Supreme Court dismisses appeal on divorce alimony where lower court ignored prior judgment on cohabitation breakdown.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding divorce alimony. The appellant argued the appellate court violated res judicata by relying on a prior final judgment concerning the breakdown of cohabitation, despite examining witness testimonies and documents. The court rejected this claim because the appellate court did not rely on the prior judgment but instead conducted a fresh evaluation based on evidence presented at trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 16 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of res judicata is inadmissible if the lower court did not rely on the prior judgment but instead conducted a new factual assessment based on evidence presented at trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1028 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1028/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κ. Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε.-Γ. Κ.-Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μπίσια.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Μίτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1331/2008 μη οριστική, 535/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 370/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 28-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ...
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι "η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διεκόπη από εύλογη για την ενάγουσα αιτία", α) δέχτηκε παρά το νόμο την ύπαρξη, στην ένδικη (περί διατροφής) διαφορά δεδικασμένου από την υπ αρίθμ. 5168/2005 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί δίκης για τη λύση του γάμου των διαδίκων και β) παραβίασε το από την ίδια απόφαση απορρέον δεδικασμένο, δεχόμενο διαφορετικά περιστατικά σχετικά με το χρόνο επέλευσης της οριστικής διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου αλλά κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου, όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, ένορκες βεβαιώσεις που επίσης προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις άμεσες και έμμεσες ομολογίες των διαδίκων, όχι δε δεδικασμένο απορρέον από την υπ' αριθμ. 5168/2005 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί δίκης διαζυγίου των διαδίκων, η αναφορά στην οποία έγινε εκ περισσού και ως επιχείρημα υπέρ του αποδεικτικού της πορίσματος.
Επομένως ο λόγος αυτός κατά μεν το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος κατά δε το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι πέραν του ότι η απόφαση που κηρύσσει την λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο σε καμιά περίπτωση ούτε και στη δίκη διατροφής, ούτε ως προς την ύπαρξη καθεαυτή των επί μέρους περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσεως, ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας ως προς τον κλονισμό, υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας πλήττεται στην ουσία η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα αυτού περί του χρόνου κατά τον οποίο επήλθε η διάσταση των διαδίκων συζύγων. 2.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1391 παρ. 1 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο σύζυγος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλον πληρώνεται σε χρήμα και προκαταβάλλεται κάθε μήνα, προκύπτει ότι προϋπόθεση για την καταβολή σε χρήμα της, κατά το άρθρο1390 του ίδιου κώδικα, οφειλόμενης διατροφής του συζύγου αποτελεί η από τον δικαιούχο διακοπή της έγγαμης συμβίωσης από εύλογη γι' αυτόν αιτία, η προϋπόθεση δε αυτή πληρούται και όταν τη συμβίωση διακόπτει ο υπόχρεος σύζυγος χωρίς εύλογη αιτία.
Το εύλογο ή μη της αιτίας διακοπής της έγγαμης συμβίωσης κρίνεται κυρίως ενόψει α) του περιεχομένου της κατά το άρθρο 1386 του ΑΚ αμοιβαίας υποχρεώσεως των συζύγων για συμβίωση "εφόσον η σχετική αξίωση δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος" και β) των εισαγομένων με το άρθρο 1387 του ίδιου κώδικα αρχών ρυθμίσεως του συζυγικού βίου, ότι "οι σύζυγοι αποφασίζουν από κοινού για κάθε θέμα του συζυγικού βίου και η ρύθμιση από τους συζύγους του κοινού τους βίου πρέπει να μην εμποδίζει την επαγγελματική και την υπόλοιπη δραστηριότητα του καθενός από αυτούς και να μην παραβιάζει τη σφαίρα της προσωπικότητάς του".
Θα πρέπει δε η εύλογη αιτία υπαίτια ή ανυπαίτια να αναφέρεται στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή στο πρόσωπο και των δύο, με την έννοια υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στο αντικειμενικά πρόσφορο για τη διακοπή της έγγαμης σχέσης γεγονός καθεαυτό και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας που συνάγεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της εύλογης αιτίας, ότι δηλαδή τα δεκτά γενόμενα περιστατικά, αντικειμενικώς λαμβανόμενα, αποτελούν εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης για το δικαιούχο σύζυγο, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη 559 αρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας η παραβίαση των διδαγμάτων ιδρύει λόγο αναιρέσεως αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Εξάλλου, με το άρθρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ίδιως αν δεν έχει καθόλου αιτολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, ως προς το ζήτημα της από εύλογη αιτία για την ενάγουσα διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόµιµο πολιτικό γάµο, ..., στις 28.8.1989, δεύτερο για την ενάγουσα και τρίτο για τον εναγόµενο, χωρίς από αυτόν να αποκτήσουν τέκνα.
Είχαν όµως από τους προηγούµενους γάµους τους αποκτήσει από ένα τέκνο ο καθένας τους, ο µεν εναγόµενος την Α., η δε ενάγουσα τον Κ.. Κατά την τέλεση του γάµου τους ο εναγόμενος ασκούσε το επάγγελμα του μηχανoλόγoυ- μηχανικού και η ενάγουσα εργαζόταν στην εταιρία ... ως ιδιαιτέρα γραμματέας διευθυντή ... Τον Μάιο του 1993 οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν στη ...
της ..., όπου ο εναγόμενος, με την μεσολάβηση των αδελφών της ενάγουσας. ... βρήκε έμμισθη απασχόληση σε κατασκευαστική εταιρία, με πολύ καλούς όρους αμοιβής και εργασίας, την οποία αμφότεροι έκριναν συμφέρουσα. Η ενάγουσα, λόγω της μετεγκαταστάσεώς τους στη ..., αναγκάστηκε, εκ των πραγμάτων, να εγκαταλείψει τη δουλειά της στην Αθήνα ...
στη ... ... ασχολήθηκε με την επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας επίπλων και ρούχων από το Μπαλί στην Ελλάδα ... Μέχρι και το τέλος του έτους 1997 η συμβίωση των διαδίκων υπήρξε ομαλή. Αυτοί ζούσαν και εργάζονταν στη ... και έρχονταν στην Ελλάδα, μόνο για διακοπές, τα καλοκαίρια και τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα.
Κατά την παραμονή τους στην ημεδαπή διέμεναν στο επί της οδού ... στον ..., διαμέρισμα, το οποίο ανήκε κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στον εναγόμενο και κατά το έτερο ήμισυ εξ αδιαιρέτου θυγατέρα του Α. και το οποίο αυτοί (διάδικοι) χρησιµοποιούσαν από την αρχή της έγγαµης σχέσεώς τους ως συζυγική κατοικία. Στο ίδιο διαµέρισµα διέµεναν, µε την συναίνεση αµφοτέρων των διαδίκων, αφότου αυτοί εγκαταστάθηκαν στη ..., η κόρη του εναγοµένου Α., αλλά και ο υιός της ενάγουσας Κ., οσάκις ερχόταν στην Ελλάδα για διακοπές, από την Αγγλία, όπου σπούδαζε.
Από το έτος 1998 όµως οι σχέσεις των διαδίκων άρχισαν βαθµιαία να διαταράσσονται. Η εργοδότρια του ενάγοντος ....., αφού αρχικά του καθυστερούσε τους µισθούς, από κάποια στιγµή και έπειτα σταµάτησε πλέον να τον πληρώνει. Την ίδια εκείνη χρονική περίοδο αρρώστησαν σοβαρά οι γονείς της ενάγουσας, µε αποτέλεσµα να αναγκάζεται αυτή να πραγµατοποιεί, πάρα πολύ συχνά, ταξίδια στην Ελλάδα, για να τους συµπαρίσταται και, ..., να συγκατοικεί περισσότερο χρόνο µαζί µε την κόρη του εναγοµένου, Α., στο προαναφερθέν διαµέρισµα, στον ....
Η τελευταία αντέδρασε στην παρατεταµένη αυτή συγκατοίκηση και απαίτησε από τον πατέρα της να µην επιτρέπει στην ενάγουσα και στον υιό της να διαµένουν στο διαµέρισµά τους στο ..., παρά µόνο όταν και αυτός βρισκόταν εκεί. Από το ένα µέρος.. τα οικονοµικά προβλήµατα, µε τα οποία οι διάδικοι βρέθηκαν αντιµέτωποι και από το άλλο µέρος η διένεξη ανάµεσα στην κόρη του εναγοµένου και στην ενάγουσα, ως προς τη χρήση του προαναφερθέντος διαµερίσµατος, προκάλεσαν έριδες και φιλονικίες µεταξύ τους........Η ενάγουσα θεωρούσε υπεύθυνο τον εναγόµενο για την εγκατάστασή τους στη ..., που προκάλεσε τα οικονοµικά τους προβλήµατα και την οδήγησε στο να απολέσει την θέση εργασίας της στην ηµεδαπή, µολονότι η σχετική απόφαση ήταν κοινή, και αξίωνε από αυτόν περιουσιακά ανταλλάγµατα ως αντιστάθµισµα της ζηµιάς, την οποία θεωρούσε ότι εξαιτίας του υπέστη.
Αλλά και ο εναγόµενος από την πλευρά του δεν επέδειξε σταθερότητα στις αποφάσεις του και δεν πήρε θέση στην φιλονικία µεταξύ της συζύγου και της θυγατέρας του, αλλά υποχωρώντας εύκολα στην αξίωση της τελευταίας να διαµένει µόνη της στο διαµέρισµά τους, στον ..., κατέφυγε στην λύση της µισθώσεως ετέρου διαµερίσµατος...
στις 7.12.1998, µίσθωσε άλλο διαµέρισµα, στο ... και ζήτησε από την ενάγουσα να διαµένει σε αυτό, όσο χρόνο βρισκόταν µόνη της στην Ελλάδα, επιβαρυνόµενος πάντως ο ίδιος µε το καταβαλλόµενο µίσθωµα.....Με την ενέργειά του αυτή ο εναγόµενος δηµιούργησε στην ενάγουσα την εντύπωση ότι δίνει προτεραιότητα στην θυγατέρα του και ότι την σύζυγό του την θέτει σε δεύτερη µοίρα, ευλόγως δε, αφού στην έως τότε συζυγική οικία εγκαταστάθηκε ουσιαστικά η πρώτη, ενώ η δεύτερη εγκαταστάθηκε στο µισθωµένο διαµέρισµα, στο ..., µε συνέπεια οι διάδικοι να αποστασιοποιηθούν ψυχικώς ... .
Και η ενάγουσα, όµως, τελώντας εν γνώσει των οικονοµικών προβληµάτων που αντιµετώπιζαν, αλλά και του διλήµµατος προ του οποίου βρέθηκε ο εναγόµενος, δηλαδή να ικανοποιήσει είτε την ίδια (την ενάγουσα) είτε την θυγατέρα του, δεν έδειξε την επιβαλλόµενη από την ιδιότητά της, ως συζύγου, κατανόηση και υποµονή και δεν τον διευκόλυνε µε την στάση της, έστω και προσωρινά, εωσότου βρεθεί λύση που να ικανοποιεί και τα δύο µέρη, αλλά αντιθέτως αµέσως έσπευσε να θεωρήσει εαυτήν θιγείσα ... .
Μέσα σε αυτό το κλίµα εντάσεως και οξύτητας η έγγαµη συµβίωσή τους διεκόπη οριστικά τον Ιούλιο του έτους 2000, όταν και η τελευταία προσπάθεια συνδιαλλαγής τους, που έγινε στην εξοχική κατοικία της ενάγουσας, στο ..., κατέληξε σε οξύ φραστικό επεισόδιο, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να εγκαταλείψει την ενάγουσα ... .
Έκτοτε η ενάγουσα εξακολούθησε να κατοικεί στο εν λόγω διαμέρισμα, στο ..., μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2001 και ακολούθως φιλοξενήθηκε στην επί της οδού ... στην ... κατοικία του υιού της. Περί τα τέλη του έτους 2001 ο εναγόμενος δήλωσε στην ενάγουσα σύζυγό του ότι δεν επιθυμεί πλέον την όποια κοινότητα βίου τους και προέβη μάλιστα στην αλλαγή της κλειδαριάς της παραπάνω αναφερόμενης κοινής, μέχρι πρότινος, συζυγικής κατοικίας τους στον ..., γνωστοποιώντας με τον τρόπο αυτό την πρόθεσή του περί διακοπής της έγγαμης συμβιώσεώς τους, ενώ λίγο αργότερα μετέφερε τα πράγματα της ενάγουσας (τα οποία μέχρι τότε βρισκόταν στην κοινή, ως άνω, συζυγική κατοικία) και τα άφησε έξω από την κατοικία του υιού της στην ...
όπου ... εφιλοξενείτο προσωρινά αυτή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διεκόπη από εύλογη για την ενάγουσα αιτία, όμως και η ίδια, με την συμπεριφορά της, έγινε υπαίτια να κλονιστεί ισχυρά η έγγαμη συμβίωση με τον αναγόμενο ώστε ο τελευταίος να έχει δικαίωμα εγέρσεως αγωγής διαζυγίου".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σχετικά με το ζήτημα της εύλογης αιτίας για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1391 ΑΚ, κατά την εξειδίκευσή της, αποτελούσας στοιχείο εφαρμογής της διάταξης αυτής, αόριστης νομικής έννοια της εύλογης διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, ούτε αμέσως ούτε εκ πλαγίου και δεν στέρησε, την απόφασή του νόμιμης, ως προς το ζήτημα αυτό βάσης της, αφού, με τις ανωτέρω παραδοχές, διέλαβε σαφή, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, στην οποία περιέχονται όλα τα απαιτούμενα για την εφαρμογή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, της διατάξεως του αρθ. 1391 Α.Κ.
περιστατικά που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής αυτών στην εφαρμοσθείσα, ως άνω, διάταξη του ουσιαστικού δικαίου. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και τέταρτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου της διατάξεως αυτής.
Ειδικότερα όσον αφορά την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα "του ευλόγου για την αντίδικό του της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης", με τις παραδοχές, αφενός μεν ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διεκόπη οριστικώς τον Ιούλιο του έτους 2000 και αφετέρου ότι ο εναγόμενος περί τα τέλη του έτους 2001 προέβη στην αλλαγή της κλειδαριάς της συζυγικής οικίας στο ...
γνωστοποιώντας έτσι την πρόθεσή του περί διακοπής της έγγαμης συμβίωσής τους, είναι αβάσιμος, διότι την τελευταία αυτή αιτιολογία παραθέτει πλεοναστικά και δεν ήταν απαραίτητη για την αιτιολογία της απόφασης, με συνέπεια να μην ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στο αποδεικτικό πόρισμα, ενόψει της προηγηθείσας σαφούς παραδοχής του ότι η έγγαμη συμβίωσή τους διεκόπη οριστικά τον Ιούλιο του έτους 2000, όταν και η τελευταία προσπάθεια συνδιαλλαγής τους ...
κατέληξε σε οξύ φραστικό επεισόδιο με αποτέλεσμα ο εναγόμενος "να εγκαταλείψει" την ενάγουσα ... . Οι ίδιοι λόγοι κατά τις περιεχόμενες σ' αυτούς λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
3. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι, όταν προσβάλλεται η απόφαση γιατί το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ως τέτοιες νοούνται και οι αποδείξεις των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση, με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (Ολ. Α.Π. 30/1997 Ολ. Α.Π. 9/2000). Από τη διάταξη αυτή, που αναφέρεται ρητά σε αποδείξεις, σαφώς συνάγεται ότι, προκειμένου περί εγγράφων, αυτή έχει εφαρμογή μόνο στα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα από τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ και όχι στα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, με την έννοια της συγκεκριμένης δικονομικής τους χρήσης. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη τη με αριθμό 4385/14-7-2006 έκθεση επίδοσης της αγωγής χωρίς να έχει γίνει επίκληση αυτής από την εκκαλούσα - αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτος.
4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο είναι και η, αποτελούσα ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, η οποία δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 671 παρ. 1 εδ. 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 681Β παρ. 1 ΚΠολΔ στις διαφορές που αφορούν διατροφή λόγω γάμου, όπως η προκειμένη.
Όσον αφορά, τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν λήφθηκαν χωρίς κλήτευση του αντιδίκου, εφόσον δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται από τη σημειωθείσα διάταξη ο προσδιορισμός της δίκης αυτής και της διαδικασίας κατά την οποία διεξήχθη ούτε αναφορά ότι η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε νομοτύπως. Εξάλλου η βεβαίωση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί νομοτύπου λήψεως της βεβαιώσεως, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ. 30/2002, Ολ.ΑΠ. 2/2008) και συνεπώς κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της βεβαίωσης του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος.
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, επιτρεπτά, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος η, με επίκληση προσκομισθείσα από την ενάγουσα - εκκαλούσα, ένορκη βεβαίωση του Κ. Β. που είχε δοθεί, "νομοτύπως", κατά την ίδια απόφαση, στα πλαίσια προηγούμενης σχετικής δίκης, ενώπιον συμβολαιογράφου, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, χωρίς να αμφισβητείται η λήψη της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης σε προηγούμενη δίκη, διατυπώνονται οι αιτιάσεις για μη προσδιορισμό της δίκης αυτής, της διαδικασίας με την οποία διεξήχθη και ότι δεν αιτιολογείται ειδικώς η νομότυπη λήψη της είναι κατά μεν τις δύο πρώτες αιτιάσεις αβάσιμος κατά δε την τρίτη απαράδεκτος.
5. Από τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 1389,1390,1391, 1392 εδ.2 και 1495 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που για εύλογη στο πρόσωπο του αιτία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής.
Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή (Ολ.ΑΠ. 9/1991), ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ.
ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου. Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή) μετ' ένσταση του εναγομένου, για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ' αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής.
Εξάλλου, από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι, το μέτρο της μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οφειλόμενης στο δικαιούχο διατροφής, προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που ανέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων μεταξύ των οποίων και η περιουσία (Ολ.Α.Π. 9/1991).
Δεν απαιτείται δε να αναφέρεται στην αγωγή ούτε στην απόφαση με την οποία επιδικάζεται διατροφή λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης η αποτίμηση της συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας. Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων που προσδιορίζουν την αναλογία συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους στη διατροφή του δικαιούχου ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ένστασης του εναγομένου, καταλυτικής εν όλω ή εν μέρει της αγωγής.
Τέλος κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, εκτός των σ' αυτήν αναφερομένων περιπτώσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται εδώ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης στηριζόμενος επί ισχυρισμού που δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, της οποίας η αγωγή εναντίον του αναιρεσείοντος, για καταβολή διατροφής σε χρήμα, λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης της με τον τελευταίο, από εύλογη γι' αυτήν αιτία, απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας την αγωγή, δέχτηκε αυτήν εν μέρει, κρίνοντας ότι η μεταξύ των διαδίκων έγγαμη συμβίωση διακόπηκε εξ αιτίας υπαίτιας συμπεριφοράς αμφοτέρων των διαδίκων, συνεπεία της οποίας κλονίστηκε τόσο ισχυρά η σχέση του γάμου, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της να είναι αφόρητη. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις οικονομικές δυνατότητες αμφοτέρων των συζύγων και τις ανάγκες της ενάγουσας υπό συνθήκες της οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό και με τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν από τη χωριστή διαβίωση της, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει σ' αυτή ανάλογη (όχι ελαττωμένη) μηνιαία σε χρήμα διατροφή από 1.000 ευρώ, επί μία τριετία από την επίδοση της αγωγής, δεχόμενο ότι ο εναγόμενος δεν προέβαλε ένσταση ελαττωμένης διατροφής κατά το άρθρο 1495 ΑΚ.
Ο αναιρεσείων, με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, επικαλούμενος παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, με ανεπαρκή αιτιολογία καθόρισε το οφειλόμενο στην ενάγουσα ποσό μηνιαίας διατροφής διότι, όπως κατά λέξη αναφέρει: "Το Εφετείο Αθηνών δεν προέβη στην υποχρεωτική, προηγούµενη αποτίµηση του συνολικού ύψους των σε χρήµα µηνιαίων διατροφικών αναγκών της αναιρεσίβλητης, όπως αυτές προέκυψαν από τις συνθήκες της ζωής της µετά τη διάσπαση της εγγάµου συµβιώσεώς µας και συνεπεία της χωριστής διαβίωσής µας, προκειµένου να υπολογίσει, στη συνέχεια, επί του συνολικού αυτού µηνιαίου ποσού, το ύψος της συνεισφοράς εκάστου εξ ηµών (εµού και της αντιδίκου).
Αντιθέτως, απεφάνθη απευθείας περί της βαρύνουσας εµέ αναλογίας, καταλήγοντας ότι ... η ανάλογη διατροφή της ενάγουσας πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 1.000 ευρώ µηνιαίως, που αντιστοιχεί στην αναλογία την οποία ο εναγόµενος ήταν υποχρεωµένος να συνεισφέρει στα πλαίσια της εγγάµου συµβιώσεως, χωρίς να µνηµονεύει τη βάση, ήτοι τη συνολική αποτιµητή εις χρήµα µηνιαία διατροφή της αντιδίκου, από την οποία και έπρεπε να προκύψει η άνω αναλογία µου".
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι προέβαλε στο Εφετείο ένσταση συνεισφοράς στην διατροφή της ενάγουσας, (πράγμα το οποίο άλλωστε δεν έπραξε όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του στο Εφετείο), ώστε να απαιτείται η αποτίμηση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων, για τον καθορισμό του ποσού με το οποίο αυτός συνέβαλε στη διατροφή της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2011 αίτηση του Ε. - Γ. Κ. - Κ. για αναίρεση της 370/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ