’ ), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.

β1) και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά δίχως άλλο υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διάταξης αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3606/2007, ο οποίος ενσωμάτωσε στο εθνικό δίκαιο την Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστής ως MIFID: "Υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών": Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.

Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν ν’ αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες. 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης, Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή.

Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: α) την ΑΕ-ΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, γ) τους τόπους εκτέλεσης και δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν ν’ αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να του συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες, εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παρ. 4, ζητούν από τον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη ‘ συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).

Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του, ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές υπηρεσίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι’ αυτόν.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή".

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Το έτος 2006 η ενάγουσα μετέβη στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Ακτή Μιαούλη προκειμένου να τοποθετήσει το σύνολο των αποταμιεύσεων της, ύψους 264.000 ευρώ σε προθεσμιακή κατάθεση. Η ενάγουσα σκόπευε να χρησιμοποιήσει το ως άνω ποσό προκειμένου να καλύψει ανάγκες των παιδιών της και ως εκ τούτου δεν ενδιαφερόταν για μια ριψοκίνδυνη, υψηλού ρίσκου και απόδοσης, επένδυση, αλλά κάτι ασφαλές, με σταθερό επιτόκιο και απλό στην επενδυτική πρακτική.

Έτσι η ενάγουσα απόφοιτος της Α’ Γυμνασίου, ασχολούμενη όλη της τη ζωή αποκλειστικά με τα οικιακά και παντελώς ανίδεη από οικονομικά προϊόντα, τα οποία δεν μπορούσε ούτε στο ελάχιστο να κατανοήσει πολλώ δε μάλλον ν’ αξιολογήσει, πρόκρινε την τοποθέτηση των χρημάτων της σε προθεσμιακό λογαριασμό παρά την επαναλαμβανόμενη συμβουλή του υπαλλήλου της εναγομένης και συμβούλου επενδύσεων Β.

Β. να επενδύσει μέρος αυτών σε προστατευμένα αμοιβαία κεφάλαια. Η πίεση και η φορτικότητα ωστόσο εκ μέρους του ως άνω υπαλλήλου ο οποίος τη διαβεβαίωνε ότι τα απ’ αυτόν υποδεικνυόμενα επενδυτικά προϊόντα στο πλαίσιο της σιωπηρώς καταρτισθείσας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών με την πρωτοβουλία του προαναφερθέντος υπαλλήλου προστηθέντος της εναγομένης, ήταν απολύτως ασφαλή και πολύ αποδοτικότερα από μια απλή προθεσμιακή τοποθέτηση είχαν ως αποτέλεσμα να πειστεί η ενάγουσα να επενδύσει το ποσό των 75.000 ευρώ στο προτεινόμενο απ’ αυτόν επενδυτικό προϊόν.

Για το λόγο αυτό στις 24.1.2008 η ενάγουσα υπέγραψε αίτηση ανοίγματος λογαριασμού χαρτοφυλακίου επενδύσεων και αίτηση αγοράς τίτλων εξωτερικού με συνδικαιούχο το γιο της Δ. Φ. προς επένδυση ποσού 74.000 ευρώ σε τίτλους με την ονομασία "Bank of Agricultural Commodities Note EUR" έκδοσης της εταιρίας με την επωνυμία "Lehman Brothers Holding Treasury CO BV" με την εγγύηση της εταιρίας με την επωνυμία "Lehman Brothers Holdings Inc", διάρκειας 3 ετών και χρεώθηκε επίσης το ποσό των 1.850 ως εφάπαξ προμήθεια της εναγομένης ίσης με το 2,5% του επενδυθέντος κεφαλαίου.

Ο τρόπος υπολογισμού της απόδοσης του ως άνω προϊόντος ήταν ο ακόλουθος: η απόδοση των τίτλων συνδέεται με την πορεία ενός ισομερώς ισοσταθμισμένου καλαθιού εμπορευμάτων που συνδέονται με τον αγροτικό τομέα αποτελούμενο από καλαμπόκι, ζάχαρη, σόγια και σιτάρι σε ποσοστό 25% το καθένα. Η απόδοση εξαρτάται από το ποσοστό της ανατίμησης του καλαθιού κατά τη διάρκεια της επένδυσης συγκρίνεται δηλ.

η αρχική τιμή του καλαθιού κατά το χρόνο έναρξης της (1.2.2008) με την τελική τιμή κατά το χρόνο λήξης της (1.2.2011) και στην περίπτωση που υπάρχει ανατίμηση η απόλυτη τιμή ανατίμησης του καλαθιού πολλαπλασιάζεται με έναν συντελεστή συμμετοχής στην απόδοση που έχει οριστεί στο 70%. Η εναγομένη μέσω του υπαλλήλου της δεν προσέφερε στην ενάγουσα, δεδομένου και του χαμηλού μορφωτικού της επιπέδου και της άγνοιας και απειρίας της στα θέματα των επενδύσεων, ακριβή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με το προτεινόμενο επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην είναι σε θέση να κατανοήσει ούτε τη φύση του ούτε τους πιθανούς κινδύνους του.

Ειδικότερα, ο ως άνω υπάλληλος της εναγομένης περιορίστηκε στο να διαβεβαιώσει την ενάγουσα πως επρόκειτο για μια επένδυση ίσης ασφάλειας με την προθεσμιακή κατάθεση που αυτή ήταν αποφασισμένη να κάνει και ανταποκρινόταν στο συντηρητικό της επενδυτικό προφίλ, ότι το κεφάλαιο ήταν απολύτως εγγυημένο και μάλιστα με υψηλή απόδοση και ότι στη χειρότερη των περιπτώσεων θα το έπαιρνε αυτούσιο πίσω στη λήξη του.

Δεν την ενημέρωσε, επίσης, για το ότι οι επενδυτικοί τίτλοι ήταν αλλοδαποί, για τον τρόπο υπολογισμού της απόδοσης ή για τη φύση τους, η αποπληρωμή των οποίων εξαρτιόταν αποκλειστικά και μόνο από τη φερεγγυότητα μιας εταιρείας, για το ότι εγγυήτρια ήταν μια επίσης αλλοδαπή εταιρία, μητρική της εκδότριας των τίτλων εταιρίας και όχι η εναγόμενη, με την οποίαν η ενάγουσα είχε συναλλακτικές σχέσεις, ούτε για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου της, σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας εταιρίας.

Δεδομένου ότι η ενάγουσα είχε ρητώς εκφραστεί υπέρ μιας σίγουρης, άνευ οιουδήποτε ρίσκου τοποθέτησης των χρημάτων της, η γνώση του κινδύνου αυτού θα έπαιζε ουσιαστικό ρόλο στην επιλογή της. Υπό τις συνθήκες αυτές η ενάγουσα πείστηκε ν’ αποδεχτεί την πρόταση του ως άνω υπαλλήλου πιστεύοντας ότι συναλλάσσεται με την εναγομένη και όχι με κάποια άγνωστη σ’ αυτήν αλλοδαπή εταιρία, και ότι σε κάθε περίπτωση το κεφάλαιο της, για την επιστροφή του οποίου πίστευε ότι ευθυνόταν η εναγόμενη, ήταν προστατευμένο από ένα δημόσιο σύστημα εγγύησης, που εν προκειμένω είναι το Σύστημα Αποζημίωσης χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ δεν αποκλείεται λόγω της πλημμελούς ενημέρωσης της η ενάγουσα να πίστευε ότι το κεφάλαιο της προστατεύεται από το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της εγκατάστασης της εναγομένης στην Ελλάδα.

Περαιτέρω, δεν ενημερώθηκε η ενάγουσα σχετικά με το ποσό της προμήθειας που θα ελάμβανε η εναγόμενη (2,5% του κεφαλαίου) ούτε έγινε ο προβλεπόμενος από το προαναφερθέν άρθρο 25 παρ. ν του Ν 360612007 έλεγχος καταλληλότητας του υποψήφιου επενδυτή από την εναγόμενη, ώστε να διερευνηθεί το επενδυτικό προφίλ της ενάγουσας μέσω των κατάλληλων ερωτήσεων και να αποσαφηνιστούν οι επενδυτικοί της στόχοι...

Από τα χαρακτηριστικά του επενδυτικού προφίλ της ενάγουσας, προκύπτει ωστόσο, ότι αυτό που επιζητούσε ήταν μια ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων της και ένα καλό επιτόκιο χωρίς κανένα ρίσκο και ότι αν είχε ενημερωθεί για τη φύση και τους κινδύνους του προταθέντος επενδυτικού προϊόντος καθώς και για το γεγονός ότι έπρεπε να καταβάλει μια τόσο υψηλή προμήθεια, ενώ τα χρήματα της θα έμεναν δεσμευμένα για 3 χρόνια, με ενδεχόμενο στο τέλος του χρόνου αυτού να μην υπάρχει καμία απόδοση των τίτλων αυτών, δεν θα είχε σε καμία περίπτωση επιλέξει το επενδυτικό αυτό προϊόν, αλλά αντίθετα προέβαινε σε, μια ακόμη προθεσμιακή κατάθεση, όπως έκανε μέχρι τότε.

Η ως άνω πληροφόρηση με τον τρόπο που έγινε, εκτός από ανεπαρκής θα χαρακτηρίζονταν και παραπλανητική, καθώς παραλείφθηκαν πληροφορίες τόσο ουσιώδεις, που αν ήταν γνωστές, θα είχαν οδηγήσει τον πελάτη σε διαφορετική απόφαση. Η εναγόμενη δηλ. οδήγησε την ενάγουσα στη λήψη μιας απόφασης, εστιάζοντας στα σημεία που μπορούσε να καταλάβει η τελευταία (υψηλή απόδοση, ασφάλεια, εγγύηση) και παραλείποντας τις πληροφορίες εκείνες (φύση, εκδότης τίτλων, εγγύηση, κίνδυνοι), η γνώση των οποίων θα την είχε αποτρέψει από τη λήψη της απόφασης αυτής, ενώ η εναγόμενη δεν αποδεικνύει από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ότι η ενάγουσα θα λάμβανε την ίδια απόφαση, ακόμη και εάν δεν είχε παραβεί την υποχρέωση της για παροχή των απαραίτητων συμβουλών.

Η τακτική αυτή της εναγομένης αποτυπώνεται και στα από Σεπτεμβρίου 2006 και Μαρτίου 2008 ενημερωτικά φυλλάδια για επενδυτικά προϊόντα, που απέστελνε στην ενάγουσα, στα οποία τονίζονται με μαύρα γράμματα οι αναφορές στα επιτόκια, τις υψηλές αποδόσεις και την προστασία του κεφαλαίου, ενώ το ότι τα προϊόντα αυτά δεν είναι υποχρεώσεις της εναγομένης, ούτε εγγυώνται απ’ αυτήν αναγράφεται με μικρά γράμματα ή ακόμη και στην πίσω πλευρά τους.

Η μη διερεύνηση του επενδυτικού προφίλ της ενάγουσας προκύπτει και από τη διάρκεια της ενημέρωσης της, καθώς δεν είναι δυνατόν να εξηγηθούν όλα μέσα σε 20-30 λεπτά, όσο δηλ. διήρκησε αυτή, να τεθούν οι σχετικές ερωτήσεις και να απαντηθούν οι όποιες απορίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αίτηση και όλα τα συνοδεύοντα αυτήν έγγραφα με δυσνόητους επενδυτικούς όρους και επιφυλάξεις ή την ευθύνη της τράπεζας και των πιστωτικών κινδύνων φέρουν ημερομηνία 24-1-2008.

Ακόμη όμως και αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, η υποχρέωση για την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη θα επέβαλε τον προγραμματισμό μιας δεύτερης συνάντησης, ώστε τόσο ο πελάτης να έχει τη δυνατότητα να μελετήσει διεξοδικά στο μεταξύ το πληροφοριακό υλικό που θα του είχε παράσχει ο σύμβουλος και να είναι σε θέση να το αξιολογήσει και να είναι ενημερωμένος για τα βασικά σημεία των προτεινόμενων επενδυτικών λύσεων, όσο και ο σύμβουλος να έχει επεξεργαστεί το προφίλ του συγκεκριμένου πελάτη και να έχει καταλήξει στην πρόταση του καλύτερου για τις ανάγκες επενδυτικού προϊόντος.

Έτσι, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι στα λίγα λεπτά της ενημέρωσης ο υπάλληλος της είχε τη δυνατότητα όχι μόνο να πληροφορεί την ενάγουσα, αλλά και να διερευνήσει το επενδυτικό της προφίλ, να επιλέξει το κατάλληλο και να συντάξει την από 24.1.2008 15σέλιδη χρηματοοικονομική ανάλυση για την ενάγουσα.

Πράγματι, στην υπογραφείσα από την ενάγουσα αίτηση αγοράς των ένδικων τίτλων υπάρχει έλεγχος συμβατότητας του επενδυτικού προϊόντος, υπάρχουν όμως σοβαρές αμφιβολίες αν πράγματι απαντήθηκαν από την ενάγουσα οι συγκεκριμένες ερωτήσεις, καθώς η απάντηση στη 2" ερώτηση, σχετικά με την απ’ αυτήν κατανόηση της φύσης και των κινδύνων του προϊόντος, ουδόλως συνάδει προς τις γνώσεις και την εμπειρία της στα ζητήματα αυτά, ούτε και με την απάντηση της στην 1" ερώτηση ότι δεν έχει επενδύσει στο παρελθόν σε σύνθετα επενδυτικά προϊόντα.

Διότι από την επισκόπηση της ως άνω αίτησης και εν όψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό με το αντικειμενικά γεγονότα της μηδενικής εμπειρίας σε επένδυση των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων (βαθμός 7) και του ποσοστού κάτω του 25% διαθεσίμου κεφαλαίου για την επένδυση (βαθμός 17) συνάγεται ότι αυτή συμπληρώθηκε με τρόπο ώστε να υπάρξει άθροισμα 38 και να θεωρηθεί ότι η επίδικη επένδυση είναι συμβατή με το προφίλ του πελάτη, εφόσον υπερέβαινε τον αριθμό 30.

Ανεξάρτητα απ’ αυτό, ο ως άνω έλεγχος συμβατότητας κρίνεται ασαφής και ανεπαρκής, δεδομένου ότι θέτει ως μοναδικό κριτήριο το ποσό της επένδυσης ως ποσοστό των διαθέσιμων κεφαλαίων του πελάτη, έτσι ώστε να θεωρείται συμβατό ένα προϊόν για έναν πελάτη που δεν έχει επενδύσει ποτέ ξανά σε κάτι τέτοιο και δεν έχει καμία σχετική γνώση, όταν η επένδυση δεν ξεπερνά το 25% των διαθέσιμων κεφαλαίων του.

Αποδείχθηκε επίσης ότι η εναγόμενη δεν επεξήγησε προφορικά στην ενάγουσα τους συγκεκριμένους όρους της επένδυσης και κατά την καλή πίστη δεν αρκεί η απλή παραπομπή σε δυσνόητους τυποποιημένους όρους. Το Σεπτέμβριο του 2008 η ενάγουσα ενημερώθηκε τηλεφωνικά και εν συνεχεία με την από 19-9-2008 επιστολή για την πτώχευση της μητρικής εταιρίας και εγγυήτριας των τίτλων της "Lehman Brothers Holdings Inc".

Με την ίδια επιστολή της γνωστοποιήθηκε η αδυναμία ρευστοποίησης των τίτλων της, ότι πλέον δεν θα παρέχεται αποτίμηση για τα προϊόντα αυτά καθώς και ότι στην αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού της η αποτίμηση τους θα εμφανίζεται μηδενική. Όπως προκύπτει από την ως άνω επιστολή η αξία των ένδικων τίτλων είναι μηδενική και δεν υφίσταται ουδεμία δυνατότητα ρευστοποίησης τους με αποτέλεσμα να έχει υποστεί η ενάγουσα ζημία ισόποση με την επένδυση στην οποία προέβη συν την προμήθεια που κατέβαλε στην εναγόμενη.

Η ως άνω ζημία είναι παρούσα και όχι μελλοντική, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, που δεν απέδειξε ότι είναι πιθανή η επιστροφή στην ενάγουσα έστω και κάποιου μικρού μέρους του κεφαλαίου της μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας που ξεκίνησε σε βάρος της Lehman Brothers. Εξάλλου, η ενάγουσα με την αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη σε καταβολή αποζημίωσης με ταυτόχρονη εκ μέρους της ενάγουσας εκχώρηση των τίτλων της σ’ αυτήν, ώστε να μην υπάρχει καμία περίπτωση πλουτισμού της σε βάρος της εναγομένης κατά το πέρας της πτωχευτικής διαδικασίας και του προσδιορισμού της πτωχευτικής περιουσίας που θα διανέμονταν στους πιστωτές της Lehman Brothers, εκχώρηση που η ίδια η εναγομένη ζήτησε από τους πελάτες της στους οποίους είχε πωλήσει τίτλους της Lehman Brothers, προχωρώντας σε συμβιβασμό με αυτούς.

Κατόπιν των ανωτέρω, η ασαφής, ελλιπής και παραπλανητική πληροφόρηση της ενάγουσας, σε συνδυασμό με τη μη διερεύνηση του επενδυτικού της προφίλ, ώστε να επιλεγεί το καταλληλότερο γι1 αυτήν επενδυτικό προϊόν, είχαν ως αποτέλεσμα να την οδηγήσουν σε μια απόφαση που διαφορετικά δεν θα είχε λάβει. Ειδικότερα, η ενάγουσα θα είχε σίγουρα απορρίψει την επένδυση αυτή, εάν γνώριζε ότι εκδότρια των τίτλων αυτών ήταν αλλοδαπή εταιρία, ότι εγγυήτρια της επιστροφής του κεφαλαίου ήταν η μητρική αυτής, ότι υπήρχε κίνδυνος απώλειας αυτού σε περίπτωση χρεοκοπίας της εκδότριας, ότι η εναγόμενη δεν αναλάμβανε καμία ευθύνη, ενώ θα έπρεπε να της καταβάλει μια υψηλότατη προμήθεια και ότι τελικά μπορεί οι τίτλοι να μην είχαν απολύτως καμία απόδοση.

Η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης είναι αντισυμβατική, αλλά και παράνομη, συνδέεται αιτιωδώς με την περιουσιακή ζημία που υπέστη η ενάγουσα, καθόσον παραβιάστηκε το καθήκον διαφύλαξης των συμφερόντων της ενάγουσας και το καθήκον βέλτιστης εκτέλεσης κατά τη συναλλακτική του διάσταση, και θεμελιώνει δικαίωμα της τελευταίας γι’ αποζημίωση σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις...

Η ένσταση της εναγομένης σχετικά με το συντρέχον πταίσμα της ενάγουσας, συνισταμένου στη μη ανάγνωση του περιεχομένου των εγγράφων που υπέγραψε, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς είναι απολύτως αναμενόμενο για έναν άνθρωπο που έχει τελειώσει την Α’ Γυμνασίου και χωρίς καμία σχετική εμπειρία, να στηριχτεί στα προφορικώς λεγόμενα του υπαλλήλου της τράπεζας, στην οποία και δείχνει εμπιστοσύνη, χωρίς να προβεί σε ανάγνωση των εγγράφων που του δίνονται να υπογράψει, τα οποία, ακόμη και αν διάβαζε, ήταν σίγουρο πως αδυνατούσε να κατανοήσει.

Ιδιαίτερη εδώ σημασία έχει η πλημμελής εκπλήρωση της παροχής ως προς την υποχρέωση της εναγομένης για την ένδικη επενδυτική συμβουλή της προς την ενάγουσα που απορρέει από τη σιωπηρώς καταρτισθείσα σχετική σύμβαση, καθόσον η εναγομένη δεν απέδειξε πραγματικά γεγονότα από τα οποία να απορρέει ότι για συγκεκριμένους λόγους η ενάγουσα δεν θα είχε ακολουθήσει τη συμβουλή της και θα επερχόταν σ’ αυτήν ζημία ούτως ή άλλως.

Το ίδιο ισχύει και για τα παραληφθέντα, μετά την υπογραφή τους, έγγραφα, καθώς η σχέση εμπιστοσύνης πελάτη - τράπεζας του δίνει την πεποίθηση ότι υπέγραψε αυτό ακριβώς που του περιέγραψε προφορικά κατά την επιλογή της επένδυσης, χωρίς να χρειάζεται να το επαληθεύσει, ανατρέχοντας στο περιεχόμενο τους και πιστεύοντας ότι αποκλείεται ο υπάλληλος της εναγομένης να της προτείνει επένδυση που θα μπορούσε να προκαλέσει ζημία στο επενδυθέν κεφάλαιο της".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της παράνομης συμπεριφοράς και υπαιτιότητας του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, την πρόκληση ζημίας στην ενάγουσα, του προσδιορισμού του ύψους της και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 288, 297,298,330. 914 ΑΚ, 25 παρ. 1-5 ν. 3606/2007, 8 παρ. 1-5 ν. 2251/1994.

Ειδικότερα, είναι επαρκείς και χωρίς ενδοιασμούς και αντιφάσεις οι αιτιολογίες ότι οι πληροφορίες που παρείχε η εναγομένη στην ενάγουσα στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης επενδυτικών συμβουλών σχετικά με την επένδυση ποσού 74.000 ευρώ για την αγορά τίτλων εξωτερικού, ήτοι τίτλων με την ονομασία "Bank of Agricultural Commodities Note EUR", έκδοσης της εταιρίας με την επωνυμία "Lehman Brothers Holding Treasury CO BV" με την εγγύηση της εταιρίας με την επωνυμία "Lehman Brothers Holdings Inc, δεν ήταν ακριβείς, σαφείς, κατανοητές και μη παραπλανητικές, καθόσον η εναγομένη περιορίστηκε να ενημερώσει προφορικά την ενάγουσα πως επρόκειτο για μια επένδυση ίσης ασφάλειας με την προθεσμιακή κατάθεση που αυτή ήταν αποφασισμένη να κάνει και ανταποκρινόταν στο συντηρητικό της επενδυτικό προφίλ, ότι το κεφάλαιο ήταν απολύτως εγγυημένο και μάλιστα με υψηλή απόδοση και ότι στη χειρότερη των περιπτώσεων θα το έπαιρνε αυτούσιο πίσω στη λήξη του.

Απέφυγε να την ενημερώσει ότι οι επενδυτικοί τίτλοι ήταν αλλοδαποί, για τον τρόπο υπολογισμού της απόδοσης ή για τη φύση τους, η αποπληρωμή των οποίων εξαρτιόταν αποκλειστικά και μόνο από τη φερεγγυότητα μιας εταιρείας, για το ότι εγγυήτρια ήταν μια επίσης αλλοδαπή εταιρία, μητρική της εκδότριας των τίτλων εταιρίας και όχι η εναγόμενη, με την οποία η ενάγουσα είχε συναλλακτικές σχέσεις, ούτε για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου της, σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας εταιρίας.

Περαιτέρω δεν ενημέρωσε την ενάγουσα σχετικά με το ποσό της προμήθειας που θα ελάμβανε η εναγόμενη (2,5% του κεφαλαίου) ούτε προέβη στον επιβαλλόμενο από το προαναφερθέν άρθρο 25 παρ. 4 του Ν 3606/2007 έλεγχο καταλληλότητας του υποψήφιου επενδυτή, ώστε να διερευνηθεί το επενδυτικό προφίλ της ενάγουσας μέσω των κατάλληλων ερωτήσεων και να αποσαφηνιστούν οι επενδυτικοί της στόχοι.

Οι ουσιώδεις αυτές ελλείψεις της προφορικής πληροφόρησης (δέχθηκε το Εφετείο) ήταν σκόπιμες (παραπλανητικές), συνεχίστηκαν μάλιστα με την αποστολή ενημερωτικών για την επένδυση φυλλαδίων, στα οποία τονίζονταν με έντονα (μαύρα) στοιχεία μόνο οι αναφορές στα επιτόκια, τις υψηλές αποδόσεις και την προστασία του κεφαλαίου.

Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο ότι η εναγομένη όφειλε κατά την καλή πίστη να επεξηγήσει στην ενάγουσα τους έντυπους όρους της επένδυσης, καθόσον γνώριζε ότι η ενάγουσα είχε στοιχειώδεις γραμματικές γνώσεις και έλλειψη οποιασδήποτε επενδυτικής εμπειρίας, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να κατανοήσει τους έντυπους όρους της επένδυσης και να δείξει, εύλογα, εμπιστοσύνη στην προφορική, πλην ελλιπή, ενημέρωση της τράπεζας.

Η παραδοχή του Εφετείου ότι "υπάρχουν όμως σοβαρές αμφιβολίες αν πράγματι απαντήθηκαν από την ενάγουσα οι συγκεκριμένες ερωτήσεις στον έλεγχο συμβατότητας της επένδυσης, καθώς η απάντηση στη 2" ερώτηση, σχετικά με την απ’ αυτήν κατανόηση της φύσης και των κινδύνων του προϊόντος, ουδόλως συνάδει προς τις γνώσεις και την εμπειρία της στα ζητήματα αυτά, ούτε και με την απάντηση της στην 1" ερώτηση ότι δεν έχει επενδύσει στο παρελθόν σε σύνθετα επενδυτικά προϊόντα", δεν αποτελεί ενδοιαστική αιτιολογία, αλλά πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι πράγματι η ενάγουσα έδωσε τις αναφερόμενες απαντήσεις κατά τον έλεγχο της συμβατότητας της επένδυσης.

Περαιτέρω, η παραδοχή του Εφετείου ότι "δεν αρκούσε η παραπομπή σε δυσνόητους τυποποιημένους όρους" δεν είναι ανεπαρκής εκ του ότι δεν προσδιορίζονται στην απόφαση οι όροι της επένδυσης που ήταν δυσνόητοι, καθόσον το Εφετείο σαφώς εννοεί ότι όλοι οι όροι ήταν νια την ενάγουσα δυσνόητοι, δεδομένου του χαμηλού μορφωτικού της επιπέδου και της παντελούς έλλειψης εμπειρίας σε παρόμοια επενδυτικά προϊόντα.

Τέλος, επαρκής είναι η αιτιολογία περί του ύψους της ζημίας της ενάγουσας και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αντισυμβατικής παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης και της ζημίας που προκλήθηκε στην ενάγουσα. Επομένως, οι 2ος έως 6ος και 8ος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, υπό τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου δεν θεμελιώνεται συντρέχον πταίσμα της ενάγουσας εκ της μη αναγνώσεως της έντυπης ενημέρωσης, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε λόγω των περιορισμένων γραμματικών της γνώσεων και της ελλείψεως επενδυτικής εμπειρίας σε τέτοια προϊόντα να κατανοήσει και αξιολογήσει τη φύση και τους όρους της επένδυσης.

Επομένως, ορθά το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ. Ο περί του αντιθέτου έβδομος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο : α ) με το να δεχθεί ότι η παραβίαση από την εναγομένη των διατάξεων του άρθρου 25 του v. 3606/2007 αποτελεί παράνομη πράξη και παρέχει στον επενδυτή αξίωση αποζημίωσης κατά της τράπεζας κατά τα άρθρα 914 ΑΚ και 8 του ν. 2251/1994 παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 3606/2007, καθόσον αυτές προστατεύουν αποκλειστικά το δημόσιο συμφέρον και επισύρουν μόνο την επιβολή διοικητικών κυρώσεων από την Επιτροπή κεφαλαιαγοράς και δεν απονέμουν στους επενδυτές ατομικές αξιώσεις προστασίας έναντι των ΕΠΕΥ που τους παραβιάζουν και β ) με το να δεχθεί ότι η εναγομένη τράπεζα κατά την παροχή στην ενάγουσα της τυποποιημένης πληροφόρησης παρέλειψε να επεξηγήσει και προφορικά στην ενάγουσα, όπως είχε υποχρέωση από την καλή πίστη (άρθρο 288 ΑΚ), τους δυσνόητους όρους της επένδυσης, λαμβάνουσα υπόψη και το μορφωτικό της επίπεδο και την έλλειψη οποιασδήποτε παρόμοιας επενδυτικής εμπειρίας, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, οι οποίες ορίζουν ότι η ενημέρωση του επενδυτή μπορεί να είναι τυποποιημένη και απαγορεύουν στον εθνικό νομοθέτη να θεσπίζει δεσμευτικούς συμπληρωματικούς κανόνες σε βάρος των ΕΠΕΥ.

Ο λόγος αυτός, προεχόντως, προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται, αυτοτελώς, στις παραδοχές του Εφετείου ότι η εκτιθέμενη ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά αφενός πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της που απέρρεαν από την σιωπηρώς καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών και αφετέρου πράξη παράνομη και υπαίτια κατά τις διατάξεις των άρθρων 330, 288, 914 ΑΚ.

και 8 του ν. 2251/1994, ανεξάρτητα, δηλαδή, από το ζήτημα αν οι διατάξεις του ν. 3606/2007 προστατεύουν αποκλειστικά το δημόσιο συμφέρον και επισύρουν μόνο την επιβολή διοικητικών κυρώσεων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή προστατεύουν και το ιδιωτικό συμφέρον και απονέμουν στους επενδυτές ατομικές αξιώσεις προστασίας έναντι των ΕΠΕΥ που τους παραβιάζουν.

Πράγματι, υπό τις παραδοχές του Εφετείου ότι η εναγομένη ΕΠΕΥ παρέλειψε πριν από την υπογραφή της σύμβασης τη διενέργεια έλεγχου καταλληλότητας της επένδυσης, όπως ρητά επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 25 αριθ. 4 του ν. 3606/2007, και ότι η προφορική πληροφόρηση που παρείχε στην ενάγουσα δεν ήταν πλήρης και ακριβής, αλλά παραπλανητική, αφού περιορίστηκε σκόπιμα στη διαβεβαίωση 1) ότι επρόκειτο για μια επένδυση ίσης ασφάλειας με την προθεσμιακή κατάθεση που η ενάγουσα ήταν αποφασισμένη να κάνει και ανταποκρινόταν στο συντηρητικό της επενδυτικό προφίλ, 2) ότι το κεφάλαιο ήταν απολύτως εγγυημένο και μάλιστα με υψηλή απόδοση και ότι στη χειρότερη των περιπτώσεων θα το έπαιρνε αυτούσιο πίσω στη λήξη του, ενώ παραλήφθηκε οποιαδήποτε προφορική ενημέρωση για ουσιώδη στοιχεία της επένδυσης, ήτοι α) για το ότι οι επενδυτικοί τίτλοι ήταν αλλοδαποί, για τον τρόπο υπολογισμού της απόδοσης ή για τη φύση τους, η αποπληρωμή των οποίων εξαρτιόταν αποκλειστικά και μόνο από τη φερεγγυότητα μιας εταιρείας, για το ότι εγγυήτρια ήταν μια επίσης αλλοδαπή εταιρία, μητρική της εκδότριας των τίτλων εταιρίας και όχι η εναγόμενη, με την οποίαν η ενάγουσα είχε συναλλακτικές σχέσεις, β) για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου της, σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας εταιρίας, γ) για το ποσοστό προμήθειας της εναγομένης, η οποία προφορική ενημέρωση δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αναπληρωθεί από την έντυπη ενημέρωση, διότι η ενάγουσα αδυνατούσε να κατανοήσει τη φύση και τους έντυπους όρους της επένδυσης, λόγω των περιορισμένων γραμματικών της γνώσεων και της έλλειψης οποιασδήποτε εμπειρίας της σε επενδύσεις τέτοιου είδους, και την οποία ενημέρωση η εναγομένη όφειλε να παράσχει σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά παραβίαση της γενικής δικαιϊκής αρχής της καλόπιστης και σύμφωνα με τα συναλλακτική ήθη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της και της λήψεως μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να αποτρέψει την επέλευση ζημίας στον αντισυμβαλλόμενο της, και αποτελεί όχι μόνο αντισυμβατική, αλλά και παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και 8 του ν. 2251/1994 πράξη, όπως ορθώς έκρινε το Εφετείο, κατά παραδοχή ως βάσιμων αντίστοιχων βάσεων της ένδικης αγωγής.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι οι διατάξεις του ν. 3606/2007 αποβλέπουν όχι μόνο στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, δια της εξασφαλίσεως της διατήρησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της κεφαλαιαγοράς, αλλά παράλληλα αποβλέπουν και στην αποτελεσματική προστασία των επενδυτών, υπέρ των οποίων επιβάλλουν στις Ε.Π.Ε.Υ.

συγκεκριμένες και σημαντικές υποχρεώσεις νια την αποτροπή ζημίας των. Έτσι, η παραβίαση από τις Ε.Π.Ε.Υ. των προβλεπομένων από το ν. 3606/2007 υποχρεώσεων αποτελεί παράνομη πράξη και συντρεχόντων και των λοιπών όρων παρέχουν αξίωση αποζημίωσης από το άρθρο 914 ΑΚ. (Α.Π. 1738/2013).

Με τον ένατο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ως νόμιμη την αξίωση της ενάγουσας νια επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της πικρίας, αγανάκτησης και στεναχώριας που δοκίμασε εξ αιτίας της δυσμενούς πορείας της επένδυσης της από τις αναφερόμενες στην αγωγή και την απόφαση πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η επίκληση και απόδειξη των παραπάνω περιστατικών αρκεί νια τη θεμελίωση αξίωσης της ενάγουσας από τις παραπάνω διατάξεις.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας ( άρθρα 176,183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Ιανουαρίου 2014 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "CitibanK International pic" για αναίρεση της υπ’ αριθ. 787/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ